Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2061 / 2014    (Β1, Civil Cases)

Θέμα
Δικηγορική αμοιβή.




Περίληψη:
Εφόσον η απόφαση αναιρέθηκε ως προς την ένδικη υπόθεση, όπως επικαλείται και ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 16 αρθ, 559 ΚΠολΔ, αφού ως προς την υπόθεση αυτή, αναιρέθηκε στο σύνολό της και δεν παράγει δεδικασμένο Περαιτέρω και κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε, δεν παράγει δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα της ιστορικής βάσης εκείνης που κρίθηκε και της ένδικης.




Αριθμός 2061/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Σταθακόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αριστείδη Κυβέλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 26-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4338/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 586/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 6-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του από τον αρ. 11 και κατά το δεύτερο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του α) την από 14-9-2011 αναφορά-αίτηση του αναιρεσείοντος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την άσκηση αναίρεσης κατά των αθωωτικών διατάξεων της 526α, 540, 541/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και τα ταυτάριθμα με τις 4876/2003 και 4370/2008 αποφάσεις πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και β)τον ισχυρισμό, ότι ο αναιρεσίβλητος, με την παραπάνω αίτηση του, συνομολόγησε ότι "είναι πραγματικά αδιανόητο στην Ελλάδα του 2011,να μην μαγνητοφωνείται η προφορική διαδικασία στο ακροατήριο...οι άνθρωποι πηγαίνουν στο φεγγάρι, ο Έλληνας Πρωθυπουργός μαζί με τα κορυφαία στελέχη των ηγεσιών της χώρας (πολιτικής, στρατιωτικής, αστυνομικής κλπ) μαγνητοφωνούνταν συστηματικά κατά τις συνδιαλέξεις τους ...και εμείς δεν βρίσκουμε τρόπο να καταγράφουμε αδιάβλητα ότι ειπώθηκε...". Ο λόγος αυτός κρίνεται, κατά το πρώτο μέρος του αβάσιμος, διότι με την απόφαση βεβαιώνεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση, από τη βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη και τα συγκεκριμένα έγγραφα και κατά το δεύτερο απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο το οποίο, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγήν έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Ο ’ρειος Πάγος ελέγχει μόνο την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον ’ρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω, κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Κατά το έτος 1996 ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) ανέθεσε στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) τη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεών του. Ο ενάγων διεξήγαγε υποθέσεις μεταξύ των οποίων η υπόθεση Σ. και Γ. Κ., για τις οποίες με την 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επιδικάσθηκε στον ενάγοντα απαίτησή του για αμοιβή, σχετικά με το χειρισμό των ανωτέρω υποθέσεων. Με την ίδια απόφαση είχε επιδικασθεί και απαίτηση του για την υπόθεση "κληρονόμων Α.". Κατά της 4876/2003 απόφασης οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις οι οποίες απορρίφθηκαν με την 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Μετά από άσκηση αναίρεσης, η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, μόνο ως προς το κεφάλαιό της, που αφορούσε στην υπόθεση "κληρονόμων Α.". Μετά την αναπομπή της το εφετείο με την 103/2008 απόφασή του εξαφάνισε την 4876/2003 απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη. Με βάση αυτά το εφετείο δέχθηκε ότι η 788/2005 απόφαση, κατά το μέρος που αφορά στην υπόθεση "κληρονόμων Α." δεν παράγει δεδικασμένο, ως προς αυτήν. Στη συνέχεια δέχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την 2222/2008 νέα αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 4338/2011, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Μια από τις υποθέσεις που ο εναγό΅ενος είχε αναθέσει στον ενάγοντα ήταν και αυτή των "κληρονόμων Α.". Την υπόθεση αυτή ο πατέρας του εναγο΅ένου είχε αναθέσει στους δικηγόρους Ν. Κα΅πά και Φ. Δη΅ητρακόπουλο, ΅ε επι΅έλεια των οποίων είχε ασκηθεί σχετική αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η 3453/1990 προδικαστική απόφαση του Πολυ΅ελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο εναγό΅ενος, κατά το Φεβρουάριο του έτους 2000, ανέθεσε τη διεκπεραίωση της στον ενάγοντα αντί α΅οιβής σε ποσοστό 20% επί του αντικει΅ένου της υπόθεσης, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της δίκης. Με την επι΅έλειά του ενάγοντος εκδόθηκε η 44/2001 απόφαση ασφαλιστικών ΅έτρων του Πολυ΅ελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ενάγων άσκησε και παρε΅πίπτουσα αγωγή, η οποία συνεκδικάσθηκε ΅ε την κυρία αγωγή και εκδόθηκε η 10543/2001 οριστική απόφαση του Πολυ΅ελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ΅ε την οποία απορρίφθηκε η παρε΅πίπτουσα αγωγή και έγινε δεκτή η κύρια, ασκήθηκαν δε εφέσεις από τους τότε διαδίκους. Κατά το χρόνο που οι εφέσεις εκκρεμούσαν, οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν και ο εναγό΅ενος ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον ενάγοντα, κατά συνέπεια και την εντολή. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ανάκληση αυτή ήταν αδικαιολόγητη και έγινε προκει΅ένου να αποφύγει ο εναγό΅ενος την καταβολή της συ΅φωνηθείσας α΅οιβής του, ενώ ο εναγό΅ενος υποστηρίζει ότι η ανάκληση ήταν δικαιολογημένη λόγω του κλονισ΅ού της ε΅πιστοσύνης του στο πρόσωπα του ενάγοντος, ο οποίος προκλήθηκε από την άρνηση του τελευταίου να του επιστρέψει δάνειο ποσού 20.000.000 δραχ΅ών, που του είχε χορηγήσει και ήταν αποδοτέο στις 28-12-2002, καθώς και από τις προσπάθειές του να συ΅ψηφίσει το ποσό του δανείου ΅ε διογκωμένες α΅οιβές για υπηρεσίες που δεν είχε προσφέρει. Ο εναγό΅ενος, πράγ΅ατι, στις 7-11-2000, κατάρτισε ΅ε τον ενάγοντα έγγραφη σύ΅βαση δανείου ποσού 20.000.000 δραχ΅ών (ή 58.694,06 ευρώ) αποδοτέου στις 31-12-2002 ΅ε ετήσιο τόκο 1.000.000 δραχ΅ών (ή 2.934,70 ευρώ) το οποίο δόθηκε στον ενάγοντα ΅ε την είσπραξη από αυτόν ισόποσης τραπεζικής επιταγής, έκδοσης του εναγομένου. Τα ανωτέρω (περί δανείου) έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από την 833/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά της οποίας δεν προκύπτει ότι έγινε δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση. Τρεις ημέρες πριν από τη δήλη ημέρα απόδοσης του δανείου, δηλαδή στις 28-12-2002, επήλθε οριστική ρήξη στις μεταξύ τους σχέσεις καθώς ο εναγόμενος δεν αποδέχθηκε συμβιβαστική πρόταση του ενάγοντος να μην του επιστρέψει το ποσό του δανείου, αλλά να του παραδώσει χάριν καταβολής τέσσερις επιταγές, τις οποίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει, σε περίπτωση μη πληρωμής τους. Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ο ενάγων διαπραγματευόταν με το δικηγόρο και παιδικό φίλο του εναγομένου Δ. Κ., στον οποίο υποσχόταν ότι θα επιστρέψει σύντομα το δάνειο των 20.000.000 δρχ, χωρίς να καταλήξουν όμως σε συμφωνία. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κλονισθεί η εμπιστοσύνη του εναγομένου προς τον ενάγοντα, πράγμα που οδήγησε στην προαναφερόμενη ανάκληση της εντολής, η οποία παρίσταται δικαιολογημένη και όχι αδικαιολόγητη. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ότι από την 788/2005 απόφαση, κατά το μη αναιρεθέν από την ΑΠ 880/2007 μέρος της, πηγάζει δεδικασμένο περί της μη ύπαρξης δανείου αφενός και περί του ότι το καταβληθέν σε αυτόν από τον εναγόμενο ποσό των 20.000.000 δρχ στις 7-11-2000 αποτελούσε προκαταβολή της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής του για μέλλουσες ενέργειές του, δεν είναι βάσιμος. Ειδικότερα, η εν λόγω απόφαση δεν έκρινε επί της βασιμότητας ή μη του ανωτέρω ζητήματος, διότι, ο ίδιος ο ενάγων, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση είχε αφαιρέσει από το ποσό που ζητούσε ως αμοιβή του, το ανωτέρω ποσό των 20.000.000 δρχ., που έλαβε στις 7-11-2000 χαρακτηρίζοντας το ποσό αυτό ως "προκαταβολή" της αμοιβής του. Ειδικότερα, η 788/2005 απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται συνολικό ποσό 91.286,48 από το οποίο, όπως ρητώς αναφέρεται στο όγδοο φύλλο αυτής, "πρέπει να αφαιρεθεί ποσό σε ευρώ ισάξιο 20.000.000 δραχμών (58.694,06 ευρώ), το οποίο ο ενάγων αφαιρεί, δεχόμενος ότι το έλαβε από τον εναγόμενο και δεν το συμπεριλαμβάνει στο αίτημα της αγωγής", με αποτέλεσμα να μη δικαιούται το Δικαστήριο να το ερευνήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτε βεβαίως να το επιδικάσει. Η δε 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν έκρινε επί της βασιμότητας ή μη του ισχυρισμού της καταβολής του εν λόγω ποσού εν είδει προκαταβολής αμοιβής ή εν είδει δανείου αλλά μόνο επί της νομικής ορθότητας της κρίσης περί του ότι η προκαταβολή ποσού έναντι συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής δεν επιφέρει κατάργηση της εργολαβίας. Περαιτέρω, συνεχίζει το εφετείο, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι σχέσεις του με τον εναγόμενο κλονίσθηκαν από υπαιτιότητα του τελευταίου και ειδικότερα εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, συνιστάμενης σε παράνομες μαγνητοφωνήσεις των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών τους που εκδηλώθηκαν από τα τέλη Μαρτίου 2002 έως τις 28-12-2002. Ωστόσο ο εναγόμενος έχει αθωωθεί αμετακλήτως για τις εν λόγω πράξεις με την 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, σχετική δε με τις πράξεις αυτές αγωγή του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που ισχυρίστηκε ότι του προκάλεσε η ανωτέρω συμπεριφορά, απορρίφθηκε τελεσιδίκως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την 634/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά της οποίας εκκρεμεί αναίρεση. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, καταλήγει το εφετείο, αποδεικνύεται ότι η προαναφερόμενη ανάκληση της εντολής ήταν δικαιολογημένη και δεν οφείλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα εργολαβική αμοιβή από την υπόθεση "κληρονόμων Α.". Με το δεύτερο (στοιχ. α και β), λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, από τον αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε ότι παράγεται δεδικασμένο από την 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, η οποία δέχεται ότι αιτία της διατάραξης των σχέσεων των διαδίκων υπήρξε η καχυποψία του αναιρεσίβλητου και ότι η ανάκληση της εντολής ήταν αδικαιολόγητη, ειδικότερα δε έγινε προκει΅ένου αυτός να αποφύγει την καταβολή της α΅οιβής. Όμως, εφόσον η απόφαση αναιρέθηκε, ως προς την ένδικη υπόθεση "κληρονόμων Α.", όπως επικαλείται και ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, ως προς την υπόθεση αυτή, αναιρέθηκε στο σύνολο της και δεν παράγει δεδικασμένο. Περαιτέρω και κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε δεν παράγει δεδικασμένο, για την ένδικη διαφορά, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα της ιστορικής βάσης εκείνης που κρίθηκε και της ένδικης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 321 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, προκύπτει ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε και ότι "είναι αβάσιμος και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι σχέσεις του με τον εναγόμενο κλονίσθηκαν από υπαιτιότητα του τελευταίου και ειδικότερα εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου έναντι του ενάγοντος συνιστάμενης σε παράνομες μαγνητοφωνήσεις των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών τους που εκδηλώθηκαν από τα τέλη Μαρτίου 2002 έως τις 28-12-2002". Όπως προκύπτει από την απόφαση του, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του ότι "ο εναγόμενος έχει αθωωθεί αμετακλήτως για τις εν λόγω πράξεις με την 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, σχετική δε με τις πράξεις αυτές αγωγή του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που ισχυρίστηκε ότι του προκάλεσε η ανωτέρω συμπεριφορά, απορρίφθηκε τελεσιδίκως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την 634/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά της οποίας εκκρεμεί αναίρεση" με βάση δε τα παραπάνω δέχθηκε ότι η ανάκληση της εντολής ήταν δικαιολογημένη και δεν οφείλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα εργολαβική αμοιβή από την υπόθεση "κληρονόμων Α.".
Συνεπώς, από την απόφαση προκύπτει ότι το εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, όχι με βάση δεδικασμένο, που προκλήθηκε από την 103/2008 απόφαση, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενο της απόφασης αυτής και εκείνο των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Κατ' ακολουθίαν δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια και ο, περί του αντιθέτου, τρίτος (στοιχ β), λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος. Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το έγγραφο της απόφασης, επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλει, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "η 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν έκρινε επί της βασιμότητας ή μη του ισχυρισμού της καταβολής του εν λόγω ποσού εν είδει προκαταβολής αμοιβής ή εν είδει δανείου αλλά μόνο επί της νομικής ορθότητας της κρίσεως περί του ότι η προκαταβολή ποσού έναντι συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής δεν επιφέρει κατάργηση της εργολαβίας", παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 880/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού, αλλά το ανέγνωσε σωστά. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό. Στα έξοδα του αναιρεσίβλητου δεν θα υπολογιστεί αμοιβή για την κατάθεση προτάσεων, διότι, όπως προκύπτει από την επ' αυτών επισημείωση της γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, αυτές κατατέθηκαν από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, δεν φέρουν την υπογραφή του νομοτύπως παραστάντος κατά τη συζήτηση δικηγόρου του και συνεπώς είναι απαράδεκτες.
Σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/1912 και ισχύει από 2-4-2012, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400 ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 677 ΚΠολΔ (διαφορές από αμοιβές δικηγόρων). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, αν και δεν είχε υποχρέωση, από προφανή παραδρομή, κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας από αυτόν ένδικης αναίρεσης, παράβολο ποσού 300 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα στην σχετική έκθεση κατάθεσης του ένδικου αυτού μέσου, που συνέταξε. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 30-9-2013, αίτηση αναίρεσης της 586/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου ποσού 300 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ