Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 929 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.




Περίληψη:
Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Αιτιολογία για απόρριψη αιτήματος αναβολής. Υπέρβαση εξουσίας για μη εξέταση αυτεπαγγέλτως ζητήματος αναστολής της ποινής έξι (6) μηνών πριν τη μετατροπή της σε χρηματική ποινή. Αναιρεί εν μέρει καταδικαστική απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής της ποινής διάταξης της και απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 929/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνστα-ντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της με αριθμό 1605/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 106/2010.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ήτοι ως προς τη διάταξη περί μη αναστολής της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και τη μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικώτερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η ως άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τις θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005). Αν δε το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τότε υποπίπτει στις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ πλημμέλειες (έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας). Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει από το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 1605/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει ότι με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο εκείνο απέρριψε το αίτημα αναβολής (για δεύτερη φορά για λόγους υγείας της εκκαλούσας) της συζήτησης της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά την υπ' αριθμ. 203/15.3.2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Ειδικότερα το Δικαστήριο εκείνο, μετά την εξέταση της μάρτυρα ..., θυγατέρας της κατηγορουμένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς την προσκόμιση οιασδήποτε ιατρικής βεβαίωσης, δέχθηκε κατά λέξη "δεν προκύπτει ότι συντρέχει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης σημαντικό αίτιο που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, καθόσον η επικαλούμενη ασθένειά της δεν επιβεβαιώνεται από ιατρική βεβαίωση, η δε παραδοχή του αιτήματος οδηγεί μόνο σε παρέλκυση της δίκης στην κρινόμενη υπόθεση, η οποία παραγράφεται σε σύντομο χρόνο. Κατά συνέπεια το αίτημα της κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο". Επομένως, κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το ίδιο ως άνω Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η κατηγορουμένη, στον ...στις 11.5.2002, πήγε έξω από τα επί της οδού ..., γραφεία της επιχείρησης του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος και φωνάζοντας, δυνατά, ώστε να ακουστεί από τους περιοίκους, ισχυρίστηκε για τον τελευταίο, ότι "είναι καργιόλης, γαμημένος, ντοβάς, ότι η κόρη του είναι πουτάνα και τη στέλνει στα μπάρ να γαμιέται και να του φέρνει λεφτά, όπως αυτός έστελνε και τη δική της κόρη". Τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα - αλλά και οι αμέσως συνδεόμενοι με αυτή χαρακτηρισμοί - ενώπιον των τρίτων που συγκεντρώθηκαν, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες ... και ... ήταν στο σύνολό τους απολύτως ψευδή και η κατηγορούμενη τα ισχυρίστηκε γνωρίζοντας την αναλήθειά τους. Επομένως, αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης που της αποδίδεται της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του εγκαλούντος". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και επέβαλε σ'αυτήν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς πέντε (5) ευρώ την καθεμία ημέρα φυλάκισης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 363 - 362 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ..., .... Ακόμη παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό προσβαλλόμενης αποφάσεώς του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας της κατηγορουμένης για την αναλήθεια των άνω γεγονότων (ως και ισχυρισμοί για το πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος που συνδέονται άμεσα με τα γεγονότα αυτά), τα οποία διέδωσε ενώπιον τρίτων. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 99 παρ. 1 Π.Κ., αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανώτερο όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 του ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Η αναστολή, εφόσον υπάρχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, εκτός αν τούτο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 δηλαδή με τη με μετατροπή της ποινής, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Επί ποινής φυλάκισης μέχρι δύο ετών πρέπει το δικαστήριο να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε, όπως έχει προαναφερθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Όμως το Εφετείο δεν προκύπτει ότι ήλεγξε τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής της ποινής αυτής και ουδόλως αιτιολόγησε την αρνητική κρίση του για το ζήτημα αυτό (αν και διαβάστηκε το ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης μετά την απαγγελία της περί ενοχής της απόφασης), αποδεχόμενο αναιτιολόγητα την αντίστοιχη εισαγγελική πρόταση. Έτσι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του και επομένως ο τελευταίος σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. είναι βάσιμος, καθόσον αφορά μόνον την αναστολή εκτέλεσης της καταστάσας ήδη αμετάκλητης (ως προς την ενοχή και την ποινή) προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μόνο ως προς τη διάταξη περί μη αναστολής της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και την μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η από 7.1.2010 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνο ως προς τη διάταξη για τη μη αναστολή της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και τη μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, την υπ' αριθμ. 1605/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση της ..., για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ