Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 823 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια από τροχαίο ατύχημα. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απόρριψη αναιρέσεως.





Αριθμός 823/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της 1797/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ2, που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2. Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1401/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 3-9-2000 και περί ώρα 01.50 περίπου, η κατηγορουμένη Χ1 οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πατέρας της, μάρκας B.M.W και εκινείτο επί της λεωφόρου ...... με κατεύθυνση προς ...... και στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας της, με κανονική για την περιοχή ταχύτητα, όπως τούτο συνάγεται από την υπ' αριθμ. ........ έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ....... ο οποίος διορίσθηκε με την ....... εντολή του Τμήματος Τροχαίας Γλυφάδας. Η εν λόγω λεωφόρος, το ύψος του 38,5 χιλιομέτρου είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα πορείας συνολικού πλάτους 16 μέτρων με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, με καμπύλη όχι απότομο και ανηφόρα με μικρή κλίση στο προς ..... ρεύμα κυκλοφορίας, με οριζόντια σήμανση η οποία καθορίζει τα όρια των λωρίδων αντίθετου κατεύθυνσης και τα όρια των λωρίδων κυκλοφορίας με επαρκή δημοτικό φωτισμό, με ορατότητα που δεν περιοριζόταν από φυσικά ή σταθερά εμπόδια και όριο ταχύτητας οριζόμενο με πινακίδα (Ρ-32) στα 60 χ/ω, όπως τα προαναφερόμενα προκύπτουν από την από ....... έκθεση αυτοψίας και το από την ίδια ημεροχρονολογία σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Γλυφάδας. Κατά το ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο ο Ψ οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ......αυτοκίνητο μάρκας ..... ιδιοκτησίας ...... με συνοδηγό τον ......... και συνεπιβάτιδα την Ψ2 και εκινείτο επί της αυτής ως άνω λεωφόρου με κατεύθυνση από ..... προς ...... και στο αριστερό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του με κανονική για την περιοχή ταχύτητα όπως τούτο συνάγεται από την πιο πάνω αναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη. Πριν ο εν λόγω οδηγός φθάσει στο ύψος της συμβολής της Λεωφόρου ....... με την χωμάτινη οδό ..... που βρισκόταν δεξιά σε σχέση με την πορεία του είχε πραγματοποιήσει προσπέραση από αριστερά του ομόρροπα προς αυτόν κινούμενου υπ'αριθμό ...... ΙΧ αυτοκινήτου που οδηγούσε μέλος της παρέας του. Κατά την πραγματοποιηθείσα προσπέραση κατέλαβε τμήμα του αντιθέτου προς αυτόν ρεύματος κυκλοφορίας (δηλαδή αυτού που εκινείτο η κατηγορουμένη) αλλά εγκαίρως επανέφερε το αυτοκίνητό του στο ρεύμα πορείας του συνεχίζοντας όμως να "πατάει" επί της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής των δύο ρευμάτων γραμμής καίτοι τούτο απαγορεύεται. (αρθ. 5 παρ.8 περ.α και δ ΚΟΚ). Την προαναφερόμενη κίνηση του οδηγού Ψ δηλαδή την κίνησή του επί της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής, όχι όμως και την πραγματοποιηθείσα προσπέραση, αντιλήφθηκε η κατηγορουμένη από απόσταση 20-30- μέτρων και χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η παρακάτω φράση την οποία αναφέρει στην απολογία της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου "τους είδα στα 20-30 μ. είδα τη λάμψη ... δεν είδα την προσπέραση, μου το είπαν μετά". Στη θέα της λάμψης η κατηγορουμένη η οποία κατά τα προαναφερόμενα εκινείτο στο αριστερό τμήμα της πορείας της φοθηθείσα σύγκρουση με το εντελώς αριστερό και επί της διαχωριστικής γραμμής του προς Αθήνα ρεύματος πορείας κινούμενο αυτοκίνητο του Ψ και προκειμένου να αποφύγει αυτήν (σύγκρουση) πραγματοποίησε ανεπίτρεπτο ελιγμό προς τα αριστερά δηλαδή προς το αντίθετο ρεύμα όπου εκινείτο ο Ψ πατώντας έτσι αυτή τη διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή καίτοι τούτο απαγορεύεται (άρθρο 5 παρ.8 περ.α και δ ΚΟΚ). Ο συγκεκριμένος όμως αδέξιος και ανεπίτρεπτος προς τα αριστερά ελιγμός της κατηγορουμένης και το πάτημα επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής είχε ως αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου της στο εμπρόσθιο και πλάγιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του Ψ ο οποίος εκείνη το στιγμή εκινείτο επί της διαχωριστικής γραμμής του ρεύματος του. Εξαιτίας της εν λόγω σύγκρουσης το αυτοκίνητο του Ψ εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και βρέθηκε εκτός οδοστρώματος στην προς Αθήνα κατεύθυνση δηλαδή στην κατεύθυνση όπου εκινείτο αυτό (Ψ) και σε απόσταση 20 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, το δε αυτοκίνητο της κατηγορουμένης παρέμεινε στο σημείο σύγκρουσης με μετώπη λοξά και πατώντας επάνω στη διαχωριστική γραμμή και στο προς Αθήνα ρεύμα πορείας και από κανένα στοιχείο ή ίχνος στο οδόστρωμα δεν προκύπτει ότι το αυτοκίνητο του Ψ κατά τη στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν στο ρεύμα πορείας της κατηγορουμένης και ότι επέπεσε επ'αυτής καθόν χρόνο αυτή εκινείτο στο μέσο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία. Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο στηρίζει 1) στο αδιάψευστο στοιχείο ότι συγκρουσθείσες επιφάνειες του μεν Ψ είναι η εμπρόσθια πλάγια αριστερή, της δε κατηγορουμένης η εμπρόσθια αριστερή γεγονός που απόλυτα επιβεβαιώνει τον προς το αριστερά ανεπιτήδειο ελιγμό της κατηγορουμένης ενώ επιβεβαίωση του εν λόγω ελιγμού αποτελεί και ο συλλογισμός της ίδιας της κατηγορουμένης κατά την απολογία της στο παρόν Δικαστήριο που έχε ως εξής "αν είχα κάνει ελιγμό θα χτύπαγα μπροστά και αριστερά το αυτοκίνητό μου" εφόσον κατά τα προαναφερόμενα το αυτοκίνητό της έχει χτυπηθεί ακριβώς εμπρόσθια και αριστερά 2) στο ότι αν το αυτοκίνητο του Ψ κατά τον χρόνο σύγκρουσης βρισκόταν εκτός του ρεύματος πορείας της κατηγορουμένης και αυτό είχε επιπέσει στο αυτοκίνητο της κατηγορουμένης όπως η τελευταία αβάσιμα ισχυρίζεται θα είχαμε μετωπική σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων και εκτροπή της πορείας του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης προς το δεξιό τμήμα του ρεύματος της και ακινητοποίηση του Ψ αντίστοιχα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο η θέση του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης "λοξά και κάθετα στη διαχωριστική των δύο αντιθέτων ρευμάτων γραμμή με μέτωπο στο προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο Ψ και η εκτροπή της πορείας του αυτοκινήτου του Ψ εκτός του οδοστρώματος της πορείας του και σε απόσταση 20 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Καταβάλλεται βέβαια από πλευράς κατηγορουμένης προσπάθεια, προκειμένου να δικαιολογήσει τη τελική της θέση μετά τη σύγκρουση, η οποία (τελική θέση) όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά εκτός του ότι αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, που συντάχθηκε από τον αστ/κα ........., επιβεβαιώνεται απ'όλους τους μάρτυρες κατηγορίας αλλά και από την ως μάρτυρα εξετασθείσα μητέρα της η οποία έφθασε αμέσως μετά τη σύγκρουση εκεί, και στην προσπάθειά της αυτή ισχυρίζεται ότι το αυτοκίνητου του Ψ εισήλθε στο ρεύμα της, επέπεσε επ'αυτής και η ίδια περιεστράφει γύρω από τον εαυτόν της και κατέληξε στην προαναφερόμενη τελική θέση. 'Όμως την προσπάθεια της αυτή διαψεύδουν πλην των πιο πάνω αποδειχθέντων και α) τα ευρήματα λάδια του κάρτερ του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης, το οποίο έσπασε κατά τη σύγκρουση, πάνω και δεξιά από τη διαχωριστική γραμμή σε σχέση με την πορεία της κατηγορουμένης, καθόσον με δεδομένο ότι το κάρτερ βρίσκεται στο κέντρο του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου και ότι τα λάδια πίπτουν στο σημείο της σύγκρουσης συνάγεται ότι το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης κατά τη στιγμή της σύγκρουσης πατούσε επάνω στην διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή και β) τα θραύσματα γυαλιών και πλαστικών που βρέθηκαν κυρίως σε μεγάλη μάζα στο ρεύμα κυκλοφορίας του Ψ. Από τη άνω σύγκρουση ο Ψ οδηγός του ...... ΙΧΕ αυτοκινήτου υπέστη κακώσεις κεφαλής θώρακος και κοιλίας εκ των οποίων ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατός του, ενώ τραυματίσθηκαν η κατηγορουμένη Χ1 και ο συνοδηγός του Ψ και η συνεπιβάτιδά του Ψ2, η οποία υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συντριπτικό κάταγμα (Αρ) μηριαίου, θλαστικό τραύμα αριστεράς υπεροφρύου χώρου και αριστερού γόνατος, εκδορές κερατοειδούς άμφω ουλές προσώπου και μη ανατεταγμένο κάταγμα ζυγωματικού και εδάφους κόγχου αριστερά. Σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα, και ανεξάρτητα από την αμέλεια του θανατωθέντος ο οποίος μετά από πραγματοποίηση προσπέρασης προπορευομένου αυτού αυτοκινήτου εσυνέχισε να κινείται επί της συνεχόμενης διαχωριστικής των δύο αντιθέτων ρευμάτων γραμμής ανεπιτρέπτως, το Δικαστήριο κρίνει ότι για την πιο πάνω σύγκρουση η οποία επήλθε επάνω στη διαχωριστική γραμμή και τα εξ αυτής ως άνω αποτελέσματα βαρύνεται και η κατηγορουμένη Χ1 εξ αιτίας του ανεπίτρεπτου προς τα αριστερά ελιγμού του αυτοκινήτου της με συνέπεια την κατάληψη της διαχωριστικής των δύο ρευμάτων γραμμής και την εντεύθεν πρόσκρουση του αριστερού εμπρόσθιου τμήματος του αυτοκινήτου της επί του πλάγιου αριστερά εμπρόσθιου τμήματος του αυτοκινήτου του θανόντος Ψ.Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις πράξεις που κατηγορείται ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια της Ψ2. Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ.1, 314 παρ.1 του ΠΚ τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση της κατηγορουμένης για ασαφή και ελλειπή αιτιολογία, εγκείμενη στο ότι, ενώ γίνεται δεκτό στην απόφαση ότι ο αντιθέτως προς αυτήν κινούμενος οδηγός, με το αυτοκίνητο του οποίου συγκρούσθηκε, εκινείτο με κανονική ταχύτητα χωρίς όμως και να την προσδιορίζει, είναι αβάσιμη. Το δικαστήριο δέχεται ότι στο σημείο της συγκρούσεως το σημαινόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 60 χιλιομέτρων την ώρα και συνεπώς η παραδοχή ότι ο ως άνω οδηγός εκινείτο με κανονική ταχύτητα πρόδηλο είναι ότι υποδηλώνει ταχύτητα αυτού εντός των άνω ορίων. Περαιτέρω, σαφείς είναι οι παραδοχές της αποφάσεως ότι κατά τον χρόνο της συγκρούσεως των οχημάτων ο αντιθέτως βαίνων οδηγός εκινείτο επί του ρεύματος πορείας του, και δεν ήταν κρίσιμο να διαλάβει το δικαστήριο στην απόφασή του σε πόση απόσταση πριν το σημείο της συγκρούσεως ο τελευταίος οδηγός είχε πραγματοποιήσει ελιγμό προσπέρασης φιλικού αυτοκινήτου. Οι λοιπές αιτιάσεις της κατηγορουμένης είναι απαράδεκτες και εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου γιατί αναφερόμενες σε σφαλερή από το δικαστήριο αξιολόγηση του περιεχομένου της απολογίας της και σφαλερή εκτίμηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και η δικαστική δαπάνη της μόνης παραστάσης πολιτικώς εναγούσης Ψ1 (άρθρα 583 Κ.Π.Δ, 176, 183 Κ.Πολ.Δ)..


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1797/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης Ψ1 την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή