Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 373 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα, Κλοπή, Εκβίαση, Καταλογισμός.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για κλοπή από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και για εκβίαση κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα. Στοιχεία εγκλημάτων. Αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση συνδρομής περιπτώσεως του άρθρου 36 ΠΚ είχε προβληθεί αορίστως, γιατί έγινε αναφορά μόνο της διατάξεως του νόμου, χωρίς επίκληση περιστατικών, και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε τον απέρριψε ως αναπόδεικτο. Απόρριψη αιτήσεως.




Αριθμός 373/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Αγγελική Αλειφεροπούλου, (σύμφωνα με την υπ' αριθμό 48/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Π. Θ. του Λ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2. Κ. Σ. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κουτρούλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2391/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους 1. Ν. Θ. του Π. και 2. V. K. του A..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην από 12 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση αναίρεσης του Κ. Σ. και β) στην από 14 Ιουνίου 2013 αίτηση αναίρεσης του Π. Θ., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 226/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ως προς τον παραστάντα αναιρεσείοντα να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ως προς τον απόντα αναιρεσείοντα να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 14 Ιουνίου 2013 αίτησή του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 -161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 23 Ιανουαρίου 2015 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων Π. Θ. του Λ. κλητεύθηκε, με επίδοση της κλήσεως στη σύνοικη ενήλικη σύζυγό του Δ. Θ., από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην δεν εμφανίστηκε κατ’ αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, ως προς αυτόν, να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Κινητό δε πράγμα είναι εκείνο που, κατά την κοινή αντίληψη, μπορεί να μετακινηθεί, ανεξαρτήτως από την έννοια που του προσδίδεται από τις διατάξεις του ΑΚ. Κατά δε το άρθρο 374 εδ. ε' περ. α του ΠΚ, "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 στοιχ. γ του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος απαιτούνται α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβιάσεως έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θελήσεως του εξαναγκαζομένου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδηλώσεως και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του Π.Κ., να επιχειρήσει ο δράστης πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβιάσεως, κατά το άρθρο 42 παρ. 1του Π.Κ., εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2391/2013 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Κ. Σ. κλοπής από κοινού κλοπής από κοινού κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα και εκβιάσεως κατ’ εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα, με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι, κατά τους χρόνους τελέσεως των πράξεων, είχε συμπληρώσει το 18ο, όχι, όμως, και το 21ο έτος της ηλικίας του, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα υπό όρους. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι 1ος, 3ος και 4ος κατηγορούμενοι, δηλαδή οι κατηγορούμενοι Κ. Σ., Ν. Θ. και Π. Θ., ενεργώντας με πρόθεση, άλλοτε από κοινού, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο και με ταυτόχρονες και διαδοχικές συγκλίνουσες συμπεριφορές και άλλοτε από μόνοι τους, στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που στρέφονται κατά περισσοτέρων προσώπων και συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, τελούν δε κλοπές κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός τους για τον πορισμό εισοδήματος. Συγκεκριμένα, από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι: 1) ... 6) Οι κατηγορούμενοι Κ. Σ., Γ. Θ. και Ν. Θ., στα ..., τις νυχτερινές ώρες της 16ης προς 17η Μαΐου 2006, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, εισήλθαν σπάζοντας την τζαμαρία στο εσωτερικό του καταστήματος έκθεσης αυτοκινήτων με την επωνυμία "AUTO M.", το οποίο βρισκόταν επί των οδών ... και ... και αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους από την κατοχή του ιδιοκτήτη του καταστήματος τα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... και ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγά αυτοκίνητα, χρώματος ασημί, εργοστασίου κατασκευής HONDA CIVIC και AUDI Α2, αντίστοιχα. 7) Οι κατηγορούμενοι Κ. Σ., Γ. Θ. και Ν. Θ., στη ..., τις νυχτερινές ώρες της 18ης προς 19η Μαΐου 2006, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής του από την κατοχή του Ι. Μ. του Α. το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής NISSAN PICK-UP, χρώματος μαύρου, με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ..., το οποίο ήταν σταθμευμένο στην πυλωτή της επί της οδού ... αριθμ. 4 πολυκατοικίας. 8) Οι κατηγορούμενοι Κ. Σ., Γ. Θ. και Ν. Θ., στον ..., τις πρωινές ώρες της 23ης Μαΐου 2006, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής του από την κατοχή του Δ. Μ. του Γ. το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... γερμανικών πινακίδων ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής HONDA τύπου S- 2000, χρώματος μαύρου, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο επί της οδού ... στον αριθμ. 99. 9) Οι κατηγορούμενοι Κ. Σ., Γ. Θ., Ν. Θ., Π. Θ., στην περιοχή των ..., την 20η Μαρτίου 2006, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού και με τον V. K., αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους από την κατοχή του Ν. Φ. του Φ. το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου VW GOLF, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του ιδίου παθόντος, το οποίο ήταν προσωρινά σταθμευμένο με το κλειδί στη μηχανή επί της ... στον αριθμ. 154, καθώς και τα εντός αυτού ευρισκόμενα αντικείμενα και ειδικότερα άδεια κυκλοφορίας, ασφάλεια εταιρίας "ΦΟΙΝΙΚΑΣ", άδεια ικανότητας οδηγού, το υπ' αριθμ. .../1993 ΔΑΤ Α.Τ. Κορωπίου, πέντε (5) κάρτες ανάληψης χρημάτων των τραπεζών ALPHA BANK, EUROBANK, Εθνικής, Κύπρου και Πειραιώς και εργαλεία αρχαιολογικών ανασκαφών και ακολούθως, μετά την κλοπή, παρέδωσαν το ως άνω αυτοκίνητο στο συνεργείο φανοποιείας του Π. - Π. Σ.. 10) ... Και 14)... Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, οι ως άνω κατηγορούμενοι Κ. Σ., Ν. Θ. και Π. Θ., είχαν σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από τις ως άνω κλοπές οχημάτων και είναι δράστες που τελούν κατ' επάγγελμα κλοπές οχημάτων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από αυτές, αφού τις περισσότερες φορές δρούσαν ως ομάδα και είχαν δημιουργήσει και υποδομή και οργάνωση για την διενέργεια κλοπών οχημάτων και από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω κλοπών που τέλεσαν αυτοί κατ' εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας, καθώς και από τη δημιουργία της σχετικής υποδομής και οργάνωσης που είχαν οι ως άνω κατηγορούμενοι που δρούσαν ως ομάδα, προκύπτει και αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι τέλεσαν τις ως άνω κλοπές κατ' επάγγελμα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος απ' αυτές. ... Ακόμη, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ο 1ος κατηγορούμενος Κ. Σ., στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του πρωτόδικα Π. - Π. Σ., με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασαν άλλους με απειλή σε πράξη από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου και επιχείρησαν πράξη που αποτελεί τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της εκβίασης. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, ο 1ος κατηγορούμενος Κ. Σ., ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον Π. - Π. Σ., με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος: α) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 27-28 Μαΐου 2006, ενώ γνώριζε ότι στις 27/5/2006 είχε αφαιρεθεί παράνομα από την κατοχή του Κ. Σ. του Α. η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα εργοστασίου κατασκευής HONDA τύπου AFRICA TWIN 750 cc χρώματος λευκού και με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ..., ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον Π. - Π., επικοινώνησε με τον προαναφερόμενο κάτοχο και ιδιοκτήτη του οχήματος Κ. Σ. και τον απείλησε ότι δεν θα εύρισκε ποτέ την κλεμμένη του μοτοσικλέτα αν δεν τους κατέβαλε το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, με αποτέλεσμα ο παθών προκειμένου να επανακτήσει το όχημά του και να μειώσει την εκ της κλοπής ζημία του, να δεχθεί και να τους καταβάλλει το αιτηθέν ποσό και έτσι μετέφεραν και άφησαν την μοτοσικλέτα κάτω από την οικία του ως άνω παθόντος Κ. Σ., ο οποίος ζημιώθηκε κατά το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό των 1000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια των ως άνω εκβιαστών του. Και β) Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 27-28 Μαΐου 2006, ενεργώντας με πρόθεση μόνος του, προκειμένου να εξαναγκάσει άλλον με απειλή σε πράξη από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως εκβίασης, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια. Ειδικότερα, ο ως άνω 1ος κατηγορούμενος Κ. Σ., ενώ γνώριζε ότι ο Α. Ρ. του Δ. είχε απολέσει λόγω κλοπής μία δίκυκλη μοτοσικλέτα, του παρουσίασε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία είχε προηγουμένως αφαιρέσει παράνομα από τον ιδιοκτήτη της και τον βεβαίωσε ότι είναι η απολεσθείσα δική του, σε επικοινωνία δε που είχε μαζί του τον απείλησε ότι αν δεν του καταβάλει το χρηματικό ποσό των διακοσίων (200) ευρώ δεν θα του την παρέδιδε και ο ως άνω παθών Α. Ρ., πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του και φοβούμενος την μεγιστοποίηση της ζημίας που υπέστη από την κλοπή της μοτοσικλέτας του, προκειμένου να την επανακτήσει και να μειώσει την ζημία του από την κλοπής της, δέχθηκε να του καταβάλλει το αιτηθέν ποσό των 200 ευρώ και ενώ ο ως άνω κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο σπίτι του ως άνω παθόντος για να ολοκληρωθεί η αθέμιτη συναλλαγή, η πράξη της εκβίασης αυτής δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του ως άνω κατηγορουμένου Κ. Σ. και συγκεκριμένα επειδή αυτός είχε ήδη τεθεί από τη αστυνομία σε διακριτική παρακολούθηση και συνελήφθη πριν παραλάβει τα χρήματα". Στο δε διατακτικό, όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις της κλοπής με αύξ. αριθ. 6 - 9, αναφέρει ότι: "Κηρύσσει τους 1ο, 3ο και 4ο κατηγορούμενους Κ. Σ., Ν. Θ. και Π. Θ. ενόχους του ότι: Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, ... αφήρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ... Συγκεκριμένα: ... 6) Στα ..., τις νυχτερινές ώρες της 16ης προς 17η Μαΐου 2006, Οι Κ. Σ. και Ν. Θ., ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, εισήλθαν σπάζοντας την τζαμαρία.... 7) Στη ..., τις νυχτερινές ώρες της 18ηςπρος 19η Μαΐου 2006, οι Κ. Σ. και Ν. Θ., ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, αφαίρεσαν ... 8) Στον ..., τις πρωινές ώρες της 23ης Μαΐου 2006, οι Κ. Σ. και Ν. Θ., ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, αφαίρεσαν ... 9) Στην περιοχή των ..., την 20η Μαρτίου 2006, οι Κ. Σ., Ν. Θ., Π. Θ. και V. K., ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, αφαίρεσαν ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της κλοπής από κοινού κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα και εκβιάσεως κατ’ εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα, για τα οποία καταδικάσθηκε o αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 372 παρ. 1, 374 περ. ε, 385 παρ. 1 περ. γ. 94, 98 παρ. 1, 45 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο σαφώς δέχθηκε, τόσο στο σκεπτικό (σελ. 35 και 39) όσο και στο διατακτικό, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τέλεσε τις κλοπές, για τις οποίες καταδικάσθηκε, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Ν. Θ. και Π. Θ.. Η αναφορά του ονόματος του Γ. Θ., ο οποίος έχει αθωωθεί, στην περιγραφή στο σκεπτικό των ως άνω μερικότερων πράξεων με αύξ. αριθ. 6, 7, 8 και 9, η οποία (αναφορά) δεν γίνεται, κατά τα προαναφερθέντα, στις αντίστοιχες περιπτώσεις στο διατακτικό, οφείλεται σε φανερή παραδρομή. β) Όσον αφορά την πράξη της εκβιάσεως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο παθών Κ. Σ. κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 1.000 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε, ενώ η αυτή πράξη σε βάρος του Α. Ρ. παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Η, εμπεριεχόμενη στον τρίτο λόγο, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως της προανακριτικής καταθέσεως του παθόντος Κ. (αναφέρεται στο αναιρετήριο "Α.") Σ. είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε στη μεν πρώτη περίπτωση η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 36 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στη μείωση της ποινής του κατηγορουμένου αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά το στάδιο της αγορεύσεώς του, ζήτησε να αναγνωρισθεί στον εντολέα του (και) το ελαφρυντικό του άρθρου 36 του ΠΚ. Ο αυτοτελής, όμως, αυτός ισχυρισμός προβλήθηκε εντελώς αόριστα, αφού γίνεται αναφορά μόνο της διατάξεως του νόμου, χωρίς επίκληση περιστατικών, τα οποία να δικαιολογούν την κρίση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεών του, είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε τον αόριστο αυτό ισχυρισμό ως αναπόδεικτο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού (τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει στα στοιχ. Α και Β), είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπ’ αριθ. εκθ. 43/14 Ιουνίου 2013 και από12 Φεβρουαρίου 2014 (με αριθ. πρωτ. 1215/2014) αιτήσεις των Π. Θ. του Λ. και Κ. Σ. του Σ., αντιστοίχως, για αναίρεση της 2391/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή