Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1483 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Συνέργεια, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα.




Περίληψη:
Βούλευμα παραπεμπτικό. Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73,000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση, ο πρώτος και της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73,000 Ευρώ κατ' εξακολούθηση ο δεύτερος, πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73,000 Ευρώ. Έννοια όρων. Παραπονιούνται κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος για απόρριψη εφέσεως τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος που τους παρέπεμψε να δικαστούν για τις άνω κακουργηματικές πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου. Λόγοι των αιτήσεων, η εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, η έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η υπέρβαση εξουσίας. Ουσιαστικά αβάσιμοι οι λόγοι. Απορρίπτει αιτήσεις.




Αριθμός 1483/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1516/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΣΥΣΤΕΓΑΣΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ Β2 ΚΑΙ Β1 Ο.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Σεπτεμβρίου 2009 δύο αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1324/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 73/16-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία τις υπ' αριθμ. 160/2009 και 161/2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, κατοίκων ... κατά του υπ' αριθμ. 1516/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν στο όνομα και για λογαριασμό τους από τη δικηγόρο Αθηνών Ροζίτα Αποστολάκη (ίδετε τις από 9.9.2009 εξουσιοδοτήσεις) με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία ως αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 56/6-2-2009 και 55/6-2-2009 εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 170/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με βλάβη άλλου και αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ο πρώτος κατηγορούμενος και της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με βλάβη άλλου και αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ο δεύτερος κατηγορούμενος. Οι υπό κρίση αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά Βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (άρθρα 473, 474, 482 παρ. 1,3 ΚΠΔ), για τις οποίες συντάχθηκαν νόμιμα οι υπ' αριθμ. 160/2009 και 161/2009 εκθέσεις αναίρεσης ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και συνεπώς είναι τυπικά δεκτές, με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και την υπέρβαση εξουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από την προπαρατεθείσα ποινική διάταξη, με την οποία προστατεύεται η περί τα υπομνήματα δημόσια πίστη και η ασφάλεια των συναλλαγών, προκύπτει ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αρχήθεν κατάρτιση πλαστού εγγράφου εκ μέρους του υπαιτίου, που εμφανίζει ότι αυτό (έγγραφο) κατηρτίσθη δήθεν από άλλο πρόσωπο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας και του περιεχομένου του, δυναμένη να γίνει δια της προσθήκης ή εξαλείψεως λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, περιλαμβάνων τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων το έγκλημα πραγματικών περιστατικών και σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης (ΑΠ 431/07, ΑΠ 769/2003 Πχρ ΝΔ 150, ΑΠ 2170/2002 Πχρ ΝΓ 759). Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου ο υπαίτιος πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, εάν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25000000 δραχμών ή 73000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5000000 δραχμών ή 15000 ευρώ. Από την προπαρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι προς θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με ταυτόχρονη βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, αδιαφόρως της επιτεύξεως ή μη του σκοπού του υπό προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25000000 δραχμών ή των 73000 ευρώ (ΑΠ 1753/03 ΠΧρ. ΝΔ 635). Εξάλλου, επί πλαστογραφίας για την ύπαρξη συναυτουργίας με την έννοια του άρθρου 45 ΠΚ αρκεί ότι περισσότεροι του ενός συναποφάσισαν να καταρτίσουν πλαστό έγγραφο και ανέθεσαν την ιδιόχειρη κατάρτιση σ' ένα εκ των συναυτουργών, δηλαδή από κοινού, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, όλοι δε τελούσαν σε γνώση της πρόθεσης του άλλου για την τέλεση του αδικήματος αυτού (Ολ. ΑΠ. 50/1990 ΠΧ Μ, 949, ΑΠ 144/92 ΠΧρ. ΜΒ, 400). Κατά τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 375 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Επί κατ' εξακολούθηση τελούμενης υπεξαιρέσεως, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1317/2001 Π Χρ. ΝΒ, 435). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π.Κ. "όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένης άδικης πράξης που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση του να συμβάλλει στην τέλεσή της από τον αυτουργό (ΑΠ 1676/2005 ΠΧρ. ΝΣΤ, 439). Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 ε' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την προανάκριση ή την ανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελειώνουν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες κρίθηκε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υφίσταται, που δημιουργεί τον από το άρθρο 484 παρ. 1 β' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα από αυτόν δεχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα διάταξη και τέτοια περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του Βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το Βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ζ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο Βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή καθολική αναφορά στο περιεχόμενο της ενσωματωμένης σ' αυτό πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία συμπληρωματικά αναφέρεται στο Πρωτόδικο Βούλευμα και δι' αυτού στην ενσωματωμένη εκεί Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις έγγραφες εξηγήσεις των κατηγορουμένων κατά την προκαταρκτική, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες των εκκαλούντων κατηγορουμένων, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα υποβληθέντα μέχρι σήμερα υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Β2 και η Β1 δυνάμει του υπ' αριθμ. 10878/26-11-1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουτσαφάρου-Γιακουμάκη, νομίμως καταχωρημένου στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνέστησαν Ομόρρυθμη Εμπορική Εταιρία με την επωνυμία "Συστεγασμένα Φαρμακεία Β2 και Β1 Ο.Ε." με έδρα το επί της οδού ...μισθωμένο κατάστημα-φαρμακείο. Ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2 εργαζόταν ως υπάλληλος στο συγκεκριμένο φαρμακείο από 13-1-1992. Η σχέση τους με τους ανωτέρω φαρμακοποιούς-διαχειριστές και νομίμους εκπροσώπους της μισθώτριας εταιρίας ήταν ομαλή επί σειρά ετών. Ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης των ανωτέρω και πραγματοποιούσε για λογαριασμό τους παραγγελίες και αγορές φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων, πληρωμές και διάφορες άλλες εμπορικές πράξεις που αφορούσαν τη λειτουργία του φαρμακείου και γενικά της επιχείρησης (βλ. σχετ. και τις καταθέσεις του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας ''Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.'' ... και της λογίστριας της μισθώτριας Θ στην Πταισματοδίκη Αθηνών). Από τον Ιανουάριο του 2002 όμως και μέχρι τα μέσα Μαΐου 2003 ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ελευθερία κινήσεων που είχε καθώς και το γεγονός ότι ο εκ των συνεταίρων της ομόρρυθμης εταιρίας Β2 αντιμετώπιζε σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα και απουσίαζε διαρκώς τον τελευταίο καιρό από το φαρμακείο, η δε Β1 ήταν η ίδια ασθενής και αδυνατούσε να επιμεληθεί συστηματικά των υποθέσεων της εταιρίας αν και εμφανιζόταν τακτικά στο φαρμακείο, με τη βοήθεια του συμπατριώτη του και στενού του φίλου και συνεργάτη του φαρμακοποιού Χ1, δευτέρου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, παρήγγειλε στην προμηθεύτρια εταιρία του φαρμακείου της μηνύτριας ''Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.'' φάρμακα και λοιπά παραφαρμακευτικά προϊόντα, συνολικής αξίας περίπου 230000 ευρώ, χωρίς να έχει προηγουμένως συνεννοηθεί με κάποιον από τους διαχειριστές της μηνύτριας, χρεώνοντας βέβαια το λογαριασμό της τελευταίας στη φαρμακαποθήκη και ακολούθως μόλις γινόταν η παραλαβή των εμπορευμάτων στο φαρμακείο ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος έχοντας πλέον τη νόμιμη κατοχή τους ως υπάλληλος του φαρμακείου, αντί να τα πωλεί στους πελάτες της μηνύτριας τα παραλάμβανε σταδιακά λίγα λίγα, απομακρύνοντάς τα έτσι από τη σφαίρα εξουσίας της μηνύτριας και στη συνέχεια τα διοχέτευε στο φαρμακείο που διατηρούσε ο δεύτερος αναιρεσείων-κατηγορούμενος στους ..., ο οποίος πλέον και τα διέθετε προς πώληση στους πελάτες του φαρμακείου του, το δε τίμημα από την πώληση αυτών το μοιράζονταν οι δύο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι και βέβαια δεν το απέδιδαν στην μηνύτρια (βλ. την από 6-12-2005 κατάθεση του εταίρου υπαλλήλου του φαρμακείου Φ, αλλά και την από 6-12-2005 κατάθεση του Μ, οι οποίοι και αντελήφθησαν αρκετές φορές τον πρώτο αναιρεσείοντα να μεταφέρει φάρμακα εκτός του φαρμακείου την κρίσιμη χρονική περίοδο, χωρίς να σκεφθούν τότε κάτι επιλήψιμο γι' αυτόν αφού ακόμα όλοι του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη). Έτσι ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 με την πράξη του αυτή συμπεριφέρθηκε απέναντι στα φάρμακα και λοιπά προϊόντα σαν κύριος, δηλαδή εκδήλωσε με την απομάκρυνσή τους από το χώρο του φαρμακείου, όπου η μηνύτρια ασκούσε σ' αυτά φυσική εξουσία ως κυρία και κάτοχος, τη θέληση του να τα ιδιοποιηθεί και να τα ενσωματώσει στην περιουσία του. Η πράξη του δευτέρου αναιρεσείοντος ο οποίος παραλάμβανε τα φάρμακα μετά την ιδιοποίησή τους από τον πρώτο αναιρεσείοντα, θα πρέπει να κριθεί ως απλή συνέργια προς τον τελευταίο, δράστη της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης, αφού παρεσχέθη προς αυτόν κατά την τέλεση του εγκλήματος και μέχρι την ουσιαστική αποπεράτωση αυτού, δηλαδή έως ότου ο πρώτος αναιρεσείων προέβαινε στην τελευταία επιμέρους πράξη υπεξαιρέσεως. Κατά το μήνα Μάιο του 2003 οι διαχειριστές της μηνύτριας αντελήφθησαν τις παράνομες ενέργειες του πρώτου αναιρεσείοντος υπαλλήλου τους, αφού αυτός απέκρυπτε τις οχλήσεις της φαρμακαποθήκης για εξόφληση των οφειλομένων (ίδετε την υπ' αριθμ. ...' έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...). Τότε ο πρώτος αναιρεσείων προ της εξελίξεως αυτής παρουσία και του συζύγου της Μ αναγνώρισε, ενώπιον των διαχειριστών της μηνύτριας, την ευθύνη του και υποσχέθηκε ότι με δικά του χρήματα θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα, για τις υπεξαιρεθείσες ποσότητες φαρμάκων, ποσά στην προμηθεύτρια φαρμακαποθήκη. Προς τούτο παρέδωσε στην τελευταία στις 19-5-2003 τις υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ1 ποσού 66000 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνία εκδόσεως 20-8-2003 και 20-9-2003 αντίστοιχα, συρόμενες στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των δύο αναιρεσειόντων στην ως άνω Τράπεζα. Στις 1-8-03 την μεταχρονολογημένη υπ' αριθμ. ... επιταγή της Alpha Bank εκδόσεως του ιδίου του πρώτου αναιρεσείοντος, ποσού 94.702,03 ευρώ, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του στην ως άνω Τράπεζα με ημερομηνία εκδόσεως την 30-12-2003. Στις 16-1-2004 την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ποσού 47000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως την 15-1-2004, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του ιδίου στην ως άνω Τράπεζα (ίδετε τις υπ' αριθμ. ... και 18/04 αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας '' Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.''). Όμως στις παραπάνω επιταγές εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης, οι δύο αναιρεσείοντες από κοινού ενεργούντες, έθεσαν τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρίας και με ελεύθερη χάραξη μία υπογραφή ώστε να εμφανίζεται έναντι των τρίτων ότι αυτή ανήκει σ' έναν από τους δύο διαχειριστές της μηνύτριας εταιρίας και στη συνέχεια ο μεν πρώτος αναιρεσείων Χ2 έκανε χρήση αυτών, παραδίδοντας τις επιταγές αυτές στην προμηθεύτρια εταιρία ''Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.'' εν αγνοία των ομορρύθμων εταίρων της μηνύτριας εταιρίας, ώστε να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της προμηθεύτριας εταιρίας ότι οι επιταγές προέρχονται από την μηνύτρια και να δεχθούν αυτές προς εξόφληση δήθεν οφειλής της τελευταίας από την αγορά φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων ενώ, στην πραγματικότητα, τα προϊόντα αυτά είχαν παραγγελθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα και ακολούθως ιδιοποιήθηκαν παράνομα από τον ίδιο και, συνεπώς, η μηνύτρια εταιρία δεν όφειλε το ποσό των επιταγών στην προμηθεύτρια εταιρία, την δε αξία των ανωτέρω προϊόντων καρπώθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ο δε δεύτερος τούτων Χ1, στις 22-11-2006, έκανε χρήση των πλαστών αυτών επιταγών προσκομίζοντάς τες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την συζήτηση της υπ' αριθμ. 540090/05 αίτησής του κατά της εταιρίας ''Συστεγασμένα Φαρμακεία Β2 - Β1 ΟΕ'' και ατομικά κατά των δύο ομορρύθμων εταίρων της, με την οποία αίτηση ζητούσε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων γιατί ήταν επισφαλής η απαίτηση που είχε έναντι αυτών από δάνειο που τους είχε χορηγήσει με τις τρεις αυτές επιταγές που τους παρέδωσε. Με τις πράξεις τους αυτές οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη παράνομη βλάβη της περιουσίας της μηνύτριας εταιρίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 179000 ευρώ για το οποίο εκδόθηκαν οι ως άνω επιταγές. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι από την πλευρά τους αρνούνται την κατηγορία. Ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και των νομίμων εκπροσώπων της μηνύτριας εταιρίας είχε συσταθεί αφανής εταιρία και συνεπώς αυτός είχε κάθε δικαίωμα να αγοράζει και να διαθέτει κατά βούληση οποιαδήποτε ποσότητα φαρμάκων και ότι είχε τη συναίνεση των ανωτέρω να θέτει την υπογραφή τους και τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρίας όπου ο ίδιος έκρινε. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο Βούλευμα ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι το από 26-11-91 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκομίζει προς απόδειξη της αφανούς εταιρίας είναι ανυπόγραφο κα δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτή η εξήγησή του ότι η έλλειψη των υπογραφών των δύο άλλων συμβαλλομένων οφείλεται στο ότι αυτοί αμελούσαν να το υπογράψουν επί δώδεκα συνεχή έτη ενώ το αληθές είναι ότι οι συγκεκριμένοι απλώς δε συμφώνησαν τελικά στη σύσταση της αφανούς εταιρίας. Το ότι δε οι μάρτυρες καταθέτουν πως έβλεπαν τον πρώτο αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο συνεχώς στο φαρμακείο μια και δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο για τις εσωτερικές σχέσεις αυτού και της μηνύτριας δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός και στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος συμμετείχε σε αφανή εταιρία με τους νομίμους εκπροσώπους της μηνύτριας εταιρίας. Όσον αφορά δε στο γεγονός ότι αυτός είχε για μεγάλο διάστημα ουσιαστικά τη διαχείριση και τη λειτουργία του φαρμακείου και τη συναίνεση των δύο φαρμακοποιών να υπογράφει αντ' αυτών σε απλές καθημερινές συναλλαγές της εταιρίας, δεν σημαίνει ότι του είχαν παραχωρήσει το δικαίωμα να επιβαρύνει τη μηνύτρια με δικαιοπραξίες χιλιάδων ευρώ χωρίς οι ίδιοι να έχουν προηγουμένως ενημερωθεί και ότι είχαν συναινέσει στο να υπογράφει εκείνος αντ' αυτών οποτεδήποτε και μάλιστα όχι πριν τον Απρίλιο του 2003 αλλά αργότερα, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο που είχε αποκαλυφθεί η δράση του, είχε αυτός παραδεχτεί τις παράνομες πράξεις του και υποσχέθηκε να εξοφλήσει αυτός την οφειλή. Ο στενός δε σύνδεσμος μεταξύ των δύο αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτοί διέθεταν κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ότι οι επίμαχες πλαστές επιταγές που δόθηκαν στην φαρμακαποθήκη για ένα αρκετά σεβαστό ποσό της τάξεως των 179000 ευρώ, ήταν εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που κατέθεσε αγωγή και ζήτησε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της μηνύτριας στηριζόμενος στις πλαστές αυτές επιταγές. Αναμφίβολα λοιπόν προκύπτει πως ο δεύτερος αναιρεσείων βοήθησε στην περαιτέρω διάθεση των φαρμάκων που ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 υπεξαιρούσε από το φαρμακείο της μηνύτριας. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο Βούλευμά του έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που στηρίζουν τις κατηγορίες εναντίον των αναιρεσειόντων για τις αξιόποινες πράξεις α)της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ - αμφότεροι - β) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73000 ευρώ κατ' εξακολούθηση - ο πρώτος - γ) της απλής συνέργιας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73000 ευρώ κατ' εξακολούθηση - ο δεύτερος, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13γ, 14, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 45, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 3α, 375 παρ.1β Π.Κ. και αφού απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων, επικύρωσε το πρωτοβάθμιο υπ' αριθμ. 170/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για τις ως άνω πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο Βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι ως άνω αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Κατά συνέπεια, δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι το προσβαλλόμενο Βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ότι δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των ως άνω άρθρων και ότι το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του. Κατά το μέρος βέβαια, που με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Συμβουλίου ως προς το τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχουν αυτές ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγομένης σε πράγματα κρίσης του Συμβουλίου και πρέπει γι' αυτό να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 585 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους ανωτέρω λόγους
Προτείνω:
1) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 160/9-9-2009 και 161/9-9-2009 αιτήσεις αναίρεσης των Χ2 και Χ1, αντίστοιχα, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 1516/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους παραπάνω αναιρεσείοντες. Αθήνα 17/12/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης"

Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση οι υπ'αριθμ.160/2009 και 161/2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, κατοίκων ... κατά του υπ' αριθμ. 1516/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία ως αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 56/6-2-2009 και 55/6-2-2009 εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 170/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με βλάβη άλλου και αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ο πρώτος κατηγορούμενος και της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με βλάβη άλλου και αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ο δεύτερος κατηγορούμενος. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη της παρ.1 εδ.α'του άρθρου 375 ΠΚ "Οποίος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ώς τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδας (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β'του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη , προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π.Κ. "όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένης άδικης πράξης που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση του να συμβάλλει στην τέλεση της από τον αυτουργό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από την προπαρατεθείσα ποινική διάταξη με την οποία προστατεύεται η περί τα υπομνήματα δημόσια πίστη και η ασφάλεια των συναλλαγών, προκύπτει ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αρχήθεν κατάρτιση πλαστού εγγράφου εκ μέρους του υπαιτίου, που εμφανίζει ότι αυτό (έγγραφο) κατηρτίσθη δήθεν από άλλο πρόσωπο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας και του περιεχομένου του, δυναμένη να γίνει δια της προσθήκης ή εξαλείψεως λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικούς δε δόλος του δράστη, περιλαμβάνων τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων το έγκλημα πραγματικών περιστατικών και σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης.
Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, ο υπαίτιος πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, εάν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 250.00000 δραχμών ή 73000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την προπαρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι προς θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με ταυτόχρονη βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, αδιαφόρως της επιτεύξεως ή μη του σκοπού του υπό προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73000 ευρώ.
Εξάλλου, επί πλαστογραφίας για την ύπαρξη συναυτουργίας με την έννοια του άρθρου 45 ΠΚ αρκεί ότι περισσότεροι του ενός συναποφάσισαν να καταρτίσουν πλαστό έγγραφο και ανέθεσαν την ιδιόχειρη κατάρτιση σ' ένα εκ των συναυτουργών, δηλαδή από Κοινού, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, όλοι δε τελούσαν σε γνώση της πρόθεσης του άλλου για την τέλεση του αδικήματος αυτού.
Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ζ' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκηση της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋπόθεσεις.
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και δη από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις έγγραφες εξηγήσεις των κατηγορουμένων κατά την προκαταρκτική, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες των εκκαλούντων κατηγορουμένων, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα υποβληθέντα μέχρι σήμερα υπομνήματα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο Β2 και η Β1 δυνάμει του υπ' αριθμ.... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουτσαφάρου-Γιακουμάκη, νομίμως καταχωρημένου στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνέστησαν Ομόρρυθμη Εμπορική Εταιρία με την επωνυμία "Συστεγασμένα Φαρμακεία Β2 και Β1 Ο.Ε." με έδρα το επί της οδού ... στην ... μισθωμένο κατάστημα-φαρμακείο. Ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2 εργαζόταν ως υπάλληλος στο συγκεκριμένο φαρμακείο από 13-1-1992. Η σχέση τους με τους ανωτέρω φαρμακοποιούς-διαχειριστές και νομίμους εκπροσώπους της μισθώτριας εταιρίας ήταν ομαλή επί σειρά ετών. Ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης των ανωτέρω και πραγματοποιούσε για λογαριασμό τους παραγγελίες και αγορές φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων, πληρωμές και διάφορες άλλες εμπορικές πράξεις που αφορούσαν τη λειτουργία του φαρμακείου και γενικά της επιχείρησης (βλ. σχετ. και τις καταθέσεις του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας "Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε." ... και της λογίστριας της μισθώτριας Π στην Πταισματοδίκη Αθηνών).
Από τον Ιανουάριο του 2002 όμως και μέχρι τα μέσα Μαΐου 2003 ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ελευθερία κινήσεων που είχε καθώς και το γεγονός ότι ο εκ των συνεταίρων της ομόρρυθμης εταιρίας Β2 αντιμετώπιζε σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα και απουσίαζε διαρκώς τον τελευταίο καιρό από το φαρμακείο, η δε Β1 ήταν η ίδια ασθενής και αδυνατούσε να επιμεληθεί συστηματικά των υποθέσεων της εταιρίας αν και εμφανιζόταν τακτικά στο φαρμακείο, με τη βοήθεια του συμπατριώτη του και στενού του φίλου και συνεργάτη του φαρμακοποιού Χ1, δευτέρου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, παρήγγειλε στην προμηθεύτρια εταιρία του φαρμακείου της μηνύτριας "Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε." φάρμακα και λοιπά παραφαρμακευτικά προϊόντα, συνολικής αξίας περίπου 230000 ευρώ, χωρίς να έχει προηγουμένως συνεννοηθεί με κάποιον από τους διαχειριστές της μηνύτριας, χρεώνοντας βέβαια το λογαριασμό της τελευταίας στη φαρμακαποθήκη και ακολούθως μόλις γινόταν η παραλαβή των εμπορευμάτων στο φαρμακείο ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος έχοντας πλέον τη νόμιμη κατοχή τους ως υπάλληλος του φαρμακείου, αντί να τα πωλεί στους πελάτες της μηνύτριας τα παραλάμβανε σταδιακά λίγα λίγα, απομακρύνοντας τα έτσι από τη σφαίρα εξουσίας της μηνύτριας και στη συνέχεια τα διοχέτευε στο φαρμακείο που διατηρούσε ο δεύτερος αναιρεσείων-κατηγορούμενος στους ..., ο οποίος πλέον και τα διέθετε προς πώληση στους πελάτες του φαρμακείου του, το δε τίμημα από την πώληση αυτών το μοιράζονταν οι δύο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι και βέβαια δεν το απέδιδαν στην μηνύτρια (βλ. την από 6-12-2005 κατάθεση του εταίρου υπαλλήλου του φαρμακείου Φ, αλλά και την από 6-12-2005 κατάθεση του Μ, οι οποίοι και αντελήφθησαν αρκετές φορές τον πρώτο αναιρεσείοντα να μεταφέρει φάρμακα εκτός του φαρμακείου την κρίσιμη - χρονική περίοδο, χωρίς να σκεφθούν τότε κάτι επιλήψιμο γι' αυτόν αφού ακόμα όλοι του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη). Έτσι ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 με την πράξη του αυτή συμπεριφέρθηκε απέναντι στα φάρμακα και λοιπά προϊόντα σαν κύριος, δηλαδή εκδήλωσε με την απομάκρυνση τους από το χώρο του φαρμακείου, όπου η μηνύτρια ασκούσε σ' αυτά φυσική εξουσία ως κυρία και κάτοχος, τη θέληση του να τα ιδιοποιηθεί και να τα ενσωματώσει στην περιουσία του. Η πράξη του δευτέρου αναιρεσείοντος ο οποίος παραλάμβανε τα φάρμακα μετά την ιδιοποίηση τους από τον πρώτο αναιρεσείοντα, θα πρέπει να κριθεί ως απλή συνεργεία προς τον τελευταίο, δράστη της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης, αφού παρεσχέθη προς αυτόν κατά την τέλεση του εγκλήματος και μέχρι την ουσιαστική αποπεράτωση αυτού, δηλαδή έως ότου ο πρώτος αναιρεσείων προέβαινε στην τελευταία επιμέρους πράξη υπεξαιρέσεως.
Κατά το μήνα Μάιο του 2003 οι διαχειριστές της μηνύτριας αντελήφθησαν τις παράνομες ενέργειες του πρώτου αναιρεσείοντος υπαλλήλου τους, αφού αυτός απέκρυπτε τις οχλήσεις της φαρμακαποθήκης για εξόφληση των οφειλομένων (ίδετε την υπ' αριθμ. 11160/Γ' έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...). Τότε ο πρώτος αναιρεσείων προ της εξελίξεως αυτής παρουσία και του συζύγου της Μ αναγνώρισε, ενώπιον των διαχειριστών της μηνύτριας, την ευθύνη του και υποσχέθηκε ότι με δικά του χρήματα θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα, για τις υπεξαιρεθείσες ποσότητες φαρμάκων, ποσά στην προμηθεύτρια φαρμακαποθήκη.
Προς τούτο παρέδωσε στην τελευταία στις 19-5-2003 τις υπ' αριθμ. ...μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ1 ποσού 66000 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνία εκδόσεως 20-8-2003 και 20-9-2003 αντίστοιχα, συρόμενες στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των δύο αναιρεσειόντων στην ως άνω Τράπεζα. Στις 1-8-03 την μεταχρονολογημένη υπ' αριθμ. ... επιταγή της Αlpha Bank εκδόσεως του ιδίου του πρώτου αναιρεσείοντος, ποσού 94.702,03 ευρώ, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του στην ως άνω Τράπεζα με ημερομηνία εκδόσεως την 30-12-2003. Στις 16-1-2004 την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ποσού 47000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως την 15-1-2004, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του ιδίου στην ως άνω Τράπεζα (ίδετε τις υπ' αριθμ. ... αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας " Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.").
Όμως στις παραπάνω επιταγές εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης, οι δύο αναιρεσείοντες από κοινού ενεργούντες, έθεσαν τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρίας και με ελεύθερη χάραξη μία υπογραφή ώστε να εμφανίζεται έναντι των τρίτων ότι αυτή ανήκει σ' έναν από τους δύο διαχειριστές της μηνύτριας εταιρίας και στη συνέχεια ο μεν πρώτος αναιρεσείων Χ2 έκανε χρήση αυτών, παραδίδοντας τις επιταγές αυτές στην προμηθεύτρια εταιρία "Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε,Ε." εν αγνοία των ομορρύθμων εταίρων της μηνύτριας εταιρίας, ώστε να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της προμηθεύτριας εταιρίας ότι οι επιταγές προέρχονται από την μηνύτρια και να δεχθούν αυτές προς εξόφληση δήθεν οφειλής της τελευταίας από την αγορά φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων ενώ, στην πραγματικότητα, τα προϊόντα αυτά είχαν παραγγελθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα και ακολούθως ιδιοποιήθηκαν παράνομα από τον ίδιο και, συνεπώς, η μηνύτρια εταιρία δεν όφειλε το ποσό των επιταγών στην προμηθεύτρια εταιρία, την δε αξία των ανωτέρω προϊόντων καρπώθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ο δε δεύτερος τούτων Χ1, στις 22-11-2006, έκανε χρήση των πλαστών αυτών επιταγών προσκομίζοντας τες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την συζήτηση της υπ' αριθμ. 540090/05 αίτησης του κατά της εταιρίας "Συστεγασμένα Φαρμακεία Β2 - Β1 τελικά στη σύσταση της αφανούς εταιρίας. Το ότι δε οι μάρτυρες καταθέτουν πως έβλεπαν τον πρώτο αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο συνεχώς στο φαρμακείο μια και δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο για τις εσωτερικές σχέσεις αυτού και της μηνύτριας δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός και στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατηγορούμενος συμμετείχε σε αφανή εταιρία με τους νομίμους εκπροσώπους της μηνύτριας εταιρίας. Όσον αφορά δε στο γεγονός ότι αυτός είχε για μεγάλο διάστημα ουσιαστικά τη διαχείριση και τη λειτουργία του φαρμακείου και τη συναίνεση των δύο φαρμακοποιών να υπογράφει αντ' αυτών σε απλές καθημερινές συναλλαγές της εταιρίας, δεν σημαίνει ότι του είχαν παραχωρήσει το δικαίωμα να επιβαρύνει τη μηνύτρια με δικαιοπραξίες χιλιάδων ευρώ χωρίς οι ίδιοι να έχουν προηγουμένως ενημερωθεί και ότι είχαν συναινέσει στο να υπογράφει εκείνος αντ' αυτών οποτεδήποτε και μάλιστα όχι πριν τον Απρίλιο του 2003 αλλά αργότερα, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο που είχε αποκαλυφθεί η δράση του, είχε αυτός παραδεχτεί τις παράνομες πράξεις του και υποσχέθηκε να εξοφλήσει αυτός την οφειλή. Ο στενός δε σύνδεσμος μεταξύ των δύο αναίρεσειόντων - κατηγορουμένων προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτοί διέθεταν κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ότι οι επίμαχες πλαστές επιταγές που δόθηκαν στην φαρμακαποθήκη για ένα αρκετά σεβαστό ποσό της τάξεως των 179000 ευρώ, ήταν εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που κατέθεσε αγωγή και ζήτησε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της μηνυτριας στηριζόμενος στις πλαστές αυτές Β1 ΟΕ" και ατομικά κατά των δύο ομορρύθμων εταίρων της, με την οποία αίτηση ζητούσε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων γιατί ήταν επισφαλής η απαίτηση που είχε έναντι αυτών από δάνειο που τους είχε χορηγήσει με τις τρεις αυτές επιταγές που τους παρέδωσε. Με τις πράξεις τους αυτές οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη παράνομη βλάβη της περιουσίας της μηνύτριας εταιρίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 179000 ευρώ για το οποίο εκδόθηκαν οι ως άνω επιταγές.
Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι από την πλευρά τους αρνούνται την κατηγορία. Ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και των νομίμων εκπροσώπων της μηνύτριας εταιρίας είχε συσταθεί αφανής εταιρία και συνεπώς αυτός είχε. κάθε δικαίωμα να αγοράζει και να διαθέτει κατά βούληση οποιαδήποτε ποσότητα φαρμάκων και ότι είχε τη συναίνεση των ανωτέρω να θέτει την υπογραφή τους και τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρίας όπου ο ίδιος έκρινε. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο Βούλευμα ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι το από 26-11-91 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκομίζει προς απόδειξη της αφανούς εταιρίας είναι ανυπόγραφο κα δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτή η εξήγηση του ότι η έλλειψη των υπογραφών των δύο άλλων συμβαλλομένων οφείλεται στο ότι αυτοί αμελούσαν να το υπογράψουν επί δώδεκα συνεχή έτη ενώ το αληθές είναι ότι οι συγκεκριμένοι απλώς δε συμφώνησαν επιταγές. Αναμφίβολα λοιπόν προκύπτει πως ο δεύτερος αναιρεσείων βοήθησε στην περαιτέρω διάθεση των φαρμάκων που ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 υπεξαιρούσε από το φαρμακείο της μηνύτριας.
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά των αναιρεσειόντων-κατηγορούμένων για τις αξιόποινες πράξεις α)της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ - αμφότεροι- β) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73000 ευρώ κατ'εξακολούθηση - ο πρώτος - γ) της απλής συνέργιας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73000 ευρώ κατ'εξακολούθηση - ο δεύτερος, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13γ, 14, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ,1α, 45, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 τταρ.1, 3α, 375 παρ.1β Π.Κ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναίρεσειόντων κατηγορουμένων, και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστούν για τις άνω κακουργημοτικές αξιόποινες πράξεις, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή των κατηγορουμένων άνω διάταξη του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτό στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι κάθε αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που παραπέμπεται στο ακροατήριο. Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατά την υποκειμενική και την αντικειμενική αυτής υπόσταση, καθώς επίσης ότι η ζημία της εγκαλούσας επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεώς της (υπεξαίρεσης) και ως προς την παράνομη ιδιοποίηση ξένων πραγμάτων, διότι περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς επίσης διότι δεν περιέχονται ασάφειες και αντιφατικές διατάξεις αφού προσδιορίζονται στο βούλευμα με πληρότητα τα περιστατικά της υπεξαίρεσης και μάλιστα, της κακουργηματικής, κατά την έννοια της ΠΚ 375 παρ.1-2α τελέσεως αυτής. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας, στην άνω πράξη, που κατηγορείται και παραπέμπεται ο δεύτερος αναιρεσείων. Επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται και η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση αυτής και δεν επιχειρείται να στηριχθεί σε επινόηση της μηνύτριας και οτι η ζημία της εγκαλούσας εταιρίας επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της (πλαστογραφίας) και ως προς τον πορισμό περιουσιακού οφέλους, διότι περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση καθώς επίσης διότι δεν περιέχονται ασάφειες και αντιφατικές διατάξεις ως προς τον πορισμό του οφέλους, που ανέρχεται και για τους δύο (2) κατηγορούμενους στις 230.000 ευρώ, αφού προσδιορίζονται στο βούλευμα με πληρότητα, τόσο τα περιστατικά της πράξεως αυτής και μάλιστα, της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατά την έννοια της ΠΚ 216 παρ.1-3α τελέσεως αυτής, όσο και ως προς τον πορισμό του οφέλους, που επήλθε από αυτή. Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τις αιτήσεις τους, ισχυρίζονται κατά λέξη τα εξής: ότι "το συμβούλιο Εφετών υπερέβη και την εξουσία του, αφού με την αναφορά στην αιτιολογία, σε σχέση πάντα με την παραπομπή, ότι δήθεν "υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων", δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι αυτό αξίωσε για την παραπομπή των κατηγορούμενων στο ακροατήριο, τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο και ειδικότερα από το άρθρο 310 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., δηλαδή "σοβαρές ενδείξεις ενοχής", αλλά αρκέσθηκε σε λιγότερα, δηλαδή στις ανωμοτί καταθέσεις των μηνυτών και στις ένορκες καταθέσεις δυο μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες είναι καθ' όλα ψευδείς και συκοφαντικές, παραβλέποντας αξιόπιστες μαρτυρικές καταθέσεις και πληθώρα αποδεικτικών εγγράφων (όσα αναφέρονται λεπτομερώς ως άνω) τα οποία αποδεικτικά στοιχεία συνηγορούν προς υπεράσπιση μου". Αβάσιμα όμως, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμά, το άνω Συμβούλιο διαπίστωσε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για να δικαστούν για τις άνω αξιόποινες πράξεις, την κρίση του δε αυτή σχημάτισε από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, που στο εν λόγω βούλευμα εκτίθενται.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση καθενός από τα πιο πάνω εγκλήματα, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει κάθε αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, καθώς και ο από το αυτό άρθρο παρ.1, περ.στ', για υπέρβαση εξουσίας, λογός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου με την επίκληση των άνω λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 9 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.160 και 161/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, των : Χ2 και Χ1, αιτήσεις για αναίρεση του με αριθμό 1.516/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.Και

Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή