Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2079 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2079/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1340/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1100/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 331/6-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 26.7.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της 1340/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 1 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 1653/1986 και η παρ. 3 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 968/1979, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι δέκα (10) ημέρες και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα του επιδοθεί η καταχωρισμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Αν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ) η προθεσμία είναι είκοσι (20) ημέρες. Έτσι, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες απαιτείται επίδοση της αποφάσεως μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως και ούτε εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1833/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 2648/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 1340/2010 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για πώληση ναρκωτικών ουσιών (άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 ΠινΑ στοιχ. 6, 20 παρ. 1β του Ν 3459/2006 [ΚΝΝ], σε συνδ. με άρθρ. 1, 12, 14, 18α, 26 παρ. 1α και 27 του ΠΚ). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 28.6.2010, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 3.8.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26.7.2010, δηλαδή μετά την παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως. Όμως, στη δήλωση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί η από 26.7.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της 1340/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο όταν εμφανισθεί, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του ιδίου ή του αντικλήτου του, από το γραμματέα της Εισαγγελίας, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι κατ'αρχήν 10ήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούμενου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της στον δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Κατά της καταδικαστικής, όμως, αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί αναίρεση από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Η εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή στη δήλωση του, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, άλλως η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναίρεσης, η προσβαλλόμενη υπ'αριθ.1340/19-5-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, καταχωρήθηκε στο κατ'άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο αποφάσεων την 28-6-2010. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος επέδωσε την κρινόμενη από 13-7-2010 αίτηση-δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26-7-2010, όπως προκύπτει από την πράξη επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η οποία είναι καταχωρημένη στην άνω δήλωση. Η εν λόγω αίτηση-δήλωση ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού από την ημερομηνία καταχωρήσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο μέχρι την 26-7-2010 παρήλθε η από το άρθρο 473 παρ.2 ΚΠοινΔ εικοσαήμερη προθεσμία, χωρίς να επικαλείται ο αναιρεσείων λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση-δήλωση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-7-2010 αίτηση-δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.1340/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ