Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 303 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Έγγραφα, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Εφέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.




Περίληψη:
Απαράδεκτη η αναίρεση που στρέφεται κατά απόφασης που απέρριψε αίτηση για επεκτατικό αποτέλεσμα ενδίκου μέσου. Διαδικαστικά έγγραφα λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και δεν δημιουργείται ακυρότητα από τη μη ανάγνωσή των. Εκπρόθεσμη έφεση. Επίδοση ως άγνωστης διαμονής. Επίκληση ότι δεν έλαβε γνώση, δίχως ο εκκαλών να ισχυρίζεται ότι είναι γνωστής διαμονής. Δεν συνιστά ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα η επίκληση ότι δεν έλαβε γνώση ο εκκαλών, δίχως να προσδιορίζει άλλα περιστατικά.




Αριθμός 303/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοτύλια και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Βασιλείου, για αναίρεση της 3254/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαΐου 2008 και 6 Ιουνίου 2008, δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στο από 19 Νοεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1078/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 469 εδ. δ του ΚΠΔ, "Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του". Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 504 που προσδιορίζει τις αποφάσεις κατά των οποίων επιτρέπεται αναίρεση και εκείνη του άρθρου 145 του ίδιου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει (εκτός άλλων) γενικώς τη συμπλήρωση ή διόρθωση της δικαστικής αποφάσεως, προκύπτει ότι η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 469 ΚΠΔ, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, προβαίνει σε συμπλήρωση προηγούμενης αποφάσεώς του αναφορικά με το επεκτατικό αποτέλεσμα, ή απορρίπτει τέτοια αίτηση, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, γιατί δεν υπάγεται σε κάποια από τις κατηγορίες αποφάσεων εναντίον των οποίων επιτρέπεται αναίρεση, ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη επιτρέπεται ειδικώς το ένδικο αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσειόντος Χ2, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 3254/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η εισαχθείσα από 28-2-2008 (αυτοτελής) αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για συμπλήρωση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 εδ. δ' ΚΠΔ, της υπ' αριθμ. 253/2007 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, αναφορικά με το επεκτατικό αποτέλεσμα. Η προσβαλλόμενη όμως απόφαση, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως και συνεπώς η κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου για αναίρεση της αποφάσεως εκείνης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (αρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Να σημειωθεί ότι η απόρριψη της αναιρέσεως δεν αποκλείεται να γίνει και από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει δημόσια, κατά το άρθρο 513 ΚΠΔ, χωρίς δε άλλη, πρόσθετη, ειδοποίηση του διαδίκου που το άσκησε, όπως γίνεται όταν τούτο συνεδριάζει σε Συμβούλιο (αρθρ. 476 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών- κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Εξάλλου, η απόρριψη ως εκπρόθεσμου ένδικου μέσου, που ασκήθηκε εμπροθέσμως, θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας, για να έχει δε η απόφαση, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, αρκεί να διαλαμβάνει τον χρόνο της νόμιμης επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκείνον της ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των κατά το άρθρο 161 παρ.1 του ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, το νομότυπο και έγκυρο της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ως διαδικαστική προϋπόθεση, βάσει των αναφερομένων στο οικείο αποδεικτικό. Αν όμως εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, προβάλλει, είτε ότι, παρά τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό, δεν έγινε εγκύρως η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η προαναφερόμενη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3254/2008 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί της εφέσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1 κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας 5969/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί, ερήμην, σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, αφού ερεύνησε τον προβληθέντα ισχυρισμό του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ότι η έφεσή του ήταν εμπρόθεσμη επειδή αυτός δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, απέρριψε, στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έφεση, ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), με την εξής αιτιολογία, η οποία να σημειωθεί, ότι περιλαμβάνει τα αναγκαία, κατά τα ανωτέρω, στοιχεία, ώστε να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη: "Από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με όρκο στο ακροατήριο και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής: "Με την 5694/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο εκκαλών-κατηγορούμενος (Χ1) καταδικάστηκε ερήμην του, για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκίες μαρτύρων και συκοφαντική δυσφήμηση, σε συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 4-4-2004, ως αγνώστου διαμονής, κατά το άρθρο 156 & 2 ΚΠΔ σε συνδυασμό με την παρ.1 του ίδιου άρθρου, αφού, όπως αναφέρεται στο οικείο και με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα στο Α/Τ ..., ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ... στο Δήμο ..., αλλά ούτε και κανένα από τα αναφερόμενα στην παρ.1 του άρθρου 156 ΚΠΔ πρόσωπα και η διαμονή του ήταν άγνωστη. Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο Δήμαρχο ... και ειδικότερα στην ορισθείσα υπ' αυτού, για τον πιο πάνω σκοπό, υπάλληλο του Δήμου ..., η οποία, αυθημερόν (4-4-04), επιμελήθηκε της τοιχοκολλήσεως της αποφάσεως στο δημοσιότερο σημείο του Δήμου, ενώ υπέγραψε και τη σχετική έκθεση. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατά την προανάκριση, ούτε είχε προβεί σε δήλωση της κατοικίας του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 273 & 1 ΚΠΔ. Η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε είχε δηλωθεί ως τόπος κατοικίας του, με την από 10-10-2000 μήνυση-έγκληση της .... Την διεύθυνση αυτή είχε δηλώσει και ο κατηγορούμενος στις 19-5-1998 στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, όταν εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του και συντάχθηκε η υπό ίδια ημερομηνία ένορκη βεβαίωση. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε εγκύρως, στον κατηγορούμενο αυτό και η επίδοση αυτή ολοκληρώθηκε στις 4-4-04 και από τότε άρχισε η διαδρομή της από το άρθρο 473 & 1 ΚΠΔ προθεσμίας, για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Περαιτέρω από την με αριθμό 980/2008 έκθεση της κρινόμενης έφεσης, προκύπτει ότι αυτή υποβλήθηκε στον αρμόδιο γραμματέα στις 30-1-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών, με αποτέλεσμα να είναι εκπρόθεσμη. Στην έκθεση εφέσεως του ο εκκαλών υποστηρίζει ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της προσβαλλομένης απόφασης, παρά μόνο στις 24-1-08, από το Α/Τ .... Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, χωρίς να διαλαμβάνει, ιδίως την αιτία για την οποία ο εκκαλών δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και της επιδόσεως αυτής (κατά την 4-4-2004) επί τόσα έτη, ως και πως πληροφορήθηκε από το Α/Τ ... την ύπαρξη της λίγο πριν την άσκηση της εφέσεως και δίχως ακολούθως να διατυπώνεται, είτε ως ισχυρισμός ο οποίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως, είτε ως ισχυρισμός ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος για την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως δεν είναι πλήρης και ορισμένος και συνακόλουθα απορριπτέος. Μόνο στο ακροατήριο προέβαλε, δια του συνηγόρου του, κατ' εκτίμηση, πλην απαραδέκτως ότι είχε γνωστή διαμονή, την από την εξετασθείσα μάρτυρα του αναφερομένη, την οποία όμως δεν είχε δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Εν όψει αυτών η κρινόμενη έφεση του Χ1 κατά της 5969/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της και πρέπει να απορριφθεί, ενώ πρέπει σε βάρος του να επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα". Ο κατηγορούμενος, για να δικαιολογήσει την, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, όπως προκύπτει από το κείμενο αυτής, είχε μόνο διαλάβει σ' αυτήν ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι εκλήθη ως αγνώστου διαμονής, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής και ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής, παρά μόνον την 24/1/2008 από το Α/Τ ...", ο δε συνήγορός που τον εκπροσώπησε, κατ' άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ στη δίκη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως, αφού έλαβε το λόγο, "ζήτησε να γίνει δεκτό ότι η κρινόμενη έφεση έχει εμπρόθεσμα ασκηθεί και ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας για την απόδειξη η, ...". Από την παραπάνω έκθεση εφέσεως, που παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών δεν εκθέτει σ' αυτήν τον λόγο για τον οποίο δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης ως αγνώστου διαμονής, δοθέντος ότι δεν επικαλείται ότι, κατά το χρόνο της επίδοσης της αποφάσεως, είχε γνωστή διαμονή, την οποία, σε κάθε περίπτωση, ούτε και προσδιορίζει. Αλλά και κατά τη συζήτηση της έφεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, αλλά και η μάρτυρας που εξετάστηκε κατόπιν αιτήματος του, δεν προσδιόρισαν συγκεκριμένη γνωστή διαμονή του εκκαλούντος. Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός, χωρίς να διαλαμβάνει, ιδίως την αιτία για την οποία ο εκκαλών δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και της επιδόσεως αυτής (κατά την 4-4-2006) επί τόσα έτη, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες πληροφορήθηκε την ύπαρξή της λίγο πριν την άσκηση της εφέσεως και δίχως ακολούθως να διατυπωθεί, είτε ως ισχυρισμός ο οποίος εμάχετο κατά του κύρους της επιδόσεως, είτε ως ισχυρισμός ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος για την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, δεν ήταν πλήρης και ορισμένος. Δεν επικαλέστηκε, συνεπώς, συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, δοθέντος ότι η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, που επιδόθηκε νομίμως, δεν συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, λόγο ανώτερης βίας, ενόψει μάλιστα του ότι δεν επικαλέστηκε και την άγνοια του γεγονότος ότι εκκρεμούσε σε βάρος του η συνολική ποινική διαδικασία. Έτσι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να επεκτείνει την απορριπτική αιτιολογία του και επί του αόριστου αυτού ισχυρισμού και συνεπώς, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο θα έπρεπε το δικαστήριο να αιτιολογήσει επαρκώς και εμπεριστατωμένως τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου που δικαιολογούσε το εκπρόθεσμο της εφέσεώς του και να λάβει υπόψη του τα προς τούτο προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μάρτυρα) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, από το μνημονευόμενο στην απόφαση με ημερομηνία ... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος ..., προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης και με αριθμό 5969/2004 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έγινε την ανωτέρω χρονολογία, προς τον υπάλληλο του Δήμου ..., που είχε προς τούτο οριστεί από τον Δήμαρχο ..., ως δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας του αναιρεσειόντος επί της οδού ..., όπου αναζητήθηκε ο ίδιος και τα κατά το άρθρο 156 παρ.1 του ΚΠΔ αναφερόμενα πρόσωπα. Επίσης από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό προκύπτει ότι σημειώνεται σε αυτό ως τόπος συντάξεώς του και επιδόσεως η .... Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναγραφή στην αρχή του σκεπτικού της εκκαλούμενης απόφασης ως 5694/2004 και ως έτους επιδόσεως αυτής το 2004, αντί του ορθού 5969/2004 και 2006, αντίστοιχα, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ίδιας απόφασης, σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι "Ενόψει αυτών η κρινόμενη έφεση του Χ1 κατά της 5969/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι απαράδεκτη", δηλαδή αναφέρεται ο ορθός αριθμός αυτής, ο οποίος επαναλαμβάνεται και στο διατακτικό και στο από 4-4-2006 αποδεικτικό επίδοσης της αναφέρεται ο ίδιος αριθμός απόφασης και ως χρόνος επίδοσης το έτος 2006. Επομένως, η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και ειδικότερα ως εκπρόθεσμη, η έφεση περιέχει όλα τα, για την πληρότητα της, στοιχεία και δεν στερείται της από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι και ο από το ίδιο άρθρο παρ.1 στοιχ. Η', δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την έφεση του ως απαράδεκτη, ενώ ήταν εμπρόθεσμη, υπερέβη την εξουσία του. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία για τη στήριξη της κατηγορίας έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο η κλήση του κατηγορουμένου προς εμφάνισή του στο δικαστήριο, το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως αυτής, παρεμπίπτουσες αποφάσεις, τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του το από 4-4-2006 (εκ παραδρομής ποσδιοριζόμενο ως από 4-4-2004) αποδεικτικό επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης και την 980/2008 έφεση, χωρίς τα έγγραφα αυτά να αναγνωσθούν. Τα έγγραφα όμως αυτά είναι απλά διαδικαστικά έγγραφα και όχι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και επομένως, από τη μη ανάγνωσή τους, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Τέλος αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος για απόλυτη ακυρότητα, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται στα πρακτικά η ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώστηκαν και ειδικότερα "των φορολογικών δηλώσεων, δικαστικών κλήσεων", στα οποία το δικαστήριο στήριξε την απορριπτική της εφέσεως του αναιρεσειόντος κρίση του, διότι με τον τρόπο που αναφέρονται στα πρακτικά τα παραπάνω έγγραφα επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων, στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, με την ανάγνωση τους κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατέστησαν γνωστά τα έγγραφα αυτά κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα και συνεπώς αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, εν σχέσει προς το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι, όπως, εμμέσως, συνομολογεί ο αναιρεσείων με το υπόμνημα, που κατέθεσε στο Δικαστήριο τούτο, ειδικά τις φορολογικές δηλώσεις είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο ίδιος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του Χ1 και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμό 5031/9-6-2008 και 191/2008 αιτήσεις των Χ2 και Χ1, αντίστοιχα και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 3254/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (για τα Πλημμελήματα) Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ