Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 172 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Οπισθογράφηση κομιστή προς τράπεζα για είσπραξη, σε πίστωση λογαριασμού αυτού, με τη φράση «αξία σε πίστωση λογαριασμού», την μετατρέπει μεν σε λογιστική επιταγή, πλην παραμένει νόμιμος κομιστής και δικαιούχος σε έγκληση ο άνω κομιστής και όχι η τράπεζα που την ανέλαβε από τον κομιστή πελάτη της για είσπραξη και την εμφάνισε σε άλλη την πληρώτρια τράπεζα, όπου και σφραγίστηκε ως ακάλυπτη. Επομένως, γίνεται δεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Η΄ του ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 79 Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε δια άρθρου 4 παρ. 1 α΄ Ν. 2408/1996 και για υπέρβαση εξουσίας και αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, που κήρυξε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, με την εσφαλμένη αιτιολογία, ότι η κομίστρια της άνω επιταγής που είχε ως άνω οπισθογραφήσει την σε χείρας της ευρισκόμενη επιταγή, δεν ήταν κομίστρια και δικαιούχος εγκλήσεως, παρά μόνο η λήπτρια τράπεζα που την σφράγισε (ΟλΑΠ 23/2007, 24/2007, 29/2007, 411/2008, 683/2007, 1020/2007, 1655/2007).




ΑΡΙΘΜΟΣ 172/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 23084/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μεταξά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 64/ 5 Δεκεμβρίου 2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2042/2007.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3του ΚΠοινΔ.

Το άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, μετά και την προσθήκη σε αυτό, με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α' του ν. 2408/1996, παραγράφου 5, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, (άρθρο 7 του ως άνω νόμου), ορίζει ότι εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών... Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δικαίωμα εγκλήσεως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει ο αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών. Τέτοιος δε κατά τα άρθρα 19, 20, 40, 42, 44 και 46 του Ν.5960/1933 είναι οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, δηλαδή όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος ο οποίος κατέστη κομιστής, πληρώνων αναγωγικώς την επιταγή μετά την εμφάνισή της (Ολ.ΑΠ 23,24,29/2007).
Περαιτέρω το άρθρο 39 του ιδίου ως άνω ν. 5960/1933, ορίζει ότι: "Ο εκδότης, ως και ο κομιστής της επιταγής δύναται να απαγορεύσει την εις χρήμα πληρωμήν αυτής, καταχωρίζων εις το έμπροσθεν μέρος αυτής πλαγίως την μνείαν "πληρωτέαν εις λογαριασμόν" ή ισοδύναμον φράσιν. Εν τη περιπτώσει ταύτη η επιταγή δύναται να παράσχει από μέρους του πληρωτού αφορμήν μόνον εις λογιστικόν κανονισμόν (πίστωσις εις λογαριασμόν γύρος ή συμψηφισμός). Ο λογιστικός κανονισμός ισχύει ως πληρωμή. Η διαγραφή της μνείας "πληρωτέα εις λογαριασμόν" θεωρείται μη γενομένη". Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λογιστική επιταγή και η λειτουργία αυτής (λογιστικής επιταγής) έγκειται στη διενέργεια της πληρωμής της υποχρεωτικώς με λογιστική πράξη χωρίς την καταβολή μετρητών. Διακριτικό γνώρισμα της επιταγής αυτής είναι η επ' αυτής σημειούμενη ρήτρα "εις λογαριασμόν" ή μία άλλη ισοδύναμη φράση, η οποία μπορεί να γράφεται με οποιονδήποτε τρόπο (χειρογράφως ή με μηχανικό μέσο) και να γίνεται σε κάθε επιταγή. Η σημείωση της ρήτρας αυτής γίνεται είτε από τον εκδότη είτε από τον κομιστή -χωρίς να απαιτείται να συνοδεύεται από υπογραφή- ενώ μπορεί, η εκδιδόμενη ως συνήθης (κοινή) επιταγή να μετατρέπεται από τον κομιστή της σε λογιστική. Ο λογιστικός κανονισμός της εν λόγω επιταγής μπορεί να γίνει με: α) την πίστωση σε λογαριασμό, β) τον γύρο και γ) τον συμψηφισμό. Πίστωση σε λογαριασμό υπάρχει όταν ο κομιστής της επιταγής έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, οπότε για την πληρωμή της επιταγής πιστούται ο λογαριασμός αυτός. Γύρος με την έννοια του νόμου υπάρχει όταν ο κομιστής δεν έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά σε άλλο τραπεζίτη, οπότε για την πίστωση του λογαριασμού του απαιτείται η μεταφορά του ποσού της επιταγής στο λογαριασμό του άλλου Τραπεζίτη, ενώ με συμψηφισμό πληρώνεται η επιταγή μέσω του συμψηφιστικού γραφείου. Στη προκείμενη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί την αναίρεση, της με αριθ. 23084/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη η κατά του Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως από το δικαιούμενο κομιστή, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: Ο Χ, στις 25-3-2006 εξέδωσε στην ...., σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία ".... ΟΕ", τη με αριθ. ... επιταγή ποσού 7.900 ευρώ, πληρωτέα στην τράπεζα ALPHA BANK, κατάστημα .... Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την άνω λήπτρια εταιρεία στον ..., από αυτόν με άλλη οπισθογράφηση μεταβιβάστηκε στον... και από τον τελευταίο μεταβιβάστηκε με νόμιμη οπισθογράφηση στην εγκαλούσα Ψ, η οποία κατέστη έτσι νόμιμη κομίστρια της επιταγής αυτής, λόγω αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων. Η εν λόγω κομίστρια λόγω του ότι δεν τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην άνω πληρώτρια τράπεζα, εμφάνισε την επιταγή αυτή εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην τράπεζα " ERG Eyrobank ΑΕ", στην οποία τηρούσε ατομικό λογαριασμό, αφού την μετέτρεψε σε λογιστική επιταγή, με την έννοια όχι της πληρωμής σε μετρητά, αλλά σε πίστωση του λογαριασμού της, με την προσθήκη επί του σώματος της παραδοθείσας επιταγής της φράσεως " πληρώσατε σε διαταγή - Τράπεζα EFR EΥΡΟΒΑΝΚ AE, αξία σε πίστωση λογαριασμού". Η άνω τράπεζα εμφάνισε την επιταγή αυτή εμπρόθεσμα στις 29-3-2006 προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα ALPHA BANK ΑΕ, αλλά δεν πληρώθηκε και σφραγίστηκε, για έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό του εκδότη. Με βάση αυτά που προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, κομίστρια της εν λόγω ακάλυπτης επιταγής είναι η εγκαλούσα Ψ και όχι η τράπεζα Eyrobank, στην οποία οπισθογραφήθηκε απλώς και μόνο προς το σκοπό πιστώσεως του λογαριασμού της άνω εγκαλούσας που τηρούσε στην τράπεζα Eyrobank.
Συνεπώς, δεν μεταβιβάστηκε η επιταγή αυτή κατά κυριότητα στην τράπεζα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος και η εν λόγω Ψ, ως νόμιμη κομίστρια από οπισθογράφηση, εδικαιούτο, κατά τα προεκτεθέντα, να υποβάλει την έγκληση κατά του κατηγορουμένου εκδότη της ακάλυπτης επιταγής Χ, πράγμα το οποίο και έπραξε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 23-6-2006 ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης όμως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα αντίθετα, ότι δηλαδή η άνω εγκαλούσα δεν εδικαιούτο σε υποβολή εγκλήσεως κατά του εκδότη της παραπάνω ακάλυπτης επιταγής κατηγορουμένου και στη συνέχεια κήρυξε απαράδεκτη της ασκηθείσα ποινική δίωξη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 19,20,39,40,42,46 και 79 παρ.5 του ν. 5960/1933, όπως το τελευταίο άρθρο 79 αντικ. με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και η παρ.5 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 α του ν.2408/1996, του άρθρου 63 ΚΠοινΔ και 914,932 του ΑΚ και υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, κατά τους βάσιμους σχετικούς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 23084/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ