Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1889 / 2017    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Έξοδα.




Περίληψη:
Αναίρεση κατηγορουμένων. Κατ' εξακολούθηση κακουργηματική πλαστογραφία
οφέλους ανω των 120.000 ευρώ. Κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη
οφέλους άνω των 120.000 ευρώ. Απλή συνέργεια σε κακουργηματική πλαστογραφία.
Πραγματογνωμοσύνη. Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αβάσιμοι οι
λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει αναίρεση. Επιβάλλει έξοδα.





Αριθμός 1889/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιτάρα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2)Ι. Χ. του Π., κατοίκου ... και 3)Σ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριαλένα Παπαχρήστου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1421/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2016 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...16.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ., "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου του Π.Κ., μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 2 α, β του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 1β του άρθρου 25 του Ν. 4055/2012). Με την ίδια ποινή τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το νέο ποσό των 30.000 αναπροσαρμόστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του ιδίου ως άνω Ν. 4055/2012). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως διά μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ’ εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ., σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ. Α.Π. 3/2008). Με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ’ του Π.Κ. ορίζεται ότι "κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος", ενώ "κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως εγκλήματος κατ’ επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Επίσης κατ’ επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Όμως, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του εγκλήματος κατά συνήθεια, απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Έτσι, δεν συντρέχει κατά συνήθεια τέλεση όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά. Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικά χρήση πλαστού εγγράφου, όταν ο κατηγορούμενος καταστήσει προσιτό το πλαστό έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ’ αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση πράγματι ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι’ αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Και γ) Βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ο δράστης πρέπει να επιδιώκει το όφελος άμεσα από την περιουσία του βλαπτόμενου, κατά τρόπο που αυτό να είναι η αντίστροφη όψη της βλάβης, χωρίς να είναι αναγκαία η ταύτιση ως προς το ποσό και το ποιόν τους. Αν δεν υπάρχει τέτοιος σκοπός, αλλά μόνο σκοπός βλάβης της περιουσίας του παθόντος, τότε τελείται απατηλή πρόκληση βλάβης (άρθρο 389 Π.Κ.) και όχι απάτη. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία. Ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου ή η απατηλή δημιουργία σε βάρος του υποχρεώσεων από ακυρώσιμη δικαιοπραξία, την οποία βλάβη δεν αναιρεί η δυνατότητα δικαστικής αντιμετώπισης της ακυρωσίας ή η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε, (δράστη ή τρίτου) έστω και αν οι τελευταίοι είναι απόλυτα αξιόχρεοι, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, ενώ δεν απαιτείται η βλάβη να έχει ως μόνη αιτία την απατηλή συμπεριφορά του δράστη και τη συνακόλουθη πράξη ή ανοχή περιουσιακής διάθεσης εκείνου που παραπλανήθηκε, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτόν που ζημιώθηκε. Επίσης, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως γεγονότα νοούνται εξωτερικά πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή στο παρόν, που έχουν συντελεστεί το αργότερο μέχρι τον χρόνο της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, και όχι ενδιάθετα στοιχεία του δράστη ή πραγματικά περιστατικά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Η πιο πάνω πράξη της απάτης λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 στοιχ. β’ του ιδίου ως άνω άρθρου 386 του Π.Κ., μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 2δ του άρθρου 25 του Ν. 4055/2012). Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του Π.Κ., που έχει τον υπότιτλο απλός συνεργός, "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή που δεν είναι άμεση κατά την έννοια του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β’ , υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό, εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Η συνδρομή του απλού συνεργού όπως αναφέρθηκε δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ’ οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά αντλήθηκαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση κάποιου ή κάποιων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του. Επίσης, ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής ή στη γνώση και αποδοχή ενδεχόμενης παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αυτονοήτως προκύπτει από την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή της, και πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση από τον δράστη ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς αυτά τα στοιχεία. Ειδικότερα, στην περίπτωση της απάτης, η ειδική αιτιολογία πρέπει να καλύπτει τόσο τον δόλο του δράστη ως προς τη γνώση της ψευδούς παράστασης γεγονότων σαν αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, όσο και τον σκοπό του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παραπλανώμενου ή τρίτου, με παράθεση στην απόφαση των περιστατικών που δικαιολογούν την προαναφερόμενη γνώση και τον σκοπό προσπορισμού του παράνομου περιουσιακού οφέλους. Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και είναι αναιρετέα. Η δε δικαστική κρίση αν η ζημία της απάτης είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ως κρίση ουσίας, δεν ελέγχεται αναιρετικά, αρκεί να προσδιορίζεται το ύψος της. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ., το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα, ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης αυτής εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 του ιδίου Κώδικα, με την έννοια ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, πλην όμως το δικαστήριο οφείλει, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους και να αντικρούει τα τυχόν αντίθετα πορίσματα αυτών. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σε σχέση με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του Κ.Ποιν.Δ., συντρεχουσών ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, ανακριτή, το δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο ή το Συμβούλιο και συνεκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για την διαμόρφωση της κρίσης τους, ως απλό έγγραφο. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο ή το Συμβούλιο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδότησης, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του. Ωστόσο, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κ.λπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1421/2015 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους αναιρεσείοντες και μάλιστα την πρώτη αναιρεσείουσα Σ. Χ. ένοχη κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ με βλάβη τρίτου και κατ’ εξακολούθηση απάτης με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ και τους άλλους δύο αναιρεσείοντες ενόχους κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ με βλάβη τρίτου, κατ’ εξακολούθηση απάτης με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ, απλής συνέργειας σε κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ με βλάβη τρίτου που διέπραξε η ως άνω πρώτη αναιρεσείουσα και απλής συνέργειας σε κατ’ εξακολούθηση απάτης με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ που διέπραξε η ως άνω πρώτη αναιρεσείουσα, αναγνώρισε σ’ αυτούς τις ελαφρυντικές περιστάσεις του πρότερου έντιμου βίου και της ειλικρινούς μετάνοιας και καταδίκασε την πρώτη αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών για κάθε πράξη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και πέντε (5) μηνών και τον καθένα από τους άλλους δύο αναιρεσείοντες σε φυλάκιση δύο (2) ετών για την ως άνω πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση, σε φυλάκιση δύο (2) ετών για την ως άνω απάτη κατ’ εξακολούθηση, σε φυλάκιση ενός (1) έτους για την ως άνω απλή συνέργεια σε κακουργηματική πλαστογραφία, σε φυλάκιση ενός (1) έτους για την ως άνω απλή συνέργεια σε κακουργηματική απάτη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και εννέα (9) μηνών. Στο αιτιολογικό (σκεπτικό) της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν, κατά νόμο, στο ακροατήριο και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα πιο πάνω πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, από την Έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης [31.3.2004] του Φ. Γ., δικαστικού γραφολόγου, διορισθέντος, ως πραγματογνώμονος, κατά την κυρία ανάκριση, δυνάμει της .../8.12.2003 Διατάξεως της Ανακρίτριας του 3ου τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, σε συνδυασμό προς την ...2.2004 Διάταξη της ιδίας Ανακρίτριας για παράταση προθεσμίας διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης, από την Έκθεση [ιδιωτικής] γραφολογικής γνωμοδοτήσεως [16.3.2000] του Δ. Β. Κ., ασκούμενου δικαστικού γραφολόγου, που έκανε τη γνωμοδότηση, με εντολή του Μ. Δ., δικηγόρου, συνηγόρου υπερασπίσεως της κατηγορουμένης Σ. Χ. και από την Έκθεση αξιολογήσεως και παρατηρήσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης [6.5.2004] του αυτού, ως άνω, Δ. Β. Κ., ειδικού δικαστικού γραφολόγου, αναγνωσθείσες, όπως στα πρακτικά, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που, επίσης, έχουν αναγνωσθεί, όπως στα πρακτικά, μετά της εκκαλουμένης αποφάσεως και των πρακτικών της, σε συνδυασμό προς την απολογία των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα: Η εταιρεία "... S.A.", που εδρεύει στο …, έχει θυγατρικές εταιρείες ανά τον κόσμο, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα και δη την "...", που εδρεύει στην … και έχει υποκαταστήματα σε διάφορα μέρη της Ελλάδος. Αντικείμενο των εργασιών της είναι η προσφορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων προς τους επενδυτές, τα οποία διαχειρίζεται ανάλογα με τις εντολές των επενδυτών. Πελάτισσες αυτής ήταν και η Ε. και Α. Κ., οι οποίες ήταν νόμιμες κάτοχοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που τα διαχειριζόταν η παραπάνω εταιρεία, συνολικής αξίας 348.098.379 δρχ.. Ο γ’ κατ/νος Γ. Δ. Π., μετέπειτα σύζυγος της α’ κατ/νης και γαμπρός της κόρης του β’ κατ/νου, ο οποίος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνδεόταν αισθηματικά με την α’ κατ/νη, ήταν υπάλληλος της ως άνω εταιρείας, αρμόδιος για να διαβιβάζει τις εντολές πληρωμής που ερχόταν στην εταιρεία με φαξ, τα οποία περνούσαν σε κομπιούτερ στα κεντρικά της εταιρείας στο Λουξεμβούργο. Ο τελευταίος (γ’ κατ/νος) γνωστοποίησε στην α’ κατ/νη την ύπαρξη των παραπάνω αμοιβαίων κεφαλαίων των Ε. και Α. Κ.. Ο β’ κατ/νος, πατέρας της α’ κατ/νης, όπως προαναφέρθηκε, εφόδιασε αυτήν (α’ κατ/νη) με το υπ’ αριθμ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με χρόνο εκδόσεως την 16-1-1992 της Α. Ν., το οποίο είχε αφαιρέσει παράνομα από την κατοχή αυτής. Με το Δ.Α.Τ. αυτό η α’ κατ/νη εμφανίσθηκε ως Α. Ν. στα υποκαταστήματα της ..., καθώς και στα υποκαταστήματα της ...), της ... Τράπεζας (πλατεία ..., της Τράπεζας "...), όπου συμπλήρωσε ισάριθμες αιτήσεις ανοίγματος κοινών τραπεζικών λογαριασμών και δη δύο (2) με την Α. Κ. και τους υπόλοιπους με την Ε. Κ., όπως οι λογαριασμοί αυτοί ειδικότερα παρατίθενται και εξειδικεύονται στο διατακτικό της παρούσας, θέτοντας κατ’ απομίμηση την υπογραφή των παραπάνω χωρίς τη συναίνεση αυτών ως δήθεν συνδικαιούχων στους λογαριασμούς αυτούς. Τις ως άνω αιτήσεις η α’ κατ/νη κατέθεσε στις παραπάνω Τράπεζες και άνοιξε αντίστοιχους κοινούς λογαριασμούς, παραπλανώντας, έτσι, τους αρμόδιους υπαλλήλους των παραπάνω Τραπεζών, με σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 ευρώ. Ακολούθως, οι λοιποί κατ/νοι από κοινού κατήρτισαν στις 22-11-1999, στην Αθήνα, τις υπ’ αριθμ. ... αιτήσεις εξαγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, θέτοντας κατ’ απομίμηση την υπογραφή της Α. Κ. στις 1η, 4η, 6η και 7η από τις παραπάνω αιτήσεις και της Ε. Κ. στις 2η, 3η και 5η στις παραπάνω απ’ αυτές, χωρίς τη συναίνεσή τους. Τις εν λόγω αιτήσεις διαβίβασαν στην εγκαλούσα εταιρεία εξαπατώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτής και, έτσι, πέτυχαν τη ρευστοποίηση του συνόλου των αμοιβαίων κεφαλαίων των ως άνω επενδυτριών (Ε. και Α. Κ.), συνολικής αξίας 348.098.379 δρχ., που πιστώθηκαν στους ως άνω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Προς τούτο η α’ κατηγορουμένη στις 29-11-1999, 30-11-1999, 3-12-1999, 6-12-1999, 8-12-1999, 9-12-1999 και 13-12-1999 προσήλθε στα υποκαταστήματα των προαναφερόμενων Τραπεζών ως δήθεν Α. Ν. και υπέγραψε εικοσιπέντε συνολικά εντάλματα πληρωμής, τους οποίους έπεισαν να καταβάλουν το τίμημα της αγοράς των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων στους κοινούς λογαριασμούς κατά τα επί μέρους ποσά σε κάθε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, όπως ειδικότερα παρατίθεται και εξειδικεύεται στο διατακτικό της παρούσας, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος δικό τους, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και αντίστοιχη ζημία τη εγκαλούσας εταιρείας, η οποία αντικατέστησε στη συνέχεια το χαρτοφυλάκιο των πραγματικών δικαιούχων των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Να σημειωθεί ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι, με τις παραπάνω αιτήσεις ρευστοποίησης που κατήρτισαν, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εγκαλούσας εταιρείας ότι οι νόμιμες κάτοχοι αυτών, ήτοι οι Ε. και Α. Κ., επιθυμούσαν να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία εξαγοράς τους και, έτσι, τους έπεισαν να προβούν στη σταδιακή ρευστοποίηση του συνόλου της αξίας τους. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι β’ και γ’ κατ/νοι τέλεσαν την πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη και πλαστογραφία κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση άνω των 73.000 ευρώ και ειδικότερα ο β’ κατ/νος με τον εφοδιασμό της α’ κατ/νης με το ως άνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας της Α. Ν., ο δε γ’ κατηγορούμενος με τη γνωστοποίηση των στοιχείων ταυτότητας και των στοιχείων των επενδύσεων των Ε. και Α. Κ. σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων που προωθούσε και διαχειριζόταν η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "... S.A.", παρέχοντας, έτσι, με πρόθεση συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη προκειμένου η τελευταία να διαπράξει τις πράξεις (κακουργηματικές) της πλαστογραφίας κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας εταιρείας καθώς και της απάτης κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος και η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και εκ του ότι οι κατηγορούμενοι ήλθαν σε συμβιβασμό με την εγκαλούσα εταιρεία για την επίδικη υπόθεση, όπως σαφώς και κατηγορηματικά περί τούτου καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο μάρτυρας της εγκαλούσας εταιρείας, ο οποίος, μάλιστα, διενήργησε και την έρευνα της επίδικης υπόθεσης για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας (C. W. A. του W.), γεγονός (το συμβιβασμό) που δεν αμφισβήτησαν οι κατηγορούμενοι στην απολογία τους. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν και πρωτοδίκως και οι οποίες αναφέρονται και στο κατηγορητήριο". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κήρυξε κατά πλειοψηφία τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ενόχους, κατά πιστή μεταφορά, ως ακολούθως: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ενόχους κατά πλειοψηφία του ότι: Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και τους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις πραγμάτωσαν, με πρόθεση, την αντικειμενική υπόσταση των παρακάτω περιγραφόμενων εγκλημάτων, τα οποία τιμωρούνται, σύμφωνα με το νόμο, με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Πιο συγκεκριμένα: Α) Η πρώτη από αυτούς, Σ. Χ. : 1) Με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση του κακουργήματος της πλαστογραφίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και παρ. 3 εδ. α’ του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως, δε, προέβη σε χρήση του πλαστού εγγράφου και σκόπευε, βλάπτοντας τρίτον, να προσπορίσει στον εαυτό της και σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή των 73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: α) Την 19-11-1999, έχοντας στην κατοχή της το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τον αριθμό ... της Α. Ν., προσήλθε, διαδοχικά, στα τραπεζικά καταστήματα, που βρίσκονταν στην πλατεία Συντάγματος και στην οδό ... Τράπεζας και στην οδό ..., όπου συμπλήρωσε ισάριθμες έντυπες αιτήσεις ανοίγματος κοινών λογαριασμών, με συνδικαιούχο αυτών την Α. Κ., θέτοντας, κατ’ απομίμηση και χωρίς τη συγκατάθεση της Α. Ν., την υπογραφή της τελευταίας κάτω από την ένδειξη, που αναγράφεται στις αιτήσεις αυτές, "Ο καταθέτης", καθώς επίσης προσήλθε, διαδοχικά, στα τραπεζικά καταστήματα που βρίσκονταν στη συμβολή των οδών ... της ..., στην πλατεία Συντάγματος της ... Τράπεζας, στην ... και στην ... Αττικής της ..., όπου συμπλήρωσε ισάριθμες έντυπες αιτήσεις ανοίγματος κοινών λογαριασμών, με συνδικαιούχο αυτών την Ε. Κ., θέτοντας, κατ’ απομίμηση και χωρίς τη συγκατάθεση της Α. Ν., την υπογραφή της τελευταίας κάτω από την ένδειξη που αναγράφεται στις αιτήσεις αυτές "Ο καταθέτης", ακολούθως, δε, κατέθεσε τις αιτήσεις αυτές στα πιο πάνω αναφερόμενα τραπεζικά καταστήματα με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους τους, σχετικά με το γεγονός των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητας της και να τους πείσει να προβούν στο άνοιγμα των αιτούμενων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, με συνδικαιούχους αυτής τις Α. Κ. και Ε. Κ., νόμιμες κατόχους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που προωθούσε και διαχειριζόταν η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... S.A.", συνολικής αξίας 348.098.379 δραχμών, προκειμένου στη συνέχεια, να επιτύχει, αφενός μεν τη σταδιακή ρευστοποίηση του συνόλου της αξίας τους, αφετέρου δε, την πίστωση των πιο κάτω αναφερόμενων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, με το ποσό της εξαγοράς των μεριδίων αυτών, μέσω της αποστολής αντίστοιχων χρηματικών εμβασμάτων και β) τις ημερομηνίες 29-11-1999, 30-11-1999, 3-12-1999, 6-12-1999, 7-12-1999, 8-12-1999, 9-12-1999 και 13-12-1999, έχοντας στην κατοχή της το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τον αριθμό ..., της Α. Ν., προσήλθε σε διάφορα καταστήματα των προαναφερόμενων Τραπεζών και έθεσε, κατ’ απομίμηση και χωρίς τη συγκατάθεση της Α. Ν., την υπογραφή της τελευταίας σε είκοσι πέντε (25) συνολικά εντάλματα πληρωμής, τα οποία, στη συνέχεια, κατέθεσε στα εν λόγω καταστήματα, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους τους, σχετικά με το γεγονός των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητάς της και να τους πείσει να της καταβάλουν το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό που αντιπροσώπευε το τίμημα εξαγοράς των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, των οποίων νόμιμες κάτοχοι ήταν η Α. Κ. και η Ε. Κ.. 2) Με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση του κακουργήματος της απάτης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. β’ και παρ. 3 εδ. β’ του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή των 73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, α) την 19-11-1999, έχοντας στην κατοχή της το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τον αριθμό ... της Α. Ν., προσήλθε, διαδοχικά, στα τραπεζικά καταστήματα που βρίσκονταν στην πλατεία Συντάγματος και στην οδό ... Τράπεζας και στην οδό ... και παρέστησε, εν γνώσει της, ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτών ότι ονομάζονταν Α. Ν. και ότι η ίδια μαζί με την Α. Κ. που ήταν νόμιμη κάτοχος μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία προωθούσε και διαχειριζόταν η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... S.Α.", συνολικής αξίας 223.393.967 δραχμών, επιθυμούσαν να ανοίξουν ισάριθμους κοινούς λογαριασμούς στο όνομά τους, καθώς επίσης, προσήλθε διαδοχικά, στα τραπεζικά καταστήματα που βρίσκονταν στη συμβολή των οδών ... της ..., στην πλατεία Συντάγματος της ... Τράπεζας, στην ... και στην ... Αττικής της ... και παρέστησε, εν γνώσει της, ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους αυτών ότι ονομαζόταν Α. Ν. και ότι η ίδια μαζί με την Ε. Κ. που ήταν νόμιμη κάτοχος μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία προωθούσε και διαχειριζόταν η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... S.A.", συνολικής αξίας 124.704.412 δραχμών, επιθυμούσαν να ανοίξουν ισάριθμους κοινούς λογαριασμούς στο όνομά τους και έτσι έπεισε τους υπαλλήλους των προαναφερόμενων τραπεζικών καταστημάτων να προβούν αντίστοιχα στο άνοιγμα των κοινών τραπεζικών λογαριασμών με τους αριθμούς ..., ..., ..., από τους οποίους αυτή (δηλαδή, η πρώτη κατηγορουμένη) ανέλαβε, σταδιακά, το σύνολο της αξίας των πιο πάνω μεριδίων, με αποτέλεσμα να προξενήσει αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας και β) τις ημερομηνίες 29-11-1999, 30-11-1999, 3-12-1999, 6-12-1999, 7-12-1999, 8-12-1999, 9-12-1999 και 13-12-1999, έχοντας στην κατοχή της το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, με τον αριθμό ..., της Α. Ν., προσήλθε σε διάφορα καταστήματα των προαναφερόμενών Τραπεζών και παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτών ότι η ίδια ήταν η συνδικαιούχος των προαναφερόμενων τραπεζικών λογαριασμών, Α. Ν. και έτσι τους έπεισε να της καταβάλουν, από τον τηρούμενο στην ... (κατάστημα πλατείας ... λογαριασμό, το συνολικό χρηματικό ποσό των 69.449.000 δραχμών, από τον τηρούμενο στην ... (κατάστημα οδού ...) λογαριασμό, το συνολικό χρηματικό ποσό των 65.206.000 δραχμών, από τον τηρούμενο στην ... (κατάστημα οδού ...) λογαριασμό, το συνολικό χρηματικό ποσό των 63.357.000 δραχμών, από τον τηρούμενο στην ... (κατάστημα οδών ......) λογαριασμό, το συνολικό χρηματικό ποσό των 25.480.000 δραχμών, από τον τηρούμενο στην Αγροτική Τράπεζα (κατάστημα πλατείας ... λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 19.795.000 δραχμών, από τον τηρούμενο στην Τράπεζα ... (κατάστημα ... Αττικής) λογαριασμό, το συνολικό χρηματικό ποσό των 52.810.000 δραχμών και από τον τηρούμενο στην ... (κατάστημα ...ς Αττικής) λογαριασμό, το συνολικό χρηματικό ποσό των 43.072.000 δραχμών, που προέρχονταν από τη ρευστοποίηση του συνόλου της αξίας των πιο πάνω μεριδίων και είχαν κατατεθεί στους λογαριασμούς αυτούς από την εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... S.A.", με αποτέλεσμα να προξενήσει αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της τελευταίας. Β) Και οι τρεις από αυτούς, Σ. Χ., Ι. Χ. και Γ. Π.: 1) Με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πραγμάτωσαν την αντικειμενική υπόσταση του κακουργήματος της πλαστογραφίας, η δε πρώτη κατηγορούμενη κατ’ εξακολούθηση των πιο πάνω πράξεων πλαστογραφίας, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και παρ. 3 εδ. α’ του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, με πρόθεση, κατάρτισαν από κοινού πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως, δε, προέβησαν σε χρήση του πλαστού εγγράφου και σκόπευαν, βλάπτοντας τρίτον, να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή των 73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, την 22 Νοεμβρίου 1999 κατάρτισαν τις αιτήσεις εξαγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με τους αριθμούς ..., έθεσαν κατ’ απομίμηση κάτω από τη θέση του αιτούντος την υπογραφή της Α. Κ. στην πρώτη, τέταρτη, έκτη και έβδομη από αυτές και την υπογραφή της Ε. Κ. στη δεύτερη, τρίτη και πέμπτη από αυτές, εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεση τους, ακολούθως, δε, τις διαβίβασαν στην εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... S.Α.", με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής σχετικά με το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες αιτήσεις είχαν υποβληθεί πραγματικά από τις αναφερόμενες Α. Κ. και Ε. Κ., νόμιμες κατόχους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που προωθούσε και διαχειριζόταν η εγκαλούσα εταιρία και να τους πείσουν να προβούν στη σταδιακή ρευστοποίηση του συνόλου της αξίας τους, η οποία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 348.098.379 δραχμών και στην πίστωση
των προαναφερόμενων τραπεζικών λογαριασμών, με το ποσό της εξαγοράς τους, μέσω της αποστολής αντίστοιχων χρηματικών εμβασμάτων. 2) Με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πραγμάτωσαν την αντικειμενική υπόσταση του κακουργήματος της
απάτης, η δε πρώτη κατηγορουμένη κατ’ εξακολούθηση των πιο πάνω ιδίων πράξεων απάτης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. β’ και παρ. 3 εδ. β’ του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή των 73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ, έβλαψαν από κοινού ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, την 22 Νοεμβρίου 1999, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της εγκαλούσας εταιρίας ότι οι νόμιμες κάτοχοι των πιo πάνω αναφερόμενων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, Α. Κ. και Ε. Κ., επιθυμούσαν να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία εξαγοράς τους και έτσι τους έπεισαν να προβούν στη σταδιακή ρευστοποίηση του συνόλου της αξίας τους, καταθέτοντας α) στον τηρούμενο στην ... (κατάστημα πλατείας ... λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 69.399.405 δραχμών την 29-11-1999, β) στον τηρούμενο στην ... (κατάστημα οδού ...) λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 65.156.720 δραχμών την 30-11-1999, γ) στον τηρούμενο στην ... (κατάστημα οδού ...) λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 63.357.393 δραχμών την 1-12-1999, δ) στον τηρούμενο στην ... (κατάστημα οδών ......) λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 25.480.449 δραχμών την 2-12-1999, ε) στον τηρούμενο στην Αγροτική Τράπεζα (κατάστημα πλατείας ... λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 19.815.358 δραχμών την 1-12-1999, στ) στον τηρούμενο στην Τράπεζα ... (κατάστημα ... Αττικής) λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 52.810.208 δραχμών την 29-11-1999 και ζ) στον τηρούμενο στην ... (κατάστημα ... Αττικής) λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 52.072.846 δραχμών στις 1-12-1999, με αποτέλεσμα να προξενήσουν αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας. Γ) Ο δεύτερος και ο τρίτος από αυτούς, Ι. Χ. και Γ. Π.: Στην Αθήνα, την 19 Νοεμβρίου 1999 παρείχαν, με πρόθεση, σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε. Ειδικότερα, στον τόπο και κατά το χρόνο που αναφέρονται προηγουμένως, ο μεν Ι. Χ. παρέδωσε στην πρώτη κατηγορουμένη, Σ. Χ., το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τον αριθμό ..., που είχε εκδοθεί στις 16-1-1992 και το οποίο ο ίδιος είχε αφαιρέσει από την κατοχή της νόμιμης κατόχου του, Α. Ν., ο δε Γ. Π. γνωστοποίησε επίσης, στην πρώτη κατηγορουμένη, Σ. Χ., τα στοιχεία ταυτότητας και τα στοιχεία των επενδύσεων των Α. Κ. και Ε. Κ. σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, που προωθούσε και διαχειριζόταν η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... S.A.", παρέχοντας με πρόθεση, κατά τον τρόπο αυτό, συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη, προκειμένου η τελευταία να διαπράξει τα κακουργήματα της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού εγγράφου, κατ’ εξακολούθηση, με σκοπό το όφελος, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή των 73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ, με βλάβη τρίτου και της απάτης, κατ’ εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή των 73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ, όπως τα κακουργήματα αυτά περιγράφονται προηγουμένως υπό τα στοιχεία ...". Με αυτά που δέχθηκε κατά πλειοψηφία στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 1421/2015 αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ με βλάβη τρίτου και της κατ’ εξακολούθηση απάτης με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ, για τις οποίες καταδικάστηκε η πρώτη αναιρεσείουσα Σ. Χ. και της κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ με βλάβη τρίτου, της κατ’ εξακολούθηση απάτης με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ, της απλής συνέργειας σε κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ με βλάβη τρίτου και της απλής συνέργειας σε κατ’ εξακολούθηση απάτη με σκοπό περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι άλλοι δύο αναιρεσείοντες Ι. Χ. και Γ. Π., αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27, 47 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ.1 και 3 εδ. α’ και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β’ του Π.Κ., όπως το άρθρο 216 ισχύει μετά αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 2 α’ , β’ του Ν. 2721/1999 και με το άρθρο 25 παρ. 2 α’ του Ν. 4055/2012 και το άρθρο 386 παρ. 3 ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και με το άρθρο 25 παρ. 1 ιδ’ και παρ. 2 δ’ του Ν. 4055/2012, τις οποίες ουσιαστικές διατάξεις ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα από την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για να χρειάζεται να αιτιολογήσει την αντίθετη πεποίθησή του, αφού, όπως προκύπτει από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Φ. Γ., η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για να κριθεί η βασιμότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, αυτή δέχεται στα τελικά συμπεράσματά της ότι είχαν πλαστογραφηθεί οι αιτήσεις εξαγοράς και τα πειστήρια έγγραφα κατά τις χειρόγραφες ενδείξεις γραφής και κατά τις υπογραφές της Κ. Α., Κ. Ε. και της Ν. Α. και ότι δεν εντοπίσθηκαν γραφολογικά γνωρίσματα για να μπορέσει ο πραγματογνώμονας να γνωμοδοτήσει αν η πλαστογραφία έγινε από τους κατηγορουμένους, δεχόμενη επί λέξει, ότι: 1) Ως προς τις χειρόγραφες ενδείξεις γραφής "... δεν εντοπίσθηκαν τα γραφολογικά εκείνα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να θεμελιώσουν ή να αποκλείσουν οποιαδήποτε αξιόπιστη γραφολογική σχέση (no conlusion)" και "Συγκριτική εξέταση μεταξύ των χειρόγραφων ενδείξεων γραφής (στοιχείων συμπλήρωσης) επί των πειστηρίων αιτήσεων ..., με την γραφή των: α) Κ. Α. και β) Κ. Ε., δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί, ελλείψει δειγματικής γραφής τους". 2) Ως προς τις υπογραφές επί των πειστηρίων εγγράφων ... "Οι υπογραφές που υπάρχουν στη θέση "Υπογραφή", στις σημανθείσες υπό στοιχεία ... αιτήσεις, πιθανότατα δεν έχουν χαραχθεί από την Κ. Α., αλλά από ένα άλλο, διαφορετικό άτομο. Οι υπογραφές που υπάρχουν στη θέση "Υπογραφή", στις σημανθείσες υπό στοιχεία ... αιτήσεις, πιθανότατα δεν έχουν χαραχθεί από την Κ. Ε., αλλά από ένα άλλο, διαφορετικό άτομο. Από την περαιτέρω συγκριτική εξέταση των ανωτέρω αμφισβητούμενων υπογραφών με τις δειγματικές υπογραφές των α) Χ. Σ., β) Π. Γ., γ) Χ. Ι. και δ) Ν. Α., δεν εντοπίσθηκαν εκείνα τα γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία θα μπορούσαν να θεμελιώσουν οποιονδήποτε αξιόπιστο γραφολογικό συσχετισμό". Και 3) Ως προς τις υπογραφές επί των πειστηρίων εγγράφων ... "Οι εν λόγω υπογραφές δεν έχουν χαραχθεί από τη Ν. Α. στην οποία αποδίδονται, αλλά από άλλο άτομο, που έθεσε με τη μέθοδο της "ελεύθερης απομίμησης" (freehand simulation), τις αμφισβητούμενες υπογραφές επί των πειστηρίων εγγράφων .... Από την περαιτέρω συγκριτική εξέταση των προαναφερομένων υπογραφών, επί των πειστηρίων εγγράφων ..., με τις δειγματικές υπογραφές των α) Χ. Σ., β) Π. Γ. και γ) Χ. Ι., δεν εντοπίσθηκαν εκείνα τα γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία θα μπορούσαν να θεμελειώσουν οποιονδήποτε αξιόπιστο γραφολογικό συσχετισμό, αφού οι πειστήριες υπογραφές αποτελούν επιτυχημένη, ως ένα βαθμό, απομίμηση των γνήσιων υπογραφών της Ν. Α.". Δηλαδή, το πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δεν δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δεν πλαστογράφησαν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγγραφα για να χρειάζεται να αιτιολογήσει ειδικά η προσβαλλόμενη απόφαση που καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για πλαστογραφία γιατί δέχθηκε τα αντίθετα από το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης ότι τα έγγραφα ήταν πλαστά και ότι δεν υπήρχαν επαρκή γραφολογικά γνωρίσματα για να γνωμοδοτήσει αν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι τα πλαστογράφησαν και δεν χρειαζόταν να αντικρούσει την πραγματογνωμοσύνη, αφού η τελευταία δεν δέχθηκε στο πόρισμά της ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δεν πλαστογράφησαν τα έγγραφα. Επίσης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή, για να καταλήξει στην καταδικαστική της κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα και όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων και δεν χρειαζόταν για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της να αναφέρει τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο και κάθε μαρτυρική κατάθεση χωριστά, ούτε να κάνει αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων και ιδίως των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Ακόμη, από τις παραδοχές της αποφάσεως που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό της, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό της, παραπλανηθείσα και αμέσως ζημιωθείσα από τις αξιόποινες πράξεις της απάτης των αναιρεσειόντων είναι η εταιρεία "... S.A.", η οποία παραπλανήθηκε, ρευστοποίησε τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων των πελάτιδων της και τα κατέθεσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς χωρίς να υπάρχει προς τούτο εντολή των πελάτιδων της, με συνέπεια να ζημιωθεί η ίδια κατά τα αντίστοιχα ποσά που κατέθεσε στους τραπεζικούς λογαριασμούς, αφού οι πελάτιδες της εξακολουθούσαν να έχουν απαίτηση απέναντί της για τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων τους και σε κάθε περίπτωση αξίωση αποζημιώσεώς τους για την απώλεια των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων τους. Κατά συνέπεια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ. η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι αμέσως ζημιωθείσα από την απάτη των κατηγορουμένων ήταν η ως άνω εταιρεία και όχι οι πελάτιδες της, στις οποίες άλλωστε απέδωσε η εταιρεία τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων τους κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. συναφείς, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ότι έγινε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 του Π.Κ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα από αυτούς (άθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2016 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως των 1) Σ. Χ. του Ι., 2) Ι. Χ. του Π. και 3) Γ. Π. του Δ., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-9-2016, για αναίρεση της 1421/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ