Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 994 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 994/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Κουτρομάνο, περί αναιρέσεως της 13109/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 679/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Επειδή, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α', όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά) κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, υποκειμενικούς δε, δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέληση του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η δόλια αυτή προαίρεση του δράστη να ιδιοποιηθεί παρανόμως το ξένο πράγμα, κατά το χρόνο που αυτό βρίσκεται στην κατοχή του, εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά, τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 13109/2008 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Ιούλιο του έτους 1999 η κατηγορουμένη Χ προσλήφθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "Αφοί Ψ ΟΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον πολιτικώς ενάγοντα Ψ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος και δη ως εξωτερική πωλήτρια καρτών τηλεφώνου ΡΑΝΑFΟΝ και απασχολήθηκε μέχρι την 10-4-2000, ενώ την 10-5-2000 η εργοδότρια εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Στις 15-5-2000 η κατηγορουμένη μετέβη στην εταιρεία και έλαβε τη νόμιμη αποζημίωση της χωρίς εντούτοις να αποδώσει η ίδια 1) τις ακόλουθες κάρτες κινητής τηλεφωνίας ΡΑΝΑFΟΝ: 88 κάρτες αξίας 158.400 δρχ. 132 κάρτες αξίας 712.000 δρχ. και 20 κάρτες αξίας 216.000 δρχ. και συνολικής αξίας 1.086.400 δρχ. τις οποίες είχε παραλάβει από τον εργοδότη της προς πώληση, καθώς και 2) το συνολικό ποσό του 1.313.691 και συνολικά ύψους 1.313.691 δρχ. ιδιοποιούμενη παρανόμως τόσο τις κάρτες όσο και το εισπραχθέν χρηματικό ποσό, παρότι οχλήθηκε από την εταιρεία να της να τα αποδώσει. Κατά το χρόνο εκείνο η εταιρεία δεν είχε ακόμη ακριβή εικόνα της οφειλής της κατηγορουμένης και γι' αυτό το λόγο ζήτησε από την πρώην εργαζομένη της να της αποδώσει όσες κάρτες και εισπραχθέντα χρήματα είχε στην κατοχή της, αίτημα που επανέλαβε με την από 12-7-2000 εξώδικη δήλωση της. Η κατηγορουμένη κατά την απολογία της ενώπιον του Δικαστηρίου αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε, ότι την 15-5-2000, οπότε έλαβε τη νόμιμη αποζημίωση της, απέδωσε συγχρόνως τόσο τις κάρτες που είχε στην κατοχή της όσο και τα ποσά από τα εισπραχθέντα τιμολόγια στον πολ. ενάγοντα παρουσία του ΑΑ, Δικηγόρου της εργοδότριας εταιρείας, του Λογιστή ΒΒ και του πατέρα της ΓΓ, περιστατικό που επιβεβαιώθηκε από τον τελευταίο κατά την εξέταση του ως μάρτυρα στο ακροατήριο. Περαιτέρω με την καθυστερημένη από 10-2-2001 εξώδικη απάντηση της στην από 12-7-2000 εξώδικη δήλωση της εταιρείας η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι παρέδωσε τα ανωτέρω κινητά πράγματα στην πολ. ενάγουσα μέσω του ΒΒ, Λογιστή, για τον οποίο ισχυρίζεται ότι ήταν Λογιστής της εταιρείας "Αφοί Ψ ΟΕ". Οι ισχυρισμοί της όμως αυτοί δεν γίνονται πιστευτοί, διότι αν όντως είχε αποδώσει τις οφειλές της την 15-5-2000, τότε θα είχε γίνει σχετική μνεία στο υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο συνήψε με την εργοδότρια εταιρεία, και στο οποίο απλώς αναφέρεται, ότι η Χ έλαβε τη νόμιμη αποζημίωση της και "ουδεμία άλλη αξίωση έχει η υπάλληλος". Πράγματι σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε επιδιώξει να λάβει και αυτή με τη σειρά της από την εταιρεία μία απόδειξη για την σ' αυτήν απόδοση των καρτών και του χρηματικού ποσού. Επίσης η μάρτυρας στο ακροατήριο ΔΔ, η οποία υπήρξε συνάδελφος της κατηγορουμένης σε προηγούμενη εργασία τους και είναι αυτή που συνέστησε την πρόσληψη της Χ στην εταιρεία "Αφοί Ψ ΟΕ", κατέθεσε ότι μετά την αποχώρηση της κατηγορουμένης μετέβη σε πελάτες αρμοδιότητας της τελευταίας, για να εισπράξει απαιτήσεις της εταιρείας έναντι αυτών και εκείνοι της απάντησαν ότι είχαν ήδη εξοφλήσει τις οφειλές τους στην κατηγορουμένη. Η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν μπόρεσε να έλθει σε επικοινωνία με την κατηγορουμένη για να μιλήσουν για τις επίδικες οφειλές, επικοινωνία, την οποία όχι μόνο δεν θα απέφευγε αλλά αντίθετα θα επιδίωκε η κατηγορουμένη, αν είχε εκτελέσει τις υποχρεώσεις της. Περαιτέρω ο μάρτυρας ΕΕ, ο οποίος ως αποθηκάριος της εταιρείας παραλάμβανε από τις υπαλλήλους τις μη πωληθείσες κάρτες κινητής τηλεφωνίας, κατέθεσε ότι ουδέποτε η κατηγορουμένη επέστρεψε τις προαναφερόμενες κάρτες. Εξάλλου όσον αφορά στο Λογιστή ΒΒ, όπως προέκυψε, αυτός ήταν γείτονας και γνωστός της κατηγορουμένης υπηρεσιών του ως Λογιστή στη διαφορά της με την εταιρεία "Αφοί Ψ ΟΕ" και όχι η εταιρεία, αφού η τελευταία είχε άλλο Λογιστή και συγκεκριμένα το ΣΤ (βλ. από 9-4-2001 δήλωση φορολογίας εισοδήματος χρήσης 2000). Για τους ίδιους λόγους δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση του πατέρα της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, ο οποίος ανέφερε ότι κατά τη συνάντηση της 15-5-2000 η κόρη του απέδωσε τις κάρτες και τα χρήματα. Πράγματι, ενώ ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι η κόρη του ζήτησε την παρουσία του κατά την ανωτέρω συνάντηση, για να τον έχει ως μάρτυρα, γεγονός, που σημαίνει ότι η κατηγορουμένη δεν εμπιστευόταν τον πολ. ενάγοντα, εντούτοις ο ίδιος μάρτυρας αποδίδει τη μη έκδοση απόδειξης είσπραξης εκ μέρους του πολ. ενάγοντος στην εμπιστοσύνη που αισθανόταν τόσο η κόρη του όσο και ο ίδιος έναντι της εργοδότριας εταιρείας, δηλαδή παρέθεσε αντικρουόμενες μεταξύ τους συμπεριφορές της κατηγορουμένης, που δεν συνδέονται λογικά μεταξύ τους. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε, ότι η κατηγορουμένη την 15-5-2000 παρακράτησε τις προαναφερόμενες κάρτες και χρήματα, που είχαν περιέλθει στην κατοχή της από την 9-12-1999 έως τις αρχές Απριλίου 2000, και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα υπεξαίρεση και επέβαλε σ' αυτή ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημ/κείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία κατέληξε στην κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωσή της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά στις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α του Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 σημ. Δ τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του κατά το οποίο υπό την επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον μ' αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. II.Η μεταβολή της κατηγορίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί δεν τηρούνται οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 εν. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ. Τέτοια όμως μεταβολή υπάρχει όταν η πράξη για την οποίαν επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου είναι διάφορη από εκείνη για την οποίαν ασκήθηκε η ποινική δίωξη και έχει εισαχθεί αυτός σε δίκη κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις ή τελέστηκε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις αλλά αποτελείται από γεγονότα άσχετα με εκείνα για τα οποία απαγγέλθηκε η κατηγορία. Δεν υπάρχει, όμως, μεταβολή της κατηγορίας και δεν δημιουργείται ο άνω λόγος αναιρέσεως, όταν στο διατακτικό της αποφάσεως πλεοναστικώς, ως μείζον πρόταση, παρατίθενται μεν γενικώς τα στοιχεία της πράξεως για την οποία καταδικάζεται ο κατηγορούμενος αλλά το δικαστήριο συγκεκριμενοποιεί την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου η οποία εμπίπτει στα στοιχεία της πράξης την οποία εφήρμοσε.
Συνεπώς ο, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' τρίτος λόγος της αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα εγκείμενη στο ότι η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για υπεξαίρεση των 1.313.691 δρχ. από πωλήσεις εμπορευμάτων που ανήκαν στην εγκαλούσα και αφορούν την εκ μέρους της είσπραξης της αξίας από πελάτες της εγκαλούσας των τιμολογίων τα οποία η τελευταία εξέδωσε και τα οποία παρατίθενται αναλυτικά, κατά τα ονοματεπώνυμα, τον αριθμό του τιμολογίου και το κατά ποσό που αντιστοιχεί σ' αυτά, ενώ σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα είχε παραπεμφθεί για την παραπάνω πράξη χωρίς να παρατίθενται σ' αυτή αναλυτικά τα παραπάνω στοιχεία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι παραπάνω προσθήκες δεν συνιστούν μεταβολή της κατηγορίας της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της κατά χρόνο, τόπο και ιστορικές περιστάσεις αλλά συγκεκριμενοποιούν αυτήν. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τον αριθμό των καρτών είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του κλητηρίου θεσπίσματος και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν υπάρχει ως προς το στοιχείο αυτό καμία διαφοροποίηση.
III. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής, υπό την προϋπόθεση ότι έχει υποβληθεί ορισμένως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στο ακροατήριο την ένσταση αναβολής της δίκης, που ανέπτυξε και προφορική και η οποία έχει ως εξής: Κατά του μηνυτού Ψ έχω ασκήσει μήνυση για πλαστογραφία κλπ αναφορικά με μία υπεύθυνη δήλωση η οποία φέρεται ότι δήθεν υπεγράφη από εμέ και την προσκόμισε ο μηνυτής στον Πταισματοδίκη Αμαρουσίου Αττικής. Η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση περιέχεται και στην ώδε δίκη. Η μήνυση αυτή έχει προσδιοριστεί να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και με αίτηση του μηνυτού έχει αναβληθεί. Συντρέχει όθεν νόμιμος λόγος αναβολής της προκειμένης δίκης μέχρι αμετακλήτου περατώσεως της ανωτέρω ποινικής δίκης η οποία ασκεί ουσιώδη επιρροή. Με το παραπάνω περιεχόμενο το αίτημα αναβολής της δίκης δεν είχε υποβληθεί ορισμένως αφού δεν προσδιορίζεται ούτε ποιο ήταν το περιεχόμενο της χωρίς άλλο προσδιορισμό υπεύθυνης δήλωσης ούτε σε ποιο δικαστήριο έχει προσδιορισθεί για να εκδικασθεί η μήνυση για πλαστογραφία που υπέβαλε η αναιρεσείουσα κατά του ήδη μηνυτή, και κατά συνέπεια δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επί του αιτήματος αυτού το Δικαστήριο, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Παρά ταύτα αιτιολόγησε την απόρριψή του με την επαρκή αιτιολογία ότι η δίκη για την πλαστογραφία δεν συναρτάται με την δίκη που διεξήγαγε, η έκβαση της οποίας είναι ανεξάρτητη από την πρώτη. Ετσι όπως αποφάνθηκε το παραπάνω Δικαστήριο το μεν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης, το δε δεν στέρησε την απόφασή του της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ αιτιολογίας, ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5, 8, 12 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ συναφείς πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/3/2008 αίτηση της Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 13109/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή