Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 188 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια (παράσυρση και τραυματισμός πεζού από ΙΧ αυτοκίνητο). Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν γίνεται εξειδίκευση της σωματικής επαφής του θύματος με το όχημα κατά τον κρίσιμο χρόνο που αυτό αιφνιδιαστικά ξεκίνησε. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 188/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα, περί αναιρέσεως της 407/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1384/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος Χ, διατηρούσε από το έτος 2000 ερωτικό δεσμό με τη Α, θυγατέρα του μηνυτή που έχει ήδη αποβιώσει. Κατά το πρώτο εικοσαήμερο του μηνός Ιουνίου του 2002 η Α ζήτησε από τον κατηγορούμενο να διακόψουν τη σχέση τους, γεγονός που δεν αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος. Την 26-6-2002 και περί ώρα 22.00 η Α συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, προκειμένου να συζητήσουν για την προοπτική της συναισθηματικής σχέσης που τους συνέδεε. Περί ώρα 23.00 ο κατηγορούμενος και η Α με το αυτοκίνητό του που είναι ένα τζιπ επέστρεφαν προς την οικία της Α , που βρίσκεται στην ..... επί της οδού ..... αρ. ... . Όταν έφθασαν στη συμβολή των οδών ..... και ..... , ο κατηγορούμενος στάθμευσε "πρόχειρα" στην οδό ..... πάνω στο οδόστρωμα, παράλληλα προς άλλο σταθμευμένο όχημα. Ο πατέρας της Α, Β, που ανησυχούσε για την καθυστερημένη επιστροφή της θυγατέρας του στην οικία τους, είχε κατευθυνθεί στο σιδηροδρομικό σταθμό του ....., προκειμένου να περιμένει την κόρη του, που κατά τα συνηθισμένα θα επέστρεφε από την εργασία της. Επειδή δεν συνάντησε την κόρη του στο σταθμό, αποφάσισε να επιστρέψει στην οικία του. Κατά την επιστροφή του συνάντησε την κόρη του και τον κατηγορούμενο που επέβαιναν στο αυτοκίνητό του, το οποίο είχε σταθμεύσει όπως ανωτέρω εκτίθεται. Επειδή, η Α δεν αποβιβάστηκε αμέσως από το αυτοκίνητο, ο πατέρας της κατελήφθη από έντονη ανησυχία, καθόσον ήταν δύσπιστος ως προς τις αγαθές προθέσεις του κατηγορούμενου, επειδή ο τελευταίος δεν αποδεχόταν την απόφαση της κόρης του να διακόψουν το συναισθηματικό δεσμό τους. Λόγω της ανησυχίας του και θέλοντας να επισπεύσει την αποβίβαση της κόρης του από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, πλησίασε το αυτοκίνητο αρχικά από την πλευρά της θέσης του οδηγού και ακολούθως περνώντας από την εμπρόσθια πλευρά του πλησίασε την κόρη από την πλευρά της πόρτας του συνοδηγού και πολύ ενοχλημένος από τη συμπεριφορά της να ενδώσει στις πιέσεις του κατηγορούμενου και να συναντηθεί το βράδυ εκείνο μαζί του, παρά το γεγονός ότι η ίδια ήθελε να θέσει τέρμα στη σχέση τους πιάστηκε από το μισάνοικτο παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού άρχισε να επιπλήττει έντονα τη θυγατέρα του για τη συμπεριφορά της αυτή, ζητώντας να κατέβει αμέσως από το αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε όλες τις ως άνω κινήσεις του Β και το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε οπωσδήποτε σωματική επαφή με το αυτοκίνητό του κατά τη διάρκεια των λεκτικών διαξιφισμών αυτού με την κόρη του, δεδομένου μάλιστα ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην απολογία του καταθέτει ότι αντιλήφθηκε τον Β να περνά το χέρι του από το μισάνοικτο παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού και να αρπάζει την κόρη του από τα μαλλιά. Επίσης ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το γεγονός ότι ο Β είχε σωματική επαφή με το αυτοκίνητό του, δεδομένου ότι είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητό του και δεν οδηγούσε, ώστε να είναι απασχολημένος με την οδήγηση και να είναι στραμμένη αλλού η προσοχή του, αλλά ακριβώς είχε στραμμένη την προσοχή του προς τα δεξιά και άκουγε τους διαξιφισμούς του Β και της κόρης του. Ο κατηγορούμενος, όμως, και ενώ ο Β είχε ακόμη σωματική επαφή με το δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του από τη μεριά της θέσης του συνοδηγού, αιφνιδιαστικά έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητό του και ανέπτυξε ταχύτητα, για να αφήσει παρακάτω τη Α ώστε να κατέβει. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια ο Β, ο οποίος εκείνη τη στιγμή είχε ακόμη σωματική επαφή με το αυτοκίνητο, να χάσει την ισορροπία του αμέσως μετά την αιφνιδιαστική εκκίνηση του αυτοκινήτου και να επιπέσει στο έδαφος, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να υποστεί ρωγμώδες κάταγμα υποκεφαλικό (ΔΕ) βραχιονίου και πλήρη υποκεφαλικό κάταγμα (ΔΕ) μηριαίου. Οι σωματικές αυτές κακώσεις αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά με τοποθέτηση ήλων και συνεστήθη ακινησία για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός. Αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό του Β είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος έθεσε αιφνιδιαστικά σε κίνηση το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ο Β δεν είχε πλέον σωματική με μέρος του οχήματος, ενώ αυτός είχε σωματική επαφή, πράγμα που μπορούσε να αντιληφθεί αν επιδείκνυε την προσοχή την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφού βρισκόταν σε απόσταση το πολύ ενός μέτρου από τον Β, και έτσι δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απλής σωματικής βλάβης, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών αυτού. Πρέπει όμως να χορηγηθεί σ'αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2α Π.Κ., καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός έως το χρόνο που έγινε η πράξη του έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια,, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος (άρ.28, 314 παρ.1 και 84 παρ.2α ΠΚ), καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο ειδικώς αιτιολογεί την κρίση του γιατί ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο παθών Β είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το αυτοκίνητο που οδηγούσε, σωματική επαφή με τον κατηγορούμενο, όταν αυτός "αιφνιδιαστικά έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητο του και ανέπτυξε ταχύτητα ...," με συνέπεια "ο Β, ο οποίος εκείνη τη στιγμή είχε ακόμη σωματική επαφή με το αυτοκίνητο, να χάσει την ισορροπία του αμέσως μετά την αιφνιδιαστική εκκίνηση του αυτοκινήτου και να επιπέσει στο έδαφος", με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να υποστεί τις ανάφερόμενες στην απόφαση σωματικές κακώσεις, οφειλόμενες αποκλειστικά στην (μη συνειδητή) αυτή αμέλεια του κατηγορουμένου, συνισταμένη στο ότι αυτός "έθεσε αιφνιδιαστικά σε κίνηση το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ο Β δεν είχε πλέον σωματική με μέρος του οχήματος, ενώ αυτός είχε σωματική επαφή, πράγμα που μπορούσε να αντιληφθεί αν επιδείκνυε την προσοχή την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφού βρισκόταν σε απόσταση το πολύ ενός μέτρου από τον Β, και έτσι δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του". Ετσι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία "στο ουσιώδες ζήτημα του προσδιορισμού - της εξειδίκευσης, αφενός μεν, της σωματικής επαφής του Β με το όχημα μου κατά τον κρίσιμο χρόνο της αιφνιδιαστικής κίνησης αυτού εκ μέρους μου την 26-6-2002 και, αφετέρου δε, του ακριβούς σημείου του δεξιού μέρους του οχήματος μου με το οποίο είχε εκείνος σωματική επαφή ...", είναι αβάσιμες, αφού με λεπτομέρεια εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης οι συνθήκες του τραυματισμού του παθόντος, από τις οποίες προκύπτει η αμέλεια του κατηγορουμένου για τον τραυματισμό αυτό, χωρίς να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά και εξειδίκευση των επιπλέον διαλαμβανομένων στην αίτηση στοιχείων (με ποιο ακριβώς μέρος -χέρι, πόδι, κορμός- του σώματος του είχε ο παθών επαφή με το όχημα, καθώς και το ακριβές σημείο του δεξιού μέρους του αυτοκινήτου με το οποίο είχε αυτός σωματική επαφή), προκειμένου, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, "να δύναται έτσι να διαπιστωθεί εάν εγώ, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη προσοχή, όντως μπορούσα ή όχι να αντιληφθώ τη συγκεκριμένη σωματική επαφή".Οι τελευταίες μάλιστα αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ακολούθως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24/7/2008 (αρ. πρωτ. 6600/28-7-2008) αίτηση (δήλωση) αναίρεσης του Β για αναίρεση της 407/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή