Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 839 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγκληση, Έγκλημα ημεδαπού στην αλλοδαπή.




Περίληψη:
Για να τιμωρηθεί ο ημεδαπός για πράξη που τέλεσε στην αλλοδαπή απαιτείται η πράξη αυτή να φέρει χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο και να είναι αξιόποινη κατά τους νόμους της ξένης χώρας όπου διαπράχθηκε. Η έγκληση του παθόντος απαιτείται, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 ΠΚ, όταν η πράξη φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο και όχι κατά τους νόμους της χώρας όπου διαπράχθηκε, ο υπό των οποίων χαρακτηρισμός της πράξεως είναι αδιάφορος αρκεί να είναι και κατ’ αυτούς η πράξη αξιόποινη. Πότε ο αναιρετικός λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι ορισμένος. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 839/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Καίσαρα Γιατράκο, για αναίρεση της με αριθμό 561/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 739/2007.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 ΠΚ, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται απ' αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα. Για τα πλημμελήματα απαιτείται και έγκληση του παθόντος, ή αίτηση της κυβερνήσεως της χώρας όπου τελέσθηκε το πλημμέλημα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να χωρήσει ποινική δίωξη και περαιτέρω καταδίκη ημεδαπού για πράξη που τέλεσε στην αλλοδαπή, πρέπει η πράξη αυτή αφενός μεν να χαρακτηρίζεται από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ως κακούργημα ή πλημμέλημα, αφετέρου δε να είναι αξιόποινη κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε και ότι έγκληση του παθόντος, ή αίτηση της ξένης κυβερνήσεως, απαιτείται όταν η πράξη φέρει, κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο, χαρακτήρα πλημμελήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 561/2007 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 5.000.000 δρχ., για την οποία καταδίκασε τον ημεδαπό αναιρεσείοντα και η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από το άρθρο 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, την τέλεσε ο αναιρεσείων στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας και ότι η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της Ουγγαρίας, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από το 318 παρ. 1 και 6 εδ. α' και β' του Ουγγρικού Ποινικού Κώδικα. Ενόψει αυτών, αφού πρόκειται για πράξη που αποτελεί κακούργημα κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, δεν απαιτείτο για τη δίωξη και τιμωρία της η ανωτέρω προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 ΠΚ έγκληση των εξ αυτής παθόντων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αιτήσεως, κατά τους οποίους το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες της υπερβάσεως εξουσίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφήρμοσε, διότι, ειδικότερα, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για πράξη που στην Ουγγαρία χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα, χωρίς να έχει υποβληθεί η κατ' άρθρο 6 παρ. 3 ΠΚ απαιτούμενη έγκληση των παθόντων, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν, αφού, όπως προεκτέθηκε, η απαίτηση του να υπάρχει η έγκληση αυτή συναρτάται με τον πλημμεληματικό χαρακτήρα της πράξεως κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και όχι κατά τους νόμους της ξένης χώρας, ο υπό των οποίων χαρακτηρισμός της πράξεως είναι αδιάφορος, αρκεί να είναι και κατ' αυτούς η πράξη αξιόποινη. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η συγκεκριμένη πράξη είναι κακούργημα και κατά τον Ουγγρικό Ποινικό Κώδικα και ότι εξ αυτού του λόγου δεν ήταν αναγκαία η υποβολή εγκλήσεως, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 2 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει, εκτός των άλλων, να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002). Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών υποθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επικαλούμενος την, κατά την πάγια νομολογία των ποινικών δικαστηρίων, έννοια της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει σε τί ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως σε σχέση με τις παραδοχές της, σε ποιά κεφάλαιά της ανάγονται και ποιά συγκεκριμένα περιστατικά δεν περιέχονται στην αιτιολογία αυτή, προβάλλων μόνον αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα και δη την αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων (αναγνωσθέντων εγγράφων υπό τους αριθμούς 1, 3, 5 και 22 του οικείου καταλόγου των πρακτικών) προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το ότι δεν αναφέρεται από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, που, όμως, δεν αποτελούν αναιρετική πλημμέλεια, αλλά καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου. Οι λόγοι αυτοί, επομένως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 2 Απριλίου 2007 αίτηση του ....., περί αναιρέσεως της 561/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή