Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1673 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για ανθρωποκτονία από αμέλεια μη συνειδητή, η οποία δεν έλαβε μέτρα για να προειδοποιήσει τα χρησιμοποιούντα την οδό οχήματα για την ακινητοποίηση του οχήματός της και τον περιορισμό του ελευθέρου οδοστρώματος, με αποτέλεσμα αφενός να παρασυρθεί από διερχόμενο αυτοκίνητο και να θανατωθεί ο σταθμεύσας ήδη το όχημά του και προστρέξας για βοήθεια οδηγός του και αφετέρου να προσκρούσει στο ακινητοποιημένο και μη σημαινόμενο αυτοκίνητό της οδηγός άλλου αυτοκινήτου και να θανατωθεί. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαια της απόφασης, είτε καθολικό όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, στη δεύτερη δε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί όλων των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Παραπέμπει.





Αριθμός 1673/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειου Κουρκάκη- Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πατεράκη, περί αναιρέσεως της 912/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον χ2. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.ψ1, η οποία παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Τσούμα και 2. ψ2 η οποία παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Φίλιππο Σαμαρά και Γεώργιο Κακκαλή.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 873/2000.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικώς δε: α) μη καταβολή από το δράστη, της επιβαλλόμενης, κατ'αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προβολής είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτά διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από προηγούμενη πράξη του υπαίτιου (ενέργεια ή παράληψη) συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ'αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Ισχυρισμός όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση του αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας, δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει, επί του ισχυρισμού αυτού, ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 331 και 141 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, μόνον εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ'αυτόν και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 91/2007 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επιτρεπτώς κατ'είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν ως προς την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1-12-2000 και περί ώρα 20.30' η πρώτη κατηγορουμένη (χ1) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτ/το εκινείτο επί της ..... οδού από τη διασταύρωση ... προς διασταύρωση ..... Στο 19° χλμ του τμήματος αυτού Κοίλων Κοζάνης κόμβου .... αν και ήταν υποχρεωμένη, ως οδηγός, να επιδεικνύει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δεν κατέβαλe την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει και επέφερε, χωρίς να το προβλέψει, τον θάνατο των ψα, και ψβ. Συγκεκριμένα: οδηγούσε το πιο πάνω αυτ/το της στην προαναφερθείσα οδό, με κατεύθυνση προς τον κόμβο ....., χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και επιπλέον βαίνοντας, καίτοι ήταν νύχτα, και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός. Έτσι επιχειρώντας να πραγματοποιήσει προσπέραση προπορευόμενου οχήματος έχασε τον έλεγχο του οχήματος της, το οποίο εκτράπηκε της πορείας του, πρώτα αρχικά προς τα δεξιά και εν συνεχεία, αφού εν των μεταξύ προσέκρουσε στα υπάρχοντα στο άκρο δεξιό της οδού μεταλλικά κιγκλιδώματα, ακολούθως προς τα αριστερά, προσέκρουσε δε στο διαχωρίζον τα δύο ρεύματα πορείας τσιμεντένιο στηθαίο και ακινητοποιήθηκε σε θέση κάθετη προς τον άξονα του οδοστρώματος, αποκλείοντας ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας πλάτους 3,90 μ. από τις δύο ίσων διαστάσεων που έχει το ρεύμα πορείας στο οποίο εκινείτο, με συνέπεια να δημιουργηθεί, λόγω του επικρατούντος σκότους, του αποκλεισμού ολόκληρου του οδοστρώματος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας από το στερούμενο πλέον παντελώς φώτων αυτ/το της και της στάθμευσης στο άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας άλλων οχημάτων, των οποίων οι οδηγοί και επιβαίνοντες προσέτρεξαν προς βοήθεια της ιδίας και των επιβατών του οχήματος της, ιδιαίτερα επικίνδυνη για την κυκλοφορία των οχημάτων κατάσταση. Παρά την ύπαρξη όμως της επικίνδυνης αυτής κατάστασης η κατηγορουμένη αυτή δεν έλαβε μέτρα για να προειδοποιήσει τα χρησιμοποιούντα την οδό οχήματα για την ακινητοποίηση του οχήματος της και τον περιορισμό του πλάτους του ελεύθερου οδοστρώματος και ειδικότερα δεν τοποθέτησε καθόλου τρίγωνο σε απόσταση 100 μέτρων από το ακινητοποιημένο όχημα ή άλλη κατάλληλη συσκευή, όπως φακό κρατούμενο και ανακινούμενο από την ίδια σε κατάλληλη θέση ώστε να προειδοποιούνται οι οδηγοί για την ύπαρξη του εμποδίου, αλλά, αφού ακινητοποιήθηκε το όχημα της, εξήλθε αυτού και συζητούσε με τους σταθμεύσαντες και προστρέξαντες σε βοήθεια της οδηγούς, ζητώντας από αυτούς κινητό τηλέφωνο για επικοινωνία με εταιρία οδικής βοήθειας και τους οικείους της, ενέργειες που μπορούσε να κάνει αφού προηγουμένως είχε προβεί στις ανωτέρω αναγκαίες για την ασφάλεια των διερχομένων ενέργειες Αποτέλεσμα της δημιουργηθείσας ιδιαίτερα επικίνδυνης για την ασφάλεια της κυκλοφορίας κατάστασης εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς της να μη επισημάνει το ακινητοποιημένο όχημά της σε συνδυασμό με τα σταθμεύσαντα οχήματα που καταλάμβαναν το μισό περίπου πλάτος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, ήταν, να περιοριστεί στα δύο περίπου μέτρα το τμήμα της οδού που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη διέλευση οχημάτων και να δυσχερανθεί έτσι η κυκλοφορία με συνέπεια αφενός μεν να παρασυρθεί από τα αυτ/το του συγκατηγορουμένου της και να θανατωθεί, κατά τα εκτιθέμενα παρακάτω, ο σταθμεύσας ήδη το όχημα του και προστρέξας για βοήθεια, ψα, αφετέρου δε να προσκρούσει στο ακινητοποιημένο και μη σημαινόμενο αυτοκίνητό της ο γ1, με το ..... αυτοκίνητο που οδηγούσε και εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση, να εκτραπεί ακολούθως το αυτοκίνητο του τελευταίου της πορείας του προς τα δεξιά και να παρασύρει τον έχοντα ήδη σταθμεύσει το αυτοκίνητό του για να προσφέρει βοήθεια και ευρισκόμενο πεζό επί του οδοστρώματος, ψβ και να του προκαλέσει βαρύτατες κακώσεις θώρακα και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, οι οποίες ως μόνη ενεργή αιτία επέφεραν το θάνατό του, το αποτέλεσμα δε αυτό της αμελούς συμπεριφοράς της δεν προέβλεψε πιστεύοντας ότι δεν θα προκληθεί άλλο ατύχημα από τη δική της εκτροπή". Ακολούθως κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, ένοχη ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια κατά συρροή και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για κάθε ανθρωποκτονία και συνολικά ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την ανωτέρω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας αυτής. Περαιτέρω, με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στοιχειοθετείται το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια το οποίο τελέστηκε με άδικη και καταλογιστή πράξη σύμφωνα με τις διατάξεις των μνημονευθέντων άρθρων 28 και 302 ΠΚ, και όχι με παράλειψη, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος η οποία να πηγάζει από άλλη διάταξη νόμου. Η παράλειψη της αναιρεσείουσας να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να προειδοποιήσει τους λοιπούς που χρησιμοποιούν την οδό, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 28 ΠΚ, δηλαδή στη μη καταβολή της προσοχής από την αναιρεσείουσα που αυτή όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και δεν έχει έδαφος εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση η υπό του άρθρου 15 ΠΚ προσδιοριζόμενη έννοια της ειδικής παραλείψεως, η οποία προϋποθέτει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, προσδιοριζομένη από επιτακτικό κανόνα δικαίου. 'Ετσι, αφού το Εφετείο, δεν δέχθηκε ότι έλαβε χώρα έγκλημα από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, αλλά με πλημμελή ενέργεια, δεν χρειαζόταν να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και να αιτιολογείται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να παρεμποδίσει την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος, καθώς και ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ. Εξάλλου, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της που κατέθεσε γραπτώς και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και που συνίστανται : α) στη μη στοιχειοθέτηση της παραλείψεως της αναιρεσείουσας, β) στη μη συνδρομή αμέλειας στο πρόσωπο της και γ) στην ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ένδικης συμπεριφοράς της και του επελθόντος αποτελέσματος, λόγω διακοπής του αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως της και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος, εξ αιτίας της παρεμβληθείσας συμπεριφοράς τρίτων προσώπων, με την οποία συνδέεται αιτιωδώς το εγκληματικό αποτέλεσμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί στο σύνολό τους συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή τους. '’λλωστε, αιτιολογείται η απόρριψή τους με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο σκεπτικό αυτής για την ενοχή της. Πέραν τούτων οι πιο πάνω ισχυρισμοί υποβλήθηκαν από τους συνηγόρους υπεράσπισης της αναιρεσείουσας εγγράφως, χωρίς να αναπτυχθούν προφορικά από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς προβλήθηκαν απαραδέκτως και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε, όπως προαναφέρθηκε, υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτους ισχυρισμούς. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγο της ένδικης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για : α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο από αυτούς με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.
Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.2 ΚΠοινΔ, κατά την οποία "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι" προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και από τους λόγους της, μπορεί δε να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται το σύνολο της αποφάσεως, είτε μερικό, όταν πλήττονται ορισμένα κεφάλαιά της. Το καθολικό ή μερικό της μεταβιβάσεως μπορεί να προκύπτει ρητώς από τη δήλωση του εκκαλούντος ή να συνάγεται σιωπηρώς από τους προσβαλλόμενους λόγους. Αν από τη δήλωση του εκκαλούντος ή από τη φύση των προβαλλομένων λόγων εφέσεως, δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι πλήττεται μέρος μόνον της αποφάσεως, η μεταβίβαση θεωρείται καθολική. 'Όταν ο εκκαλων-κατηγορούμενος παραπονείται με την έφεση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κατηγορία γενικά, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα είναι καθολικό και το Εφετείο οφείλει να κρίνει ολόκληρη την απόφαση. Εξάλλου, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί εκκληθέντων μερών της πρωτόδικης απόφασης, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσίά του και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από το δικόγραφο της εφέσεως και από την πρωτόδικη υπ'αριθμ. 2543/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο, αφού αυτό είναι αναγκαίο για την έρευνα της βασιμότητας του τελευταίου λόγου αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη καταδικάστηκε πρωτοδίκως με την υπ'αριθμ. 2543/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης όχι μόνο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή με παθόντες τους ψα και ψβ, αλλά και για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή, με παθόντες τους 1) ....., 2) γ1 3) .... 4) ..... και 5) χ2, για την οποία της επιβλήθηκαν αυτοτελώς οι εξής ποινές: α) φυλάκιση έξι (6) μηνών για τη σωματική βλάβη σε βάρος του γ1 και β) φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών για κάθε μία από τις υπόλοιπες τέσσερες σωματικές βλάβες. Οι ποινές αυτές συνεπιμετρήθηκαν με τις ποινές φυλακίσεως που της επιβλήθηκαν για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και καθορίστηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα πέντε (35) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Κατά της ανωτέρω υπ'αριθμ. 2543/2002 καταδικαστικής αποφάσεως η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε, όπως εδικαιούτο, την με αριθμό εκθέσεως 220/20-11-2002 έφεση με το ακόλουθο περιεχόμενο "... ασκεί έφεση κατά 2543/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης με την οποία καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία ψβ, ανθρωποκτονία ψα, για σωματική βλάβη γ1 και για κάθε άλλη σωματική βλάβη σε Σ.Π.Φ. (35) μηνών. Η έφεση να έχει ανασταλτική δύναμη. Αναστέλει 3ετία-χρ. ικανοποίηση η αιτηθείσα και στα έξοδα της δίκης, και ζήτησε την παραδοχή της έφεσης του και την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης γιατί το παραπάνω δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο, και έτσι κήρυξε αυτήν ένοχη για έγκλημα που δεν έκανε και της επέβαλε πολύ μεγάλη ποινή". Με το περιεχόμενο αυτό της εν λόγω εφέσεως συνάγεται με σαφήνεια και κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι με την έφεσή της αυτή η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη πλήττει την πρωτόδικη υπ'αριθμ. 2543/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αλλά και για τις πράξεις των σωματικών κακώσεων από αμέλεια κατά συρροή και για τον λόγο αυτό το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της ανωτέρω εφέσεως είναι καθολικό. Το επιληφθέν της εφέσεως Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας αντί να ερευνήσει, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα του ενδίκου αυτού μέσου, την υπόθεση στο σύνολό της, περιορίστηκε μόνο στην έρευνα της κατηγορίας για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και παρέλειψε να αποφανθεί επί του άλλου κεφαλαίου της προσβληθείσας με την έφεση αποφάσεως, δηλαδή για τις πράξεις των σωματικών κακώσεων από αμέλεια κατά συρροή. Με τον τρόπο όμως αυτός υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του κατά τον βάσιμο περί τούτου τελευταίο λόγο της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο για να ασκήσει την εξουσία του (προβαίνοντας αν χρειαστεί, και σε καθορισμό συνολικής ποινής με τις παραμένουσες για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή ποινές), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 91/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, μόνο κατά το μέρος που παρέλειψε να αποφανθεί επί του εκκληθέντος από την αναιρεσείουσα καταδικαστικού, για σωματικές κακώσεις από αμέλεια κατά συρροή κεφαλαίου της 2543/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για να ασκήσει την αναφερόμενη στο σκεπτικό εξουσία του και να προβεί, αν αυτό χρειαστεί, σε καθορισμό νέας κατά τα εν τω σκεπτικώ συνολικής ποινής. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20 Απριλίου 2007 αίτηση της χ1 για αναίρεση της ίδιας (91/2007) απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή