Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 567 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Έλλειψη αιτιολογίας.




Περίληψη:
’ρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ζητήματα κατά τη διάταξη θεωρούνται οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη τα επιχειρήματα των διαδίκων δεν συνιστούν « αιτιολογία» της απόφασης. Δεν συνιστούν «ανεπαρκείς» αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων. Διδάγματα κοινής πείρας. Μόνο για ερμηνεία κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών περιστατικών. Απαράδεκτος ο λόγος που αιτιάται τη μη χρησιμοποίησή τους για τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών. Οι ένορκες βεβαιώσεις δεν πλήττονται με τον αναιρετικό λόγο της παραμορφώσεως εγγράφου του αρ. 20 του άρθρου 559. Ο λόγος του αρ. 10 του ίδιου άρθρου αφορά σε «πράγματα», δηλ. ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη.




Αριθμός 567/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Α. Χ. συζ. Α., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., και 3)Α. Χ. συζ. Α., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Δέσποινα Καλογήρου.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Τ. συζ. Μ., το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαθιουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 201/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/11/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 21/9/2011 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6/11/2008 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 201/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 197/2013). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1750/2012). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ., μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 92/2013). Δηλαδή μόνο τις αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 197/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και έκτο, δεύτερο μέρος του δεύτερου και του πέμπτου λόγου και το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου η πλημμέλεια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το ζήτημα της απόκτησης από τους αναιρεσείοντες της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου είτε παραγώγως με κληρονομική διαδοχή, είτε πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα ότι η απόφαση α) παραλείπει να αναφερθεί στην μεταβίβαση στους αναιρεσείοντες της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από κληρονομική διαδοχική λόγω αποδοχής της κληρονομιάς της μητέρας τους Β. Κ. με την υπ' αριθμ. .../1999 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη (πρώτος λόγος), β) δεν αιτιολογεί την παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη το 1968 προέβη στο βορειοδυτικό τμήμα του επιδίκου στην κατασκευή υποχρεωτικού αγωγού (σωληνώσεις) διοχέτευσης των λυμάτων του βόθρου της παρακείμενης οικίας της (δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου), γ) δεν αιτιολογεί την παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη το 1970 προέβη σε καθαρισμό και στη φύτευση δέντρων στο επίδικο και δη ενός πεύκου και τεσσάρων κυπαρισσιών (τρίτο μέρος του τρίτου λόγου), δ) δεν αιτιολογεί την παραδοχή της κατά την οποία δεν προκύπτει ότι λειτούργησε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες εκμίσθωση του επιδίκου ως βοσκοτόπου από τη δικαιοπάροχό τους Β. Κ. προς τη Φ. Ν. (δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου) και ε) δεν αιτιολογεί την παραδοχή της ότι ο αναιρεσείοντες δεν προέβησαν σε κάποια σοβαρή υλική πράξη στο επίδικο, καθώς και την αντιφατική στη συνέχεια παραδοχή της ότι οι πράξεις νομής των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους είναι μεμονωμένες και δεν αρκούν για να διακόψουν και να αναιρέσουν τη συνεχή νομή της εναγομένης-αναιρεσίβλητης (έκτος λόγος). Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς είναι μη νόμιμος ως αιτίαση από την ερευνώμενη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον αντικείμενο ελέγχου της διατάξεως αυτής είναι τα όσα εκτίθενται στην απόφαση και όχι εκείνα για τα οποία δεν εκφέρεται κρίση. Ενδεχόμενα η επικαλούμενη παράλειψη και υπό την προϋπόθεση ότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός συνιστά "πράγμα", να συγκροτεί το λόγο αναιρέσεως του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1740/2012). Οι λοιποί από τους παραπάνω λόγους και υπό τα εκτιθέμενο περιεχόμενό τους δεν αναφέρονται σε ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη που να τείνουν στην κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αφορούν σε αιτιάσεις που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα της αποφάσεως και συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων αυτών και συνακόλουθα πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ακόμη με τις αιτιάσεις των λόγων αυτών, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν εκθέτει το γιατί αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα περιστατικά, πράγμα το οποίο όμως δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τούτο δε γιατί ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση, διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 197/2013). Ενόψει τούτων και του ότι παρά την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καμμιά αναφορά δεν γίνεται και μάλιστα ενάριθμα στον κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε (ΑΠ 844/2011), ο οποίος δεν μπορεί αυτεπάγγελτα και βάσει της αρχής ZURA NOVIT CURIA να προσδιορισθεί (ΟλΑΠ 20/2005) οι λόγοι αυτοί κατά το εκτιθέμενο μέρος τους, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή τω πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός πάντως δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικά περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ (ΟλΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 92/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά κατάφωτη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη φύτευσε στο επίδικο ένα πεύκο και τέσσερα κυπαρίσσια, όταν είναι παγκοίνως γνωστό, όπως βεβαίωσε και ο μάρτυρας των αναιρεσειόντων ότι τα δένδρα αυτά είναι αυτοφυή, ήτοι έχουν την ικανότητα να φυτρώνουν και να αναπτύσσονται μόνα τους και δεν συνηθίζεται να τα φυτεύουν οι άνθρωποι. Ο λόγος αυτός αιτιώμενος τη μη χρησιμοποίηση των κατά την γνώση των αναιρεσειόντων διδαγμάτων της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς (στους κανόνες δικαίου) πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 13-15/2005).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται ότι το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει έστω και γενικά από ποια μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1738/2012). Δεν απαιτείται να αξιολογεί η απόφαση τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 292/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναιρέσεως και με την επίκληση της προλαβούσας διατάξεως του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη α) ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη από το 1968 "είχε αρχίσει την άσκηση πράξεων φυσικού εξουσιασμού διανοία κυρίου επί του επιδίκου". Ότι αυτή "συγκεκριμένα το 1968 προέβη στο βορειοδυτικό τμήμα του στην κατασκευή υποχρεωτικού αγωγού (σωληνώσεις) διοχέτευσης των λυμάτων του βόθρου της παρακείμενης οικίας της" (πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου), β) ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) "το 1970 προχώρησε σε καθαρισμό του επιδίκου, φύτευσε δε και ένα δένδρο, ενώ αργότερα και τέσσερα κυπαρίσσια" (πρώτο μέρος του τρίτου λόγου), γ) ότι δεν λειτούργησε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες-ενάγοντες εκμίσθωση του επιδίκου ως βοσκοτόπου από τη δικαιοπάροχό τους Β. Κ. προς τη Φ. Ν. πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου). Οι επικαλούμενες πλημμέλειες ως προς τον τρίτο και πέμπτο λόγο είναι απαράδεκτες, γιατί όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν αφορούν σε ισχυρισμούς του συνιστούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, ήτοι σε αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στην κατάλυση του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος, ενώ όσο αφορά το δεύτερο λόγο είναι αβάσιμες, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζονται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, από τη συνεκτίμηση των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν χρειαζόταν να αξιολογεί κάθε επί μέρους αποδεικτικό μέσο. Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί, κατά το εκτιθέμενο μέρος τους πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ, ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432επ του ιδίου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 909/2008).Οι κατά τα άρθρα 270 παρ.2 και 671 παρ.1 ΚΠολΔικ. ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ξεχωριστό των κατά τις παραπάνω διατάξεις εγγράφων και γι' αυτό η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ.20 αναιρετικό λόγο (ΑΠ 25/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της ληφθείσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τριπόλεως, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης -εναγομένης, ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Π. Κ.. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η κατά το άρθρο 272 παρ.2 ΚΠολΔικ, ληφθείσα ένορκη βεβαίωση, δεν είναι, ως αποδεικτικό μέσο, έγγραφο με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔικ. και ως εκ τούτου δεν πλήττεται με τον ερευνώμενο, από το άρθρο 559 αρ 20 ΚΠολΔικ λόγο. Τούτο ανεξάρτητα από το ότι πρόκειται για αποδεικτικό μέσο των αναιρεσιβλήτων, ως προς το οποίο δεν αναφέρεται, ότι τούτο αφού κατέστη κοινό (άρθρο 340 ΚΠολΔικ) έγινε νόμιμη επίκλησή του στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες προς απόδειξη δικού τους ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης (ΑΠ 1212/2009, ΑΠ 1967/2009), και ως εκ τούτου, απαράδεκτα γίνεται επίκληση του στον ’ρειο Πάγο. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.11.2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 201/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή