Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1969 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Κατηγορίας μεταβολή, Ακυρότητα σχετική.




Περίληψη:
Μετά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου, γίνεται συζήτηση για την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, οπότε, επί ποινή απόλυτης ακυρότητας, δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τελευταία στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του, χωρίς να απαιτείται να δοθεί σ’ αυτούς και πάλι ο λόγος για την τυχόν επιβολή συνολικής ποινής. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο περί απολύτου ακυρότητας λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο που τον εκπροσώπησε επί της επιβλητέας συνολικής ποινής. Μεταβολή κατηγορίας. Πότε υπάρχει. Δεν αποτελεί ο ακριβέστερος προσδιορισμός των περιστατικών της πράξεως. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται Τυχόν ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως είναι σχετική και καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως. Αν προταθεί και απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί να προβληθεί ως λόγος εφέσεως. Το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, μόνον για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως. Ασφαλιστικές εισφορές. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών τέτοιων εισφορών. Αναστολή εκτελέσεως της ποινής που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Το δικαστήριο οφείλει αυτεπαγγέλτως να ερευνά τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και να αιτιολογεί ειδικώς την απορριπτική του κρίση. Αναιρεί εν μέρει ως προς τη μετατροπή της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική. Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.





Αριθμός 1969/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, περί αναιρέσεως της 4943/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1309/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ.1, 3 και 371 παρ.3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ακολουθεί αμέσως συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί, οπότε, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα, δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τους λοιπούς διαδίκους και τελευταία στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του, χωρίς να απαιτείται να δοθεί σ'αυτούς και πάλι ο λόγος επί της τυχόν συνολικής ποινής, αφού μία και μόνον απόφαση περί ποινής εκδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4943/2007 απόφαση του κατ'έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά την κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου μη καταβολής στο ΙΚΑ εργοδοτικών εισφορών και υπεξαιρέσεως εργατικών εισφορών, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, προκειμένου να προτείνει για τις επιβλητέες ποινές, ο οποίος πρότεινε να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε πράξη. Ακολούθως έλαβε το λόγο ο συνήγορος που εκπροσώπησε στη δίκη τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, ο οποίος ζήτησε "το ελάχιστο όριο της ποινής".
Στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε πράξη και συνολικές ποινές φυλακίσεως ενός έτους και έξι μηνών και χρηματικής 4.000 ευρώ, χωρίς να δοθεί εκ νέου ο λόγος στον προαναφερθέντα συνήγορο του αναιρεσείοντος μετά την πρόταση του Εισαγγελέα ως προς τις συνολικές ποινές. Εξ αυτού, όμως, δεν προκλήθηκε ακυρότητα, αφού δεν ήταν απαραίτητο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να δοθεί εκ νέου ο λόγος επί της συνολικής ποινής. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον εκπροσωπήσαντα τον αναιρεσείοντα συνήγορό του επί των επιβλητέων συνολικών ποινών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί Μεταβολή κατηγορίας, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Α' και 171 παρ.1 εδ.β' ΚΠοινΔ, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα, υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει στην καταδίκη του κατηγορουμένου για πράξη ουσιωδώς διαφορετική κατά τα αντικειμενικά στοιχεία από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και εισήχθη αυτός σε δίκη και όχι όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη, όπως όταν καθορίζεται σαφέστερα ο τρόπος τελέσεως της αυτής πράξεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 501 παρ.1, 3 και 4 ΚΠοινΔ, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, το εφετείο έχει την εξουσία να εξετάσει την υπόθεση σε όλες τις πλευρές της που αφορούν οι λόγοι εφέσεως και να πράξει ό,τι θα έπραττε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προϋπόθεση της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή, μεταβολή κατηγορίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που συνεπάγεται την κατά τα ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία το Εφετείο καταδίκασε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε αυτός σε δίκη και όχι από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, για την έρευνα της βασιμότητας του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με το 6838/7-11-2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κλητεύθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι, με την ιδιότητά του ως εργοδότη της ατομικής επιχειρήσεως Βαφεία-Φινιριστήρια (ΑΜ 9201669903) Τσιμισκή 11, δεν κατέβαλε τις βαρύνουσες αυτό εργοδοτικές και εργατικές εισφορές ύψους 227.616,14 ευρώ και 113.808,06 ευρώ αντιστοίχως. Με την 45163/2006 απόφαση του ανωτέρω Μονομελούς Πλημμελειοδικείου καταδικάσθηκε για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, αλλά με την ιδιότητα του εργοδότη-Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας "DEMOCHROM ΑΕ" -Τσιμισκή 11. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό κατόπιν της από 2-11-2006, με αριθμό εκθέσεως 2520/2006 εφέσεως του κατηγορουμένου, με την οποία παρεπονείτο αυτός για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κατηγορία, εξέδωσε επ'αυτής την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις ίδιες ως άνω κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις πράξεις, αλλά με την ιδιότητα του εργοδότη της ατομικής επιχειρήσεως Βαφεία-Φινιριστήρια (Α.Μ. 9201669903) Τσιμισκή 11, δηλαδή με την ίδια ιδιότητα υπό την οποία είχε ασκηθεί εναντίον του η ποινική δίωξη και εισήχθη να δικασθεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο είχε την εξουσία, όπως προεκτέθηκε, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, να εξετάσει την υπόθεση όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το δε επιτρεπτό της αλλαγής της ιδιότητας του αναιρεσείοντος εξετάζεται σε σχέση με την πράξη για την οποία είχε αυτός παραπεμφθεί σε δίκη και όχι σε σχέση με την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, παρέπεται ότι δια της ανωτέρω αλλαγής της ιδιότητας του αναιρεσείοντος δεν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας από το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ'αυτόν εγγράφου που περιέχει, επί ποινή ακυρότητας, ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ.1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας και καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως (άρθρα 173 παρ.1, 174 ίδιου Κώδικα). Αν προταθεί εγκαίρως από τον κατηγορούμενο και η σχετική ένσταση απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί ως λόγος εφέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠοινΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνον για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα της βασιμότητας του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, για του συνηγόρου που τον εκπροσώπησε στη δίκη ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλε εγκαίρως ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο είχε κλητευθεί για να δικασθεί για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, ένσταση η οποία απορρίφθηκε με την 45163/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως από 2-11-2006, με αριθμό εκθέσεως 2520/2006, έφεσή του, ο αναιρεσείων δεν προσέβαλε ειδικώς την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως, την οποία επανέλαβε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορριφθείσα με παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης και συμπροσβάλλεται με αυτήν. Εφόσον, όμως, η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβλήθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως ως προς την απόρριψη της περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ενστάσεως, δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την υπ'αυτής απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτή, πέραν και ανεξαρτήτως της υπάρξεως τέτοιας αιτιολογίας στην ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του α.ν.86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει ' τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου α.ν.1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν.1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους εργαζομένους σ'αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο ήταν ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 αποφάσεως πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σ'αυτήν τα κρίσιμα για τη θεμελίωση των δύο ανωτέρω αξιόποινων πράξεων περιστατικά, που είναι ή σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, τα εξής: Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 3-04 μέχρι 10-04 απασχόλησε με αμοιβή ως εργοδότης στην ατομική του επιχείρηση Βαφεία Φινιριστήρια (Α.Μ. 9201669903) επί της οδού Τσιμισκή 11, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλε σ'αυτό (ΙΚΑ) όπως είχε υποχρέωση, για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού, εντός τριάντα ημερών από το τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα του άνω διαστήματος στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, εργοδοτικές εισφορές που τον βάρυναν, ποσού 227.616, 14 ευρώ και δεν απέδωσε σ'αυτό (ΙΚΑ) εντός της ανωτέρω προθεσμίας, εργατικές εισφορές ποσού 113.808,06 ευρώ, τις οποίες παρακράτησε από τους εργασθέντες στην επιχείρησή του (εννοείται από τις αποδοχές τους). Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, όπως προεκτέθηκε για πράξεις που έλαβαν χώρα την 1-5-2004 και 1-12-2004 και του επέβαλε τις προαναφερθείσες συνολική ποινή φυλακίσεως που μετατράπηκε σε χρηματική και συνολική χρηματική ποινή. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικώς στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 86/1967 και του άρθρου 375 ΠΚ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, πόσοι ήταν οι μισθωτοί που απασχολήθηκαν στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ποιες ήταν οι αποδοχές τους, διότι τα εν λόγω στοιχεία δεν αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του αν. 86/1967, β) από το γεγονός ότι στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, μνημονεύονται και "τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο", ενώ από τα πρακτικά προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν μόνον τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, διότι, ελλείψει αναγνώσεως άλλων εγγράφων, καθίσταται βέβαιο ότι δεν συνεκτιμήθηκαν τέτοια αποδεικτικά μέσα, γ) το σκεπτικό της αποφάσεως δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, θα αρκούσε, καθόσον το περιεχόμενο του εν λόγω διατακτικού πληροί την απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως, δ) αναφέρεται στην αιτιολογία της αποφάσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, καθώς και η ιδιότητα του τελευταίου ως εργοδότη ατομικής επιχειρήσεως, ε) από το μνημονευόμενο χρονικό διάστημα απασχολήσεως των μισθωτών προκύπτει σαφώς και ο χρόνος τελέσεως των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, τοποθετούμενος την 1η ημέρα των μηνών από Μαΐου 2004 έως Δεκεμβρίου 2004 και στ) δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, εξυπακούεται δε η ύπαρξη του από την πραγμάτωση αυτών, ενόψει του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν απαιτούνται για την ύπαρξή του πρόσθετα στοιχεία, ούτε πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά τα λοιπά σκέλη του, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 99 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο, με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μικρότερη των δύο ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλακίσεως του ενός έτους και έξι μηνών, ήτοι μικρότερη των δύο ετών, επειδή έκρινε κατά λέξη "ότι συντρέχει περίπτωση μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική, δοθέντος ότι δεν πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής αυτής, αφού ούτε ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου έχει επισυναφθεί στη δικογραφία, ούτε είναι δυνατό, λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου, να διαπιστωθεί κατόπιν σχετικής του δηλώσεως αν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως ή όχι για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι η κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ επιβαλλόμενη για την αιτιολόγηση ειδικώς της αρνητικής κρίσεως του δικαστηρίου ως προς την αναστολή της μη υπερβαίνουσας τα δύο έτη ποινής φυλακίσεως, καθόσον δεν αναφέρει πραγματικά γεγονότα που επειδή συνέτρεχαν απέκλειαν την αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής, η δε μνεία ότι δεν προσκομίσθηκε δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αιτιολογία. Επομένως, έτσι που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο υπέπεσε στην ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ πλημμέλεια, η οποία προβάλλεται με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως, αλλά και στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη (άρθρο 511 ΚΠοινΔ), αφού προέβη στη μετατροπή της ως άνω ποινής φυλακίσεως χωρίς να έχει αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του για μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, ως βάσιμοι, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 4943/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως σε χρηματική.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 2 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της ίδιας (με αριθμό 4943/2007) αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Αυγούστου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ