Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 830 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια (ειδικευομένου ιατρού) και απόρριψη λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 του ΠΚ, για παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εκ του λόγου ότι σε κατατεθέν έγγραφο από τον πολιτικώς ενάγοντα μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας περιέχοντο ισχυρισμοί και αυτό διότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, όταν μάλιστα από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ο συνήγορος του αξίωσαν την ανάγνωσή του.




ΑΡΙΘΜΟΣ 830/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κλάδη, περί αναιρέσεως της 8706/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βρούστη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 547/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του αυτή δεν ήταν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, το οποίο προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, εξαιτίας της παραλείψεως, ισοδυναμεί νομικώς με την δι' ενεργείας παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη στο νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του τελευταίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος. Προϋποτίθεται ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά τον λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση αυτής έγινε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ..., στις 12-1-2002 και 13-1-2002, ο αναιρεσείων τυγχάνοντας ιατρός και ειδικευόμενος παιδίατρος που εκτελούσε υπηρεσία εφημερίας στην Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου "...." κα υπόχρεος συνεπεία του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, έχοντας τόσο από ρητή διάταξη του νόμου και του κανονισμού του νοσοκομείου, όσο και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που, συνδέονται με την έννομη θέση του ως ιατρού σε νοσοκομείο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του νοσοκομείου, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και που μπορούσε να καταβάλει, καίτοι συνεπεία του επαγγέλματος του ήταν υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, με την όλη συμπεριφορά του που συνίσταται κυρίως σε παραλείψεις του ως εφημερεύοντος ιατρού παιδιατρικής κλινικής νοσοκομείου, επέφερε το θάνατο του ηλικίας 28 μηνών νηπίου ασθενούς Θ1, χωρίς να προβλέψει το αποτέλεσμα αυτό. Συγκεκριμένα, αν και ο ως άνω ηλικίας 28 μηνών ασθενής Θ1, είχε εισαχθεί λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του τις πρωινές ώρες της 12ης Ιανουαρίου 2002 στην Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου "..." μετά από σύσταση της παιδιάτρου και επιμελήτριας Α' ... που εξέτασε το ως άνω νήπιο την ίδια ημέρα στα εξωτερικά ιατρεία του ίδιου νοσοκομείου προς παρακολούθηση και περαιτέρω αντιμετώπιση λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του και της άσχημης κλινικής εικόνας του, παρουσιάζοντας υψηλό πυρετό 39 βαθμών κελσίου, ο οποίος αναφερόταν από 48ώρ0υ, εκπνευστικό γογγυσμό, αναπνευστική δυσχέρεια, ταχύπνοια, λαρυγγική φωνή χροιάς, αμυγδαλίτιδα με εξέρυθρα παρίσθμια με λευκωπό επίχρισμα, αριστερά πλευροδυνία που ήταν δηλωτική της υπάρξεως πνευμονίας και παρόλο που διαπιστώθηκε από τις ιατρικές εξετάσεις του αίματος του ότι παρουσίαζε ελαττωμένα λευκά αιμοσφαίρια (λευκοπενία -ουδετεροπενία), δηλαδή πρόδρομα συμπτώματα σηψαιμίας, ο κατηγορούμενος με την ως άνω ιδιότητα του, του εφημερεύοντος νοσοκομειακού ιατρού στην ανωτέρω Παιδιατρική Κλινική κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, αν και όφειλε λόγω του επαγγέλματος του ιατρού και μπορούσε να επιδείξει την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια που κάθε μέσος συνετός ιατρός θα κατέβαλλε και να παρακολουθεί την εξέλιξη της κατά τα ανωτέρω άσχημης κατάστασης της υγείας του ως άνω νηπίου ασθενούς ούτως ώστε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αντιμετώπιση της ασθένειας του και τη μη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, εντούτοις παρέλειψε να παρακολουθεί την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του νηπίου ασθενούς, δεν έλεγξε επαρκώς την νοσολογική κατάσταση του ασθενούς νηπίου που συνεχώς και ραγδαία επιδεινωνόταν, ούτε αξιολόγησε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης τα κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα ώστε να εφαρμόσει, είτε ο ίδιος από μόνος του, είτε σε συνεννόηση με τον εφημερεύοντα ειδικευμένο παιδίατρο, κατάλληλη θεραπευτική αγωγή που θα απέτρεπε την χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του νηπίου και το σηψαιμικό του θάνατο, με συνέπεια εξαιτίας των ως άνω παραλείψεων του να μην διαπιστωθεί η υπάρχουσα μικροβιακή λοίμωξη και η πνευμονία του αριστερού κάτω λοβού του πνεύμονα που παρουσίαζε το ως άνω νήπιο, το οποίο όπως διαπιστώθηκε από τη νεκροψία εμφάνιζε πύκνωση του αριστερού κάτω λοβού του πνεύμονα με κυψελίδες πληρούμενες από εξιδρωματικά στοιχεία, με ινική και ερυθρά αιμοσφαίρια και αποστήματα με άφθονους κόκκους, να μην προβεί, είτε ο ίδιος από μόνος του, είτε σε συνεννόηση με τον εφημερεύοντα ειδικευμένο παιδίατρο, στην ιατρικώς ενδεδειγμένη για την περίσταση αυτή άμεση χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής που επιβαλλόταν για την αντιμετώπιση της μικροβιακής λοίμωξης, ούτε στη χορήγηση οξυγόνου στο νήπιο που συνέχιζε να έχει αναπνευστική δυσχέρεια για να προληφθεί και εμποδισθεί η ανάπτυξη σηψαιμίας, να αντιμετωπισθεί εσφαλμένα το νήπιο ως πάσχον από ιογενή λοίμωξη του αναπνευστικού και να περιορισθεί η νοσηλεία του από της εισαγωγής του τις πρωινές ώρες της 12ης Ιανουαρίου 2002 μέχρι και τις βράδυνες ώρες της ίδιας ημέρας στη χορήγηση αντιπυρετικού και βρογχοδιασταλτικού Aerolin και μόνον αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας να χορηγηθεί στο ασθενές νήπιο αντιβιοτικό αμοξυκιλλίνης (Αmoxil 250mg), πλην όμως όχι ενδοφλεβίως, όπως επιβαλλόταν για να δράσει αμέσως, αλλά δια του στόματος, να αναπτυχθεί στο ασθενές νήπιο κατά το χρόνο που νοσηλευόταν στην ανωτέρω Παιδιατρική Κλινική βαρεία βακτηριαιμία που χαρακτηρίζεται ως σηψαιμία, η οποία σε συνδυασμό και με τη λοβώδη πνευμονία να οδηγήσει σε πολυοργανική ανεπάρκεια - σηπτικό σοκ, με αποτέλεσμα την καρδιακή ισχαιμία του ασθενούς νηπίου, την μη ανατάξιμη καρδιακή κάμψη του και την πρόκληση από τη σηψαιμία ως γενεσιουργού αιτίας του θανάτου του που επήλθε τις μεσημβρινές ώρες της 13ης Ιανουαρίου 2002. Και ναι μεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ειδικευόμενος παιδίατρος, πλην όμως αυτός ήταν εφημερεύων ιατρός και είχε υποδεχθεί στην Παιδιατρική Κλινική που εφημέρευε το ασθενές νήπιο και είχε αναλάβει την παρακολούθηση της καταστάσεως της υγείας του, προκειμένου να αντιμετωπίσει την ασθένεια του, είτε από μόνος του, είτε σε συνεννόηση με τον εφημερεύοντα ειδικευμένο παιδίατρο και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του νοσοκομείου, τόσο από ρητή διάταξη του νόμου και του κανονισμού του νοσοκομείου, όσο και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με την έννομη θέση του ως εφημερεύοντος ιατρού σε νοσοκομείο, πλην όμως από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και που μπορούσε να καταβάλει, καίτοι συνεπεία του επαγγέλματος του ήταν υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δεν προείδε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε με τις κατά τα ανωτέρω παραλείψεις του και με την όλη συμπεριφορά του και ενεργώντας αμελώς και παρά τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας που επέβαλλαν να παρακολουθεί συνεχώς την εξέλιξη της άσχημης κατάστασης της υγείας του ως άνω ασθενούς νηπίου, παρέλειψε να παρακολουθεί την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του και δεν διαπίστωσε την επιδείνωση της υγείας του για να μπορέσει να αντιμετωπισθεί σωστά και έγκαιρα η ασθένεια του. Οι παραλείψεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές προσδιορίσθηκαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι οποίες όπως προαναφέρθηκε έγιναν κατά παράβαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης που είχε ως εφημερεύων ιατρός να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου του ως άνω νηπίου ασθενούς, υποχρέωση που πηγάζει τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από την έννομη θέση του ως νοσοκομειακού ιατρού που εφημέρευε σε κρατικό νοσοκομείο, είχαν όπως προαναφέρθηκε ως αποτέλεσμα τον κατά τα ανωτέρω θάνατο του νηπίου ασθενούς Θ1, ο οποίος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ως άνω παραλείψεις του κατηγορουμένου ιατρού και αποτελεί επακόλουθο τους, το αποτέλεσμα δε αυτό του θανάτου του ως άνω νηπίου ασθενούς, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και που μπορούσες καταβάλει ως ιατρός, δεν το προέβλεψε, παρόλο που όφειλε και που μπορούσε να το πράξει. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, ο ανωτέρω κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας που διέπραξε. Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Εφετείο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα (ιατρό), για ανθρωποκτονία από αμέλεια, διέλαβε στην απόφασή του την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη του αναιρεσείοντος, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του ΠΚ που εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα αναφέρονται τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό οι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, παραλείψεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου συνεπεία των οποίων αναπτύχθηκε στο νοσηλευόμενο στην ως άνω παιδιατρική κλινική ασθενές νήπιο βαρεία βακτηριαιμία που χαρακτηρίζεται ως σηψαιμία, η οποία σε συνδυασμό με την λοβώδη πνευμονία οδήγησε σε πολυοργανική ανεπάρκεια - σηπτικό σοκ, η οποία ως μόνη γενεσιουργό αιτία επέφερε τον θάνατο του και η οποία συνίσταντο στο ότι παρέλειψε α) να παρακολουθήσει την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του νηπίου ασθενούς, β) ν' αξιολογήσει τα σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα, ώστε να εφαρμόσει, είτε μόνος του, είτε σε συνεννόηση με τον εφημερεύοντα ειδικευμένο παιδίατρο την ενδεδειγμένη κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, η οποία στην συγκεκριμένη περίσταση ήταν η άμεση χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής που θα απέφευγε χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του νηπίου και τον σηψαιμικό του θάνατο. Αναφέρεται επίσης, ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα ο ίδιος να προβεί στον ιατρικό έλεγχο του ασθενούς, ως και από που επήγαζε η ιδιαίτερη υποχρέωση του να μην προβεί στις ανωτέρω υπαίτιες παραλείψεις διαλαμβάνοντας ότι αυτή απέρρε τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από "την έννομη σχέση του ως νοσοκομειακού ιατρού που εφημέρευε σε κρατικό νοσοκομείο. Οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου ήταν επαρκείς για την, επί του άρθρου 15 του ΠΚ, θεμελίωση της δια παραλείψεως τέλεση της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης, και είναι αδιάφορο αν στον επισυμβάντα θάνατο του νηπίου συνετέλεσε με συγκλίνουσα αμέλεια της, όσον άφορο την αρχική διάγνωση της ασθένειας του νηπίου, η ανωτέρω ειδικευμένη παιδίατρος Π1. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 15 του Π.Κ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της παραβίασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα στο ακροατήριο και της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι κατά παράβαση των αρχών της προφορικότητας και αμεσότητας της διαδικασίας και της δημόσιας ανάγνωσης των εγγράφων, το Δικαστήριο παρέλαβε και έλαβε υπόψη του χωρίς να αναγνωσθούν δημόσια στο ακροατήριο και χωρίς να τεθούν σε γνώση του κατηγορουμένου τους ισχυρισμούς που κατέθεσε εγγράφως η πολιτική αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, τους με τον παραπάνω τρόπο υποβληθέντες ισχυρισμούς της πολιτικής αγωγής και συνεπώς, αφού αυτοί δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, δεν δημιουργήθηκε εκ μόνης της πράξης κατάθεσης αυτών στο ακροατήριο κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε παραβιάσθηκε η δημοσιότητα στο ακροατήριο, εκ της μη ανάγνωσης τους, στην οποία το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο μετά τη λήξη της ακροαματικής διαδικασίας να προβεί, εν όψει μάλιστα του ότι ούτε ο κατηγορούμενος, ούτε οι συνήγοροι του στους οποίους δόθηκε τελευταία ο λόγος αξίωσαν την ανάγνωση τους. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α και Γ του ΚΠΔ περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης.
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προκύπτει από το σκεπτικό αυτής ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης και την από 10-12-2002 ένορκη προανακριτική κατάθεση της αποβιώσασας εφημερεύουσας ειδικευμένης παιδιάτρου Π1, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο μετά από αίτημα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της παρεμπίπτουσας απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, το τελευταίο χαρακτηρίζει την ως άνω ένορκη προανακριτική κατάθεση ως έγγραφο και συνεπώς όταν στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μνημονεύονται τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης και η κατηγορία των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, το Εφετείο συμπεριλαμβάνει σ' αυτά και την ως άνω ένορκη προανακριτική κατάθεση, την οποία ανέγνωσε, και δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να μνημονεύσει ιδιαίτερα αυτή, είτε στο προοίμιο ή στο ίδιο το κείμενο του σκεπτικού.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων α) Ψ1 και β) Ψ2 στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/5/2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 8706/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των στο σκεπτικό πολιτικώς εναγόντων που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή