Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1815 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ποινής αναστολή.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσεως. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως της ποινής (100 ΠΚ). Απορρίπτει αναιρέσεις.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1815/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) M. A. A. του H. και 2) J. H. K. του F., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μπρεάνο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2829/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Απριλίου 2010, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 610/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος που απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων περί αναστολής της ποινής και ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής της ποινής και να παρεπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα μέρη αυτά, για νέα συζήτηση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι με αριθμό πρωτ. 749 και 750 από 1 Απριλίου 2010, δύο αιτήσεις αναιρέσεως των 1) A. A. M. και 2) J. H. K. και ως συναφείς στρεφόμενες κατά της ίδιας υπ' αριθμό 2829/ 2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ποινική ουσιαστική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την από 11-2-2002 ένορκη κατάθεση του Γ. Π., που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο χωρίς αντίρρηση των ωσεί παρόντων δικαζομένων κατηγορουμένων, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά της παρούσας απόφασης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν καθώς και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, που αναφέρονται στα πρακτικά μεταξύ των οποίων και η από 1-4-2003 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία), αποδείχθηκαν και το δικαστήριο πείστηκε, κατά πιστή μεταφορά, για τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Ελληνικής Αστυνομίας στα τέλη Νοεμβρίου του 2002 περιήλθαν πληροφορίες ότι στο καφενείο, που ήταν στην συμβολή των οδών ... και το εκμεταλλευόταν ο πρώτος κατηγορούμενος A. A. M., γινόταν κατάρτιση και διακίνηση πλαστών διαβατηρίων, αδειών οδήγησης, αδειών παραμονής στην Ελλάδα και άλλων σχετικών συναφών εγγράφων, τα οποία αγόραζαν αλλοδαποί προκειμένου να εξασφαλίσουν άδεια εργασίας και παραμονής στην Ελλάδα. Για την επιβεβαίωση των πληροφοριών αυτών έγινε από τους αστυνομικούς έλεγχος στο καφενείο αυτό, όπου βρέθηκε ο ιδιοκτήτης του και πρώτος κατηγορούμενος ενώ σ' αυτό πήγαν και οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι Κ. J. και Α. A. καθώς και οι αλλοδαποί I. N. του Α. K., S. A. του Α. H., A. M. του Μ. και D. Α. του Μ., οι οποίοι είχαν παραπεμφθεί να δικαστούν και δικάστηκαν σαν να ήταν παρόντες από το Δικαστήριο τούτο για την πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων και καταδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 1532/17-5-2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών ο καθένας. Από την σχετική έρευνα που έγινε, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πάρα πολλά έγγραφα, ανάμεσα στα οποία ήσαν πλαστά διαβατήρια, πλαστές άδειες οδηγήσεως, πλαστές άδειες παραμονής στην Ελλάδα, διαβατήρια τρίτων προσώπων και άλλα πλαστά έγγραφα, τα οποία είχε στη κατοχή του ο ιδιοκτήτης του καφενείου και πρώτος κατηγορούμενος. Στη συνέχεια έγινε έρευνα στα σπίτια του πρώτου και του δευτέρου κατηγορουμένου, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν διάφορα έγγραφα ανάμεσα στα οποία ήσαν και διαβατήρια τρίτων. Ακόμα σε σωματική έρευνα που έγινε στον δεύτερο κατηγορούμενο βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε το ποσό των 3.060 ευρώ ενώ στην κατοχή του πρώτου κατηγορούμενου βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 490 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν από τη σύλληψη τους, που έγινε στις 11-12-2002, προέβαιναν συστηματικά στην κατάρτιση διαφόρων πλαστών εγγράφων (διαβατηρίων, αδειών οδηγήσεως και άλλων σχετικών εγγράφων για την απόδειξη της νόμιμης διαμονής αλλοδαπών στην Ελλάδα) έναντι αμοιβής σε αλλοδαπούς για εξασφαλίσουν αυτοί άδεια εργασίας και παραμονής στην Ελλάδα. Από τα έγγραφα, τα οποία κατασχέθηκαν και τα οποία αναφέρονται στις εκθέσεις κατασχέσεως, που αναγνώσθηκαν, περιλήφθηκαν δε όλα στο κατηγορητήριο, αποδείχθηκε ότι ορισμένα μόνο από αυτά ήσαν πλαστά και νοθευμένα, ενώ άλλα ήσαν γνήσια έγγραφα και άλλα δεν ήσαν καν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 13 του Π.Κ. Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αναγνώστηκε αποδείχθηκε ότι αυτοί κατάρτισαν χωρίς κανένα σχετικό δικαίωμα τα εξής έγγραφα : 1) την ... άδεια οδήγησης ( αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 1 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ'αριθμ. 15 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από το Υπουργείο Συγκοινωνιών στο όνομα του Γ. Σ. του Α. Αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη χρησιμοποίηση χαρτιού κοινής εμπορικής χρήσης, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με το χαρτί ασφαλείας των αντιστοίχων γνησίων εγγράφων, μετά δε την κατάρτιση της αυτοί έθεσαν σ' αυτή με απομίμηση και χωρίς κανένα δικαίωμα την υπογραφή του φερομένου ως αρμοδίου προς τούτο υπαλλήλου του Υπουργείου Συγκοινωνιών. 2) Μια Συριακή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 3 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ.22 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης), η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Α. F. D. Αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιο αύξοντα αριθμό σε Αραβική γραφή μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερείται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ... που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". 3) Το ... Συριακό διαβατήριο (που αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 11 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Τ. R. του G. Το διαβατήριο αυτό έχει αναπαραχθεί με τη μέθοδο Offset, έχει κανονικά και τις 52 σελίδες του και φέρει τα χαρακτηριστικά μέτρα ασφαλείας των γνησίων διαβατηρίων. Από το διαβατήριο αυτό οι κατηγορούμενοι αφήρεσαν τη φωτογραφία του αρχικού αληθινού κατόχου, αποκόπτοντας αυτή μαζί με το τμήμα της διαφανούς επικολλητικής ζελατίνας ασφαλείας και τοποθετώντας στη θέση της τη φωτογραφία άλλου ατόμου, την οποία στερέωσαν με ισχυρή κολλητική ουσία και χρήση δεύτερης επικολλητικής ζελατίνας. Επιπροσθέτως αυτοί στη σελίδα 2 αυτού επικόλλησαν χαρτί κοινής εμπορικής χρήσης, αφού αφήρεσαν όλα τα αρχικά μεταβλητά στοιχεία του κατόχου με απαλειπτικό υγρό τύπου μπλάνκο, καθώς και την αριθμητική ένδειξη 2 τόσο στο διάτρητο αριθμό στο πάνω μέρος της σελίδας, όσο και στον τυπογραφικό αριθμό στο κάτω μέρος της σελίδας. Επίσης απάλειψαν το αριθμητικό ψηφίο 2 από τη διάτρητη αριθμητική ένδειξη "2..." που εμφανίζεται στο πάνω μέρος της σελίδας 3. Τέλος στη σελίδα 21 έθεσαν με σφραγίδες μπλε χρώματος μελάνης προξενική θεώρηση με την ένδειξη "ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΑΜΑΣΚΟΣ κ.λ.π." και πλαστή στρογγυλή σφραγίδα με την ένδειξη "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΡΟΞΕΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΑΜΑΣΚΟΥ" και στο εσωτερικό μέρος του πίσω εξώφυλλου στη θέση της ημερομηνίας λήξης του διαβατηρίου έσβησαν μηχανικά την αρχική ημερομηνία και επιτύπωσαν τη νέα με σφραγιδάκι ημεροχρονολογίας, ώστε να εμφανίζεται ως 4-9-2002, καθώς και την υπογραφή του φερομένου ως αρμοδίου υπαλλήλου στο προξενικό γραφείο της Ελλάδος στη Δαμασκό. Με τον τρόπο αυτό αυτοί νόθευσαν το αρχικό γνήσιο διαβατήριο και παράλληλα κατάρτισαν την παραπάνω πλαστή προξενική θεώρηση του προξενικού γραφείου της Ελλάδος στη Δαμασκό. Το υπ' αριθμ. ... Συριακό διαβατήριο, που αναφέρει ως υπ' αριθμ. 12 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 10 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του K. C. M. A. του F. Το διαβατήριο αυτό έχει αναπαραχθεί με τη μέθοδο Offset, έχει κανονικά και τις 52 σελίδες του και φέρει τα χαρακτηριστικά μέτρα ασφαλείας των γνησίων διαβατηρίων και η φωτογραφία του κατόχου στη σελίδα 3 είναι αυτή που τέθηκε αρχικά. Στο εσωτερικό όμως μέρος του πίσω εξώφυλλου στη θέση της ημερομηνίας λήξης του διαβατηρίου έσβησαν μηχανικά την αρχική ημερομηνία και επαναχάραξαν τη νέα, ώστε να εμφανίζεται ως 4-9-2002. Με τον τρόπο αυτό αυτοί νόθευσαν το αρχικό γνήσιο διαβατήριο, ως προς την ημερομηνία λήξης του. 5) Μια Συριακή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 17 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθ. 23 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του S. Ο. Η άδεια αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιο αύξοντα αριθμό με άλλες πλαστές Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου σε Αραβική μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερείται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ... που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". 6) Ένα ταξιδιωτικό έγγραφο Ολλανδίας, με αριθμό Ν.... (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 30 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 14 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ολλανδίας στο όνομα του Μ. F. Το έγγραφο αυτό το κατάρτισαν οι κατηγορούμενοι εξ ολοκλήρου με τη μέθοδο της έγχρωμης αναπαραγωγής με ηλεκτρονικό υπολογιστή, σαρρωτή και εκτυπωτή ψεκασμού τύπου ΙΝΚJΕΤ με χρήση υδατοδιαλυτής μελάνης σε χαρτί κοινής εμπορικής χρήσης, είναι κακέκτυπο και στερείται παντελώς των χαρακτηριστικών μέτρων ασφαλείας, οι δε σφραγίδες στη σελίδα 2 αυτού δεν είναι εντυπώματα σφραγίδων, αλλά τμήμα της ολικής εκτύπωσης της συγκεκριμένης σελίδας. 7) Μια Συριακή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτων (που αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 42 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 25 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Α. Α. Μ. Η άδεια αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο ΟίίδθΙ, είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιο αύξοντα αριθμό με άλλες πλαστές Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου σε Αραβική μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερείται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ..., που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση, όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". 8) Τρεις Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτων (αναφέρονται ως υπ' αριθμ. 49 πλαστά έγγραφα στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 18, 19 και 20 πειστήρια στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) οι οποίες φέρονται ότι εκδόθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Κ. J. Η. Από αυτές η πρώτη και η τρίτη (πειστήριο 18 και 20) καταρτίσθηκαν από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο της ηλεκτροφωτογραφικής αναπαραγωγής με χρήση αναπαραγωγικού μηχανήματος ξηράς κόνεως είναι κακέκτυπες και φέρουν εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις τους. Επίσης φέρουν τον ίδιο αύξοντα αριθμό με άλλες πλαστές Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου σε Αραβική μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερούνται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ..., που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση, όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". Αντίθετα η δεύτερη (πειστήριο 19) καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, πλην των εσωτερικών σελίδων που αναπαράχθηκαν με τη μέθοδο της ηλεκτροφωτογραφικής αναπαραγωγής με χρήση αναπαραγωγικού μηχανήματος ξηράς κόνεως είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιε αύξοντα αριθμό με άλλες πλαστές Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου σε Αραβική μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερείται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ..., που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση, όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". 9) Το ... Συριακό διαβατήριο (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 64 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 6 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Α. A. J. του Μ. Το διαβατήριο αυτό έχει αναπαραχθεί από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, πλην του εντύπου αύξοντος αριθμού του στην σελίδα 2. που έχει αναπαραχθεί με την τυπογραφική μέθοδο με χρήση τυπογραφικοί αριθμητήρα, έχει κανονικά και τις 52 σελίδες του και φέρει τα χαρακτηριστικό μέτρα ασφαλείας των γνησίων διαβατηρίων και η φωτογραφία του κατόχου στη σελίδα 3 είναι αυτή που τέθηκε αρχικά. Επιπρόσθετα αυτοί στη σελίδα 17 έθεσαν με σφραγίδες μπλε χρώματος μελάνης προξενική θεώρηση με την ένδειξη "ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΑΜΑΣΚΟΣ κ.λ.π." και πλαστή στρογγυλή σφραγίδα με την ένδειξη "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΡΟΞΕΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΑΜΑΣΚΟΥ", καθώς και την υπογραφή του φερομένου ως αρμοδίου υπαλλήλου στο προξενικό γραφείο της Ελλάδος στη Δαμασκό. Με τον τρόπο αυτό αυτοί νόθευσαν το αρχικό γνήσιο διαβατήριο και παράλληλα κατάρτισαν την παραπάνω πλαστή προξενική θεώρηση του προξενικού γραφείου της Ελλάδος στη Δαμασκό. 10) Η ... καρτέλα επικόλλησης ενσήμων του ΙΚΑ (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 74 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 49 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από το ΙΚΑ στο όνομα του Α. Α. Μ. και η οποία έχει νοθευθεί από τους κατηγορουμένους, καθόσον αφαιρέθηκαν από αυτούς ένσημα από τις θέσεις επικόλλησης 1,11 και 12 και στις θέσεις 14, 15, 17, 19 20, και 21 αυτής έχουν επικολληθεί ένσημα τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί και ακυρωθεί με εντυπώματα σφραγίδων και επί πλέον νοθεύτηκαν οι χειρόγραφες αριθμητικές ενδείξεις του συνόλου των εισφορών που διαπιστώνεται στις θέσεις επικόλλησης ενσήμων 11, 14, 15, και 17, καθώς και του συνόλου των αποδοχών στη θέση 11. 11) Η 0727148 καρτέλα επικόλλησης ενσήμων του ΙΚΑ, (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 75 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 50 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από το ΙΚΑ στο όνομα του Α. Α. Α. Ι. και η οποία έχει νοθευθεί από τους κατηγορουμένους, καθόσον αφαιρέθηκαν από αυτούς ένσημα από τις θέσεις επικόλλησης 1, 2, 19 και 20, από τη θέση 21 έχει αφαιρεθεί ένσημο μαζί με τμήμα χαρτιού και στη θέση 22 έχει επικολληθεί ένσημο, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί και ακυρωθεί με εντύπωμα σφραγίδας, αξίας 80.000 δραχμών και 12) μία Συριακή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου (που αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 87 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 17 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Κ. J. Η. Η άδεια αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιο αύξοντα αριθμό ... με άλλη πλαστή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου και σε κανονική και σε Αραβική μορφή και στη θέση των κατηγοριών οδήγησης στη σελίδα 24, όπου είναι τα στοιχεία και η φωτογραφία του κατόχου τα εντυπώματα των σφραγίδων στις θέσεις Α, Β και Ο δεν είναι εντυπώματα υγρών σφραγίδων μπλε χρώματος, αλλά αποτελούν έγχρωμη εκτύπωση επί τεμαχίων λευκού χαρτιού, τα οποία τοποθετήθηκαν στη συγκεκριμένη θέση πριν από την πλαστικοποίηση των εξώφυλλων. Όλα τα έγγραφα αυτά τα κατάρτισαν και τα νόθευσαν με τις αμέσως παραπάνω διακρίσεις οι κατηγορούμενοι, από τις 11-12-2001 μέχρι τις 11-12-2002 μετά από κοινή απόφαση και δράση χωρίς να προλάβουν να τα χρησιμοποιήσουν προωθώντας σε τρίτους αλλοδαπούς για λογαριασμό των οποίων τα δημιούργησαν. Οι αποδέκτες των πλαστών αυτών εγγράφων αφενός μεν γνώριζαν την πλαστότητά τους αφετέρου δε κατέβαλαν σ' αυτούς αμοιβή το ύψος της οποίας δεν έγινε δυνατό να προσδιορισθεί. Σκοπός των κατηγορουμένων ήταν με τα πλαστά αυτά έγγραφα να παραπλανήσουν, μέσω των αλλοδαπών στους οποίους θα τα παρέδιδαν, τις Ελληνικές Αρχές (Αστυνομία, Δημόσιο, Νομαρχίες, Δήμους, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, κ.τ.λ.) ότι οι κάτοχοι τους έχουν τις προϋποθέσεις με βάση αυτά για νόμιμη παραμονή εργασία και διακίνηση στην Ελλάδα ενώ γνώριζαν ότι δεν τις είχαν Σημειωτέον ότι ο μάρτυρας Γ. Π. στην ένορκη κατάθεση του, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο χωρίς αντίρρηση των ωσεί παρόντων δικαζομένων κατηγορουμένων, καταθέτει ότι σε σωματική έρευνα που έγινε στον δεύτερο κατηγορούμενο όταν προσήλθε στο κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου, εκτός από τα πλαστά έγγραφα για την παράνομη τακτοποίηση αλλοδαπών βρέθηκε και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε καταρτίσει με κάποιον αλλοδαπό προκειμένου να του εξασφαλίσει άδεια παραμονής του στην χώρα, εννοείται με πλαστά έγγραφα έναντι αμοιβής 1500 ευρώ. Επομένως τα όσα υποστηρίζει ο μάρτυρας υπεράσπισης Π. Φ. ότι στο κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου γινόταν μόνο απλές συναντήσεις αλλοδαπών δεν είναι αληθές. Με βάση τα δεδομένα αυτά στοιχειοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι (ΑΠ 1799/1994, ΑΠ 733/1994, ΑΠ 487/1989, ΑΠ 1244/1984) και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως πρωτοδίκως".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και του νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 216 παρ.1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι οι αναιρεσείοντες από κοινού και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβησαν στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων, αλλά και σε νόθευση άλλων και συγκεκριμένα διαβατηρίων, αδειών οδηγήσεως αυτοκινήτων και άλλων εγγράφων σχετικών με την άδεια παραμονής και εργασίας αλλοδαπών προσώπων στη ημεδαπή, όπως αυτά αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι τα σχετικά έγγραφα, διαβατήρια ή οι σχετικές άδειες οδηγήσεως, εργασίας και παραμονής στη Χώρα, είχαν εκδοθεί από τις αναφερόμενες σ' αυτά αρμόδιες αρχές. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή ότι με τις παραπάνω ενέργειες τους, οι αναιρεσείοντες επιδίωκαν να παραπλανήσουν τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, και συγκεκριμένα ότι όλα τα έγγραφα αυτά που ίδιοι είχαν καταρτίσει, είτε είχαν αλλοιώσει, ήσαν γνήσια καθ' όλα τα στοιχεία τους και ότι είχαν εκδοθεί από τις αρμόδιες προς τούτο αρχές, αφού οι αναφερόμενοι στα έγγραφα αυτά, ως δικαιωματικά κάτοχοι, θα μπορούσαν είτε να επιτύχουν την ελεύθερη είσοδο τους στην ελληνική Επικράτεια, είτε να οδηγούν οχήματα, και επίσης, να εξασφαλίζουν την ελεύθερη παραμονή τους και εργασία τους στην ημεδαπή. Αιτιολογείται επίσης, ο κοινός δόλος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι αν και γνώριζαν ότι όχι μόνο δεν είχαν αντίστοιχο δικαίωμα να προβαίνουν στην κατάρτιση ή στη νόθευση αντίστοιχων εγγράφων, εν τούτους προέβαιναν σε αντίστοιχες ενέργειες, εξασφαλίζοντας για κάθε μια από τις περιπτώσεις για τις οποίες αυτοί καταδικάσθηκαν και την ανάλογη χρηματική ωφέλεια. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ.1 του Π.Κ, αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των δυο ετών και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφαση του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε. Η αναστολή της εκτέλεσης μπορεί να χορηγηθεί αν το δικαστήριο από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι μετά την κήρυξη των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, ως ενόχων και την επιβολή στον καθένα απ' αυτούς της ποινής φυλακίσεως των τριών (3) ετών, οι συνήγοροι τους υπέβαλαν αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Το δικαστήριο απέρριψε το σχετικό αίτημα τους με την παρακάτω αιτιολογία "το δικαστήριο κρίνει ότι η αναστολή εκτελέσεως της ποινής των κατηγορουμένων, λόγω της επί μακρό χρόνο τελέσεως της πράξεως τους, δεν είναι ικανή να τους αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, γι' αυτό το σχετικό αίτημα τους πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία την οποία διέλαβε για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος τους, είναι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 του Σ και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ. Τούτο γιατί, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία οι κατηγορούμενοι για μεγάλο χρονικό διάστημα, επέδειξαν μέχρι και της συλλήψεως τους εξακολουθητική σοβαρή παραβατική συμπεριφορά, όπως επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή ότι, εξαιτίας αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς τους, η αναστολή εκτελέσεως της ποινής που τους επιβλήθηκε, δεν θα τους αποτρέψει από την τέλεση στο μέλλον άλλων αξιόποινων πράξεων. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία πρέπει να επιβληθούν χωριστά στον καθένα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμό πρωτ. 749 και 750 από 1 Απριλίου 2010 αιτήσεις των: 1) A. A. M. του H. και της F. και 2) J. H. K. του F., και της L., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2829/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ