Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1255 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Αποχή αποφάσεως, Απόφαση ανέκκλητη.




Περίληψη:
Έννοια τελεσίδικης αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Οι ανέκκλητες αποφάσεις θεωρούνται ως υποδιαίρεση των υπό ευρεία έννοια τελεσίδικων αποφάσεων. Στην έννοια του όρου «τελεσίδικη απόφαση» περιλαμβάνονται αμφότερες οι κατηγορίες αποφάσεων, που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, ήτοι όχι μόνον οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και εκείνες που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση. Η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά ανέκκλητης αποφάσεως αρχίζει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 ΚΠΔ, ήτοι από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο. Εάν ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου πρότεινε την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης και το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου καταλήγει στην κρίση ότι η αναίρεση είναι παραδεκτή, απέχει τούτο να αποφασίσει μέχρι να προτείνει ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου επί της ουσίας.





Αριθμός 1255/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Τύπα, περί αναιρέσεως της 16640/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 13 Σεπτεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 788/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Νόμου 969/1979 παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση", που συναντάται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μόνο στην ανωτέρω διάταξη, χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως, που δεν μπορεί να προσβληθεί από τα τακτικά ένδικα μέσα που προβλέπονται από τον νόμο, και ως τέτοιο ένδικο μέσο προβλέπεται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος., ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου. Ενώ, όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή, δικαιούται αυτός να ασκήσει το τακτικό ένδικο μέσο (της έφεσης) ανεξαρτήτως "λόγου", για να αποκατασταθεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Περαιτέρω, έχει επικρατήσει από μακρού στην ελληνική νομική ορολογία να χαρακτηρίζονται ως "ανέκκλητες" οι αποφάσεις που, από την έκδοσή τους, δεν υπόκεινται σε έφεση, οι εν λόγω δε αποφάσεις θεωρούνται ως υποδιαίρεση των υπό ευρεία έννοια τελεσίδικων αποφάσεων. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση" του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων, που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 Κ.Π.Δ., δηλαδή όχι μόνο οι αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις εκείνες οι οποίες, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση. Τη λύση αυτή επιβάλλει όχι μόνον η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά και η ανάγκη στην οποία στοχεύει, κατά τα προαναφερόμενα, η οποία συντρέχει τόσο για τις αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, όσο και στις αποφάσεις που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως, Επομένως η προθεσμία, περί της οποίας προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ. 1α' και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, αρχίζει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο (ΟλΑΠ. 6/2002). Εξ άλλου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 32 ΚΠΔ ορίζεται ότι "καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας" και στην παράγραφο 4 "ο εισαγγελέας έχει υποχρέωση να υποβάλλει πάντοτε, προφορικά ή γραπτά, προτάσεις αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση του δικαστηρίου ή του ανακριτή". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Πριν από κάθε απόφαση δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, πρέπει να ακούγεται ο εισαγγελέας, ο οποίος υποβάλλει πάντοτε σχετική πρόταση. Έτσι, εάν ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πρότεινε την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης και το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου καταλήγει στην κρίση ότι η αναίρεση είναι παραδεκτή, απέχει τούτο να αποφασίσει μέχρι να προτείνει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επί της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Μαριάννα Τύπα. Η ποινή που του επιβλήθηκε με την Α.Μ. 16.640/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, δηλαδή της φυλακίσεως των δύο (2) μηνών είναι ανέκκλητη. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2005, χωρίς να έχει καταχωριστεί, καθαρογραφημένη, στο ως άνω τηρούμενο από τη γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου, βιβλίο, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 11 Απριλίου 2007. Επομένως, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, αφού η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απόφαση, ως ανέκκλητη, περιλαμβάνεται στις τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις, που καταχωρίζονται στο ειδικό βιβλίο, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από την καταχώριση της αποφάσεως στο ως άνω βιβλίο. Κατά συνέπεια, η άσκηση της αναιρέσεως έγινε εμπρόθεσμα και, ως τέτοια, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, πλην όμως το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δεν υπεισέρχεται στην περαιτέρω ουσιαστική έρευνα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει πρόταση του Εισαγγελέα αυτού του Δικαστηρίου επί της ουσίας, αφού προτείνεται από τον τελευταίο μόνο το απαράδεκτο της αναιρέσεως, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., λόγω του εκπροθέσμου.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ, τυπικά την αίτηση του χ1 για αναίρεση της 16.640/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
ΑΠΕΧΕΙ να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης, προς το σκοπό της υποβολής από τον παραπάνω Εισαγγελέα σχετικής πρότασης,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ