Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1716 / 2009    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα.




Περίληψη:
Απάτη και απόπειρα απάτης επί Δικαστηρίου. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη ισχυρισμών περί υπαναχώρησης, περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων και περί εφαρμογής των άρθρων 23 και 25 ΠΚ.




Αριθμός 1716/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Χορταρέα, περί αναιρέσεως της 129/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 778/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8.5.2009 δήλωση - αίτηση του ...για αναίρεση της υπ' αριθ. 129/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ερήμην του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτησή της με την παρουσία μόνο του αναιρεσείοντος, αν και ο πολιτικώς ενάγων είχε κλητευθεί νόμιμα προς τούτο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ). Από την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης, σε βαθμό πλημμελήματος, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικά δε, όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατόν, από την πράξη αυτή του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που αποτελεί αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας, απαιτείται πράξη την οποία επιχειρεί ο δράστης με τον δόλο τελέσεως ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Ως τέτοια πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η οποία αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συναφείας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής. Ειδικότερα για το έγκλημα της απάτης, απόπειρα υπάρχει από τη στιγμή που αρχίζει η επενέργεια στις παραστάσεις ενός άλλου. Περιλαμβάνει όμως και πράξεις που σχετίζονται με την επενέργεια αυτή, δηλαδή εκείνες που αν συνεχισθούν χωρίς απρόοπτα εμπόδια, θα καταλήξουν σε πραγματοποίηση της αντικειμενικής υπόστασης. Εξάλλου, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που διώξει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους. Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν όμως, παρά ταύτα, το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση υπέρ του αντιδίκου του ή δεν εκδίδει οριστική αλλά προδικαστική απόφαση, ή δεν εκδίδει οποιαδήποτε απόφαση λόγω κάποιας μεταγενέστερης ενέργειας, ως είναι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ή δήλωσής του να μη εκδοθεί απόφαση επί αιτήσεώς του, πραγματώνεται το έγκλημα της απόπειρας απάτης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 του ΠΚ, η απόπειρα μένει ατιμώρητη, αν ο δράστης άρχισε την ενέργεια για την τέλεση του κακουργήματος ή πλημμελήματος, αλλά δεν την ολοκλήρωσε από δική του βούληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, όταν η απόπειρα είναι μη πεπερασμένη, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις η προς το εγκληματικό αποτέλεσμα κατευθυνόμενη ενέργεια του δράστη άρχισε μεν, αλλά δεν ολοκληρώθηκε, και ως εκ τούτου δεν επήλθε το αποτέλεσμα, αν ο δράστης με δική του θέληση και όχι από εμπόδια εξωτερικά απόσχει από την προς εκτέλεση του εγκλήματος απαιτούμενη περαιτέρω ενέργειά του, η απόπειρα είναι ατιμώρητη.
Ακόμη, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για σύννομη υπέρβαση των ορίων της άμυνας, περί καταστάσεως ανάγκης και περί υπαναχώρησης (άρθρα 23, 25 και 44 του ΠΚ), η για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 129/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος είχε μία αφανή εταιρεία με τον μηνυτή ..., με αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία Βιταμινών Ζωοτροφών. Στις 9.9.2001, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Πρόεδρο Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση με την οποία, εν γνώσει του ψεύδους, ισχυρίσθηκε ότι την 15.5.2001 άγνωστοι δράστες έκλεψαν τον χαρτοφύλακά του μέσα από το σταθμευμένο αυτοκίνητό του, που περιείχε τις ακόλουθες επιταγές των οποίων ήταν κομιστής: α) τις με αριθμούς ... και ... επιταγές, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα, με ημερομηνία αμφότερες 30.8.2001 και με ποσό 560.000 και 1.863.000 δρχ., αντίστοιχα, και β) την με αριθμό ... επιταγή, πληρωτέα στην Eurobank, 1.000.000 δρχ. και με ημερομηνία 29.8.2001, και ζήτησε την έκδοση προσωρινής διάταξης, με την οποία να απαγορεύεται οποιαδήποτε νομική και πραγματική μεταβολή των πραγμάτων μέχρι να συζητηθούν οι αιτήσεις του (κατηγορουμένου) για την κήρυξη των ως άνω επιταγών ως ανισχύρων. Η αλήθεια όμως ήταν ότι, περί τα τέλη Ιουνίου 2001, τις προαναφερθείσες επιταγές είχε παραδώσει (μεταβιβάσει) με οπισθογράφηση στον μηνυτή και με την παραπάνω αίτησή του για προσωρινή διαταγή ήθελε να βλάψει τον μηνυτή, διότι σκόπευε να εμποδίσει τον τελευταίο να επιδιώξει την είσπραξη των επιταγών και, σε περίπτωση αδυναμίας είσπραξής τους, την έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος του. Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του, ο κατηγορούμενος έπεισε τον Δικαστή και ο τελευταίος εξέδωσε την με ημερομηνία 3.9.2001 προσωρινή διαταγή, με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά κάθε νομική και πραγματική μεταβολή των πραγμάτων μέχρι τη συζήτηση της αίτησής του (κατηγορουμένου) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για κήρυξη των εν λόγω επιταγών ως δήθεν ανισχύρων. Κατά το διάστημα αυτό, ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε, με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή, τα ποσά των επιταγών, τα οποία απέφυγε να πληρώσει και ο μηνυτής να εισπράξει. Στις 3.9.2001, ο κατηγορούμενος κατέθεσε την από 28.8.2001 αίτησή του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, προκειμένου να κηρυχθούν οι επίμαχες επιταγές ανίσχυρες. Στο κείμενο της αίτησης αυτός επανέλαβε τους ψευδείς ως άνω ισχυρισμούς περί δήθεν κλοπής των επιταγών, ενώ η μόνη αλήθεια ήταν ότι τις είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον μηνυτή. Την 1.2.2002, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στο Δικαστήριο, που δίκασε την ως άνω 28.8.2001 αίτησή του κατά τη δικάσιμο της 31.1.2002, την από 1.2.2002 δήλωσή του, με την οποία δήλωνε ότι δεν επιθυμεί την έκδοση απόφασης. Στη δήλωσή του αυτή προέβη, όχι από δική του θέληση, αλλά γιατί την τελευταία στιγμή διείδε τον κίνδυνο από τον μηνυτή να καταμηνυθεί για απάτη στο δικαστήριο. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συγκροτείται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αποδιδομένων στον κατηγορούμενο εγκλημάτων τόσο της τετελεσμένης απάτης στο δικαστήριο - εξάλλου και ο ίδιος ομολογεί ότι δεν έγινε διάρρηξη του αυτοκινήτου του, ούτε η κλοπή των επιταγών, τις οποίες κατείχε νομίμως ο μηνυτής - όσο και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί υπαναχώρησης από την απόπειρα και εφαρμογής της ποινικής μεταχείρισης του άρθρου 44 παρ. 1 και 2 του ΠΚ. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η υπαναχώρηση ήταν αποτέλεσμα δικής του θέλησης, αλλά αντίθετα οφείλεται σε εξωτερικούς παράγοντες και δη στον κίνδυνο να καταμηνυθεί από τον μηνυτή. Η παραπάνω δε δήλωση προς το δικαστήριο περί ματαιώσεως της δίκης, ουδόλως αποτελεί έμπρακτη μετάνοια του κατηγορουμένου, αλλά συνιστά αυτή και μόνο μία δικονομική ενέργεια. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτομένων συγχρόνως των αυτοτελών ισχυρισμών του, μεταξύ των οποίων και της αναγνώρισης ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' και δ' του ΠΚ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις δύο (2) καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και αυτήν του πολιτικώς ενάγοντος. Ειδικότερα, ως προς τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί εφαρμογής του άρθρου 44 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό και επομένως η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη' β) ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του περί εφαρμογής των άρθρων 23 και 25 του ΠΚ. Οι ισχυρισμοί του αυτοί, όπως προβλήθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας (βλ. σελ. 5 και 6 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης) δεν ήταν ορισμένοι και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει επ' αυτών και ειδικότερα να δικαιολογήσει ειδικά την απόρριψη αυτών, με την παραδοχή δε της υποκειμενικής υπόστασης (του δόλου) στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος για την τέλεση της τετελεσμένης απάτης και της απόπειρας αυτής προκύπτει ότι δεν δέχθηκε οιονδήποτε ισχυρισμό περί άρσης του αδίκου των πράξεων του αυτών. Γι' αυτό, η σχετική αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος' και γ) Τέλος, το Δικαστήριο της ουσίας ως εκ περισσού απήντησε περί της μη συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β και δ του ΠΚ, απορρίπτοντας τους επικουρικώς φερομένους ως αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, αφού αυτοί, με μόνη την αναφορά της διάταξης του νόμου (βλ. σελ. 7 της προσβαλλόμενης απόφασης), ήταν αόριστοι και εντεύθεν ήταν όχι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί, και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, ως έχει προαναφερθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ερμηνείας και εφαρμογής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 129/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή