Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1240 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Καθυστέρηση χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 § 1 Ν. 1882/1990). Απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 § 1 του Ν. 2.523/1997, η οποία άρχισε να ισχύει από την 1-1-1998 και τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, ως ευμενέστερη για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (άρθρο 2 § 1 ΠΚ), όσον αφορά το υπό στοιχεία 1 του πίνακα, χρέος του αναιρεσείοντος, ποσού 9.963,93 ευρώ, καταβλητέο σε δόσεις με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσεως την 31-7-2002 και της τελευταίας την 30-9-2002, καθόσον ως προς το χρέος αυτό, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 23 § 1 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ της οποίας, το χρέος αυτό, συνιστούσε αξιόποινη πράξη ως υπερβαίνον το ποσό των 2.000.000 δραχμών, ενώ ως προς το τα λοιπά χρέη, με χρόνο τελέσεως μετά την 1-1-2004, εφαρμοστέα ήταν η ιδία διάταξη, όπως ίσχυε όμως μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004, σύμφωνα με την οποία (ευμενέστερη), η πράξη αυτή είναι αξιόποινη, λόγω του ύψους του συνολικά πλέον λαμβανομένου ποσού, ανωτέρου των 10.000 €. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και έλλειψη ακροάσεως. Στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται η § 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1240/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 11391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1334/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 τταρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το ανωτέρω άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Ήδη, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004,(1-1-2004) ή πριν από την άνω έναρξη εφαρμογής, αλλά υπερβαίνει το καθένα από αυτά το τασσόμενο, με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, ως ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 11391/2008 απόφαση προκύπτει, ότι το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι, από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "MODULUS ΕΠΙΠΛΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο κατηγορούμενος, βεβαιώθηκαν τα χρέη που αναφέρονται στο διατακτικό, στο οποίο αναφέρεται για το καθένα αναλυτικά ο αριθμός και ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος του φόρου, ο τρόπος πληρωμής (σημειουμένου ότι όλα, πλην του με αριθμό 1 ήταν καταβλητέα εφάπαξ, ενώ το με αριθμ. 1 σε δόσεις), η ημερομηνία ληξιπροθέσμου εκάστου ποσού. Τα εν λόγω ποσά, συνολικά ανερχόμενα στο ποσό των 125.253,34 ευρώ, ο κατηγορούμενος, με την άνω ιδιότητά του, από πρόθεση δεν κατέβαλε εντός τεσσάρων μηνών από τότε που το καθένα από αυτά ήταν ληξιπρόθεσμο, δηλαδή δεν κατέβαλε αυτή (ποσά) κατά τους χρόνους που στο διατακτικό της παρούσης αναφέρονται. Με βάση τα εν λόγω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος του κατηγορουμένου η νομοτυπική μορφή της αποδιδομένης σ' αυτόν σχετικής κατηγορίας, και γι' αυτό, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 β' του Π.Κ., διότι προέκυψε ότι ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης από αίτια μη ταπεινά, ήτοι λόγω δυσχερειών (οικονομικών) που αντιμετώπισε η άνω εταιρία στις συναλλαγές της, απορριπτόμενου του αιτήματος αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ που υπέβαλε ο εκπροσωπών αυτόν (κατηγορούμενο) συνήγορός του, αφού δεν γίνεται επίκληση από αυτόν ύπαρξης ενόρκως ποινικής δίκης εις την οποίαν θα κρινόταν προδικαστικά ζητήματα που θα επηρέαζαν την παρούσα δίκη, προϋπόθεση απαραίτητη για την εφαρμογή της άνω διατάξεως".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στην .. στις 1-12-2002, 1-3-2004, 1-8-2006 και 29-8-2006, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ και συγκεκριμένα ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΜODULUS ΕΠΙΠΛΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ", καθυστέρησε την καταβολή των ακολούθως αναφερομένων βεβαιωμένων χρεών στη Φ.Α.Ε ... για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τα οποία ήταν βεβαιωμένα σε βάρος του, καταβλητέα είτε εφάπαξ, είτε σε δόσεις, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο, πίνακα και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού, κατά το ποσό ενός εκάστου εξ αυτών, τον αριθμό της πράξης βεβαίωσης του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ, την αιτία του χρέους, το κεφάλαιο, την προσαύξηση και ημερομηνία καταβολής ενός εκάστου:
(ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ)
Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, η οποία άρχισε να ισχύει από την 1-1-1998 και τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, όσον αφορά το υπό στοιχείο 1 του Πίνακα, χρέος του αναιρεσείοντος, ποσού 9.963,93 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε δόσεις με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσεως την 31-7-2002 και της τελευταίας την 30-9-2002, ήτοι με χρόνο τελέσεως την 1-12-2002, πριν ισχύσει από 1-1-2004 ο Ν. 3220/2004, αφού το εν λόγω ποσό υπερβαίνει τα 2.000.000 δραχμές. Όσον αφορά το άνω χρέος, αλλά και τα υπόλοιπα χρέη, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και τα οποία όλα ήταν καταβλητέα εφάπαξ, με χρόνο τελέσεως την 1-3-2004, 1-8-2004 και 29-8-2004, ήτοι μετά την 1-1-2004, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του Ν. 3220/2004, ότε πλέον ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό του χρέους, υπερβαίνοντος τα 10.000 ευρώ και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, πρέπει να λεχθούν τα εξής. Η προκύπτουσα από το συνδυασμό των ανωτέρω σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν και στο συνημμένο στο διατακτικό Πίνακα Χρεών, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα αναγκαία κατά τα προαναπτυχθέντα στοιχεία για την κατά το νόμο θεμελίωση του αξιοποίνου της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατ' εξακολούθηση, ήτοι προσδιορίζεται στην απόφαση, η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της υπόχρεης εταιρείας, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους (ΦΑΕ ...), το είδος του χρέους (λοιποί φόροι και προσαυξήσεις), ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ) και ο ακριβής χρόνος καταβολής εκάστου χρέους του, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτό, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως του, μπορούσε και έπρεπε να καταβληθεί από τον οφειλέτη κατηγορούμενο, η πάροδος τετραμήνου και το ληξιπρόθεσμο των χρεών αυτών, του πρώτου ποσού (9.963,93 ευρώ) υπερβαίνοντος τα 2.000.000 δραχμές υπό την ισχύ του ως παραπάνω προγενέστερου άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. δια του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 34 Ν. 3220/2004 και των λοιπών χρεών, με χρόνο τελέσεως μετά την 1-1-2004, υπό την ισχύ του άνω Ν. 3220/2004, ανερχομένων όλων στο συνολικό ποσό, των 115.289,41 ευρώ (125.253,34 - 9.963,93), υπερβαίνον το ποσό των 10.000 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρονται όλα τα στοιχεία αυτά στο συνημμένο στο διατακτικό αναλυτικό Πίνακα Χρεών. Άρα οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις και λόγους του αναιρεσείοντος: α) Η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος "για αναστολή της δίκης, κατ' άρθρο 59 ΚΠοινΔ, λόγω ασκήσεως υπ' αυτού προσφυγών στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης", με αιτιολογία ενσωματωμένη στο τέλος της προπαρατεθείσας κύριας επί της ενοχής αιτιολογίας (σελ. 10), έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' πρώτος λόγος (Β' σκέλος) αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, β) από τα πρακτικά της δίκης, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον εκπροσωπήσαντα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο συνήγορο του αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και δη για να προσκομισθούν τα φύλλα ελέγχου και η ατομική ειδοποίηση της αρμόδιας ΔΟΥ για τα επίδικα χρέη, ώστε το Δικαστήριο να είναι υπόχρεο να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη του και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως (Δ σκέλος) της κρινόμενης αιτήσεως.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των απ' αυτές και μόνο τις διατάξεις προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσας φορολογικής του παραβάσεως, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως. Η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεως της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για το δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων των πράξεων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του. δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του πιο πάνω νόμου). Επομένως, το Δικαστήριο, που στην προκείμενη περίπτωση, με παρεμπίπτουσα απόφασή του που προηγήθηκε της προσβαλλόμενης κυρίας αποφάσεως και συμπροσβάλλεται με την τελευταία, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, υποβληθέντα δια του εκπροσωπούντος αυτόν στη δίκη συνηγόρου του, με τον οποίον υποστήριξε ότι θάπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη, διότι στην αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως δεν επισυνάφθηκαν αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστής πράξεως και των αποδεικτικών στοιχείων για την οριστικοποίηση των επιδίκων χρεών, ορθά το νόμο εφάρμοσε και πλήρως αιτιολογημένα απάντησε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠοινΔ, αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως (Γ' σκέλος) ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Κατά τις διατάξεις όμως των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ.1, και 174, του ΚΠοινΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' ΕΣΔΑ προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών (320 - 321 ΚΠοινΔ) είναι σχετική, ως αναγόμενη σε, προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και αν ο κατηγορούμενος δεν προβάλλει κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική ακυρότητα καλύπτεται. Εφόσον όμως ο κατηγορούμενος κατ' αυτή δεν εμφανίστηκε ή εμφανισθείς πρόβαλε την ακυρότητα αυτή και το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτόν, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο όμως με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος εφέσεως, καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να απαντά σε αόριστους η σε μη νόμιμους ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με την πρωτοβάθμια 24680/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και την από 3771/2007 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατ' αυτής, έγγραφα που παραδεκτώς επισκοπούνται προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων κατά τη διαδικασία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρόβαλε ακυρότητα του κοινοποιηθέντος σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για την εν λόγω αξιόποινη πράξη της καθυστερήσεως καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, συνιστάμενη στο ότι σε αυτό δεν αναφέρεται ο τρόπος ειδοποιήσεως του για την πληρωμή των επιδίκων χρεών. Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η μη αναφορά του τρόπου ειδοποιήσεως του υπόχρεου για την πληρωμή των καθυστερούμενων χρεών, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τον ακριβή καθορισμό της πράξεως αυτής και ουδεμία ακυρότητα του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο κλητηρίου θεσπίσματος επέρχεται από τη μη αναφορά του άνω στοιχείου. Επομένως, ο για τον άνω λόγο προβληθείς από τον κατηγορούμενο στον πρώτο βαθμό, αλλά και με ειδικό λόγο εφέσεως, επαναφερθείς ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ήταν μη νόμιμος και συνεπεία τούτου ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, κατά το άρθρο 170 παρ. 1,2 ΚΠοινΔ, ούτε έλλειψη ακροάσεως, από τη σιγή απόρριψη του μη νόμιμου αυτού ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚποινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση - δήλωση του X, περί αναιρέσεως της 11391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ