Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2172 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Αποδεικτικά μέσα, Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, Δάση, Παραίτηση από δικόγραφο, Χρησικτησία.




Περίληψη:
Παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης. Μέχρι ισχύος ΑΚ για την έκτακτη χρησικτησία εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΒΡΔ και επί των δασών που ανήκουν στο Δημόσιο. Η χρησικτησία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι 12.9.1915. Μετά την ημερομηνία αυτή τα ακίνητα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας Τι ισχύει στη Θεσσαλία μετά την προσάρτησή της το 1881 στο Ελληνικό Κράτος. Δάσος: Έννοια κατά προϊσχύσαντες και ισχύοντες νόμους. Με τους αρ. 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ προσβάλλονται μόνο τα έγγραφα και όχι τα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ.





Αριθμός 2172/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη, και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Φ. του Γ. και 2) Μ. συζ. Μ. Φ., το γένος Ν. Ν., κατοίκου .... Ο πρώτος δεν παραστάθηκε, η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τζιάννη, ο οποίος δήλωσε ότι ο πρώτος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α)Μ. χήρα Μ. Φ., το γένος Ν. Ν., β)Α.-Σ. Μ. Φ., γ)Β. Μ. Φ. και δ)Γ. Μ. Φ., ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, εκπροσωπούνται από τον ίδιο και δηλώνουν ότι παραιτούνται από τον δικόγραφό της εν λόγω αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1987 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 661/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η δεύτερη αναιρεσείουσα με την από 29-10-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 5-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου τους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 § 1 ΚΠολΔικ), γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει, αναδρομικά, την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου. Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΟλΑΠ 1187/1981). Στην προκειμένη περίπτωση οι υπεισελθόντες στη θέση του πρώτου αναιρεσείοντος Μ. Γ. Φ. και συνεχίζοντες την βιαίως, ένεκα του θανάτου του διακοπείσα δίκη, με δήλωση στο ακροατήριο του έχοντος ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου τους Βασιλείου Τζιαννή (βλ. υπ'αριθμ. .../1.9.2014 πληρεξούσιο του συμβ/φου Καλαμπάκας Νικολάου Αδάμου - άρθρο 98 εδ β ΚΠολΔικ-) και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 29.10.2003 αιτήσεως για αναίρεση της υπ'αριθμ. 183/2002 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Η παραίτηση αυτή, που έγινε σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 573 § 1, 299, 294, 296 και 297 ΚΠολΔικ είναι νόμιμη, και συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 § 1 εδ. α του ίδιου κώδικα, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει, ως προς τους υπεισελθόντες στη θέση του πρώτου αναιρεσείοντα, να θεωρηθεί ότι δεν έχει ασκηθεί. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 51 και ΕισΝΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας μέχρι της ισχύος του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του προϊσχύοντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από καμμιά όμως διάταξη του δικαίου αυτού ή άλλου νεωτέρου νόμου, από αυτές που ίσχυσαν μέχρι τις 26.11.1926, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΝΔ της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι τα δημόσια κτήματα και οι δημόσιες γενικά, δασικές εκτάσεις ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ούτε ότι το Δημόσιο εθεωρείτο, κατά πλάσμα του νόμου ότι διατηρεί σ'αυτά νομή, παρά την υλική εξουσίασή τους από τρίτα πρόσωπα (πράγμα το οποίο συνέβαινε για τις εθνικές βοσκήσιμες εκτάσεις, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, 3 επ. του Ν. ΝΘ/1864 και 3 του Ν ΨΠΖ/1882). Αντίθετα από τις διατάξεις του προϊσχύοντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι των ν. 8 §1 κωδ. 7.39, ν.9 §1 Πανδ (50.14), ν. 2 §2 Πανδ (41-4),.... πρ. Πανδ (44.3), ν. 76§1 (18.1), ν. 7§3 Πανδ. (23.3), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν. 21-6/6.3.1937 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, ήταν επιτρεπτή η από ιδιώτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος αυτός (ιδιώτης) δεν προσβάλλει, κατ'ουσίαν, το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20§12 Πανδ (5.8), 27 Πανδ (18.1), 10, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιάς συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (ν. 18, 24 παρ.1 (41.3) παρ. 9 Εισ. (2-9) ν. 2 Κωδ. (7.30) Βασ 50.10). Όμως κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ της 22-4 /16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται, εφεξής, σε καμμιά παραγραφή, η δε παραγραφή που άρχισε δεν έχει καμμιά συνέπεια, εάν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν συμπληρώθηκε η 30ετής, κατά τους προϊσχύοντες νόμους, παραγραφή. Με τη διάταξη αυτή αποκλείστηκε έκτοτε για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η κτητική παραγραφή, δηλαδή η έκτακτη χρησικτησία, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η λήξη κάθε παραγραφής δικαιώματος του αστικού δικαίου ανεστάλει με τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του Ν. ΔΞΗ/1912 μέχρι της χρονολογίας εκδόσεως του ανωτέρω ΝΔ, έπεται ότι η απόκτηση κυριότητας σε δημόσιο κτήμα με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 12.9.1915. Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον εάν δεί η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο. Περαιτέρω προκειμένου περί των κειμένων στη Θεσσαλία δασών, επί Τουρκοκρατίας η κυριότητά τους ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, όπως τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του από από 7 Ραμαζάν 1274 (1834) Τουρκικού Νόμου περί Γαιών, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 των Οδηγιών της 13 Μουχαρέμ περί εξελέγξεως τίτλων δασών. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, κατά το έτος 1881, στο Ελληνικό Κράτος, με τη σύμβαση της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου 1881) μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με τον Ν. ΠΛΖ της 11/13 Μαρτίου 1882, η κυριότητάς τους περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, από του χρόνου όμως αυτού τα εν λόγω δάση υπόκεινται σε έκτακτη χρησικτησία, εφόσον μέχρι τις 12-9-1915 έχει συμπληρωθεί καλόπιστη 30ετής νομή (ΑΠ 2192/2013). Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. ΑΞΝ/1888 "Περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", που περιελήφθηκε ως άρθρο 57 στον Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", ως δάσος θεωρείται κάθε έκταση, η οποία μερικώς ή εξ ολοκλήρου καλύπτεται από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων δασικών προϊόντων, ενώ δασικά εδάφη θεωρούνται οι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο και συστατικό τους μέρος. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 του Ν. 4178/1929, 1 του ΑΝ 86/1969 και 3 του Ν. 998/1979, που ίσχυσαν μεταγενέστερα στην έννοια του δάσους και των δασικών εκτάσεων περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις, που καλύπτονται από αραιή ή πενιχρή, υψηλή ή θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση οποιασδήποτε δασικής διάπλασης, καθώς και οι εντός των εκτάσεων αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη (ΑΠ 1477/2014). Εξ ετέρου από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 10/2011). Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεων ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέλος οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων, σ'αυτό, αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την διεκδικητική, δασικού εδαφοτεμαχίου αγωγή, του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, από την οποία το απέβαλε η αναιρεσείουσα - εναγομένη (καθώς και ο συνεναγόμενός της Μ. Φ., που, κατά τα προεκτεθέντα, οι υπεισελθόντες στη θέση του, λόγω του θανάτου του, κληρονόμοι του παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αναίρεσης) "To επίδικον ακίνητον κείται εις την δασικήν θέση "Σπάντια" του οικισμού Δολιανών της Κοινότητος Κρανιάς της επαρχίας Καλαμπάκας, είναι εκτάσεως 762,95 m2 και συνορεύει γύρωθεν: ανατολικώς και δυτικώς με χορτολιβαδικές εκτάσεις που κατελήφθησαν από τους εναγομένους και τον Α. Ν., αντιστοίχως, βορείως με χορτολιβαδικήν έκταση που κατελήφθη από τον Μ. Ν. και νοτίως με χορτολιβαδικήν έκταση, όπως αποτυπώνεται, υπό τα στοιχεία 1-2-10-11-12-13-14-15-1, εις το από 27-10-1991 υπό κλίμακα 1:1500 τοπογραφικόν διάγραμμα του πραγματογνώμονος Ε. Τ., που συνοδεύει την υπ' αριθμ. 49/1991 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτού (και υπό τα στοιχεία 41-170-171-172- 173-174-175-55-56,41 εις το από 18-2-1986, υπό κλίμακα 1: 500, τοπογραφικόν διάγραμμα του δασολόγου Α. Γ., που προσκομίζει το ενάγον και επικαλείται διά της αγωγής του). Ειδικότερον, αυτό είναι ηπίας κλίσεως, με γόνιμον και βαθύ έδαφος, επιδεκτικόν ως τοιούτον καλλιεργείας και, συμφώνως προς την προαναφερομένην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αποτελεί τμήμα ακαλύπτου χορτολιβαδι- κής εκτάσεως 35.000 m2 περίπου, η οποία ευρίσκεται εντός του 5ου συμπλέγματος του δημοσίου δάσους Δολιανών, το οποίον εκτείνεται εις απόσταση 250 περίπου μέτρων από αυτήν και του οποίου αποτελεί αναπόσπαστον τμήμα ως συστατικόν του. Κατά τον χρόνον της προσαρτίσεως της Θεσσαλίας εις το Ελληνικόν Κράτος και της Εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Θεσσαλικές επαρχίες (διά του Ν.ΠΜ/19- 20/3-1882), αυτό είχε και έκτοτε μέχρι σήμερον έχει τον χαρακτήρα της δασικής εκτάσεως, ως τμήμα της, ως άνω, ασκεπούς χορτολιβαδικής εκτάσεως, η οποία αποτελεί οργανικήν ενότητα με το συνεχόμενον Δημόσιον δάσος Δολιανών, που αποτελείται από άγρια ξυλώδη φυτά, εις πυκνήν μορφήν, και ειδικότερον άτομα ελάτης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί του χαρακτήρος του επιδίκου, κατά τον, ως άνω, χρόνον μέχρι σήμερον, ως δασικής εκτάσεως, συνάγεται τόσον από την προαναφερομένην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, συμφώνως προς την οποίαν αυτό ευρίσκεται εντός χορτολιβαδικής εκτάσεως συνεχομένης του δάσους Δολιανών, "η οποία εχρησιμοποιείτο ως βοσκότοπος και δι' υπαίθριον σταυλισμόν των ζώων>>, γεγονός το οποίον βεβαιώνεται από την <<ύπαρξη πλήθους μονοπατιών και διαβάσεων διά την ελευθέραν διέλευση ζώων και ανθρώπων", όσον και από τις καταθέσεις των προταθέντων από το ενάγον και εξετασθέντων ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου μαρτύρων, Ν. Γ. και Α. Ζ., εκ των οποίων ο πρώτος υπήρξε επιστάτης και δασοφύλακας εις την περιοχήν από του έτους 1965 και ο δεύτερος είναι δασοπόνος, υπεύθυνος του συμπλέγματος Ασπροποτάμου και κατά τους οποίους η τοποθεσία "Σπάντια" όπου το επίδικο, ευρίσκεται "μέσα στο δάσος Δολιανών>> και ήταν πάντοτε δημόσια χορτολιβαδική έκταση εις υψόμετρον 1200 μέτρων. Λόγω του τοιούτου χαρακτήρος του, κατά τον ανωτέρω χρόνον, αυτό περιήλθε εις την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του τουρκικού (Δημοσίου), εις το οποίον ανήκε κατά κυριότητα μέχρι του αυτού χρόνου (της προσαρτίσεως της Θεσσαλίας εις το Ελληνικόν Κράτος), εφ' όσον, κατά το Οθωμανικόν Δίκαιον, δεν αναγνωρίζετο η κτήση κυριότητος ακινήτου διά χρησικτησίας. Συμφώνως δε προς τις διατάξεις των άρθρων 3, 9, 19, 20, 30, 68 του Νόμου "Περί Γαιών", της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ'ημάς 1856) και του άρθρου 13 του Νόμου περί ταπίων, προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων, ως περιλαμβανομένων στις δημόσιες γαίες, ήτο δυνατή μόνον η διά "ταπίου" παραχώρηση εις τους ιδιώτες δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενον της οποίας ήτο η αναφερομένη εις αυτό ωρισμένη και ανεπίδεκτος μετατροπής χρήση του εδάφους, της κυριότητος ανηκούσης εις το Τουρκικόν Δημόσιον, (βλ. και ΑΠ 107/1964 ΝοΒ 12,534 και Γιάννη Καραγιάννη "Νομικά Προβλήματα από την Δασική νομοθεσία", όπου ανωτ.). Μετά τον ανωτέρω χρόνον, συμφώνως προς όσα εκτίθενται εις την μείζονα σκέψη, ήτο δυνατή η κτήση κυριότητος επ' αυτού, ως τμήματος της ανωτέρω εκτάσεως, διά της συμπληρώσεως 30ετούς νομής, καλοπίστως και με διάνοιαν κυρίου, μέχρι την 12-9-1915. Οι εναγόμενοι, διά των εγγράφων προτάσεών των της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου, ισχυρίσθησαν ότι οι ίδιοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, ως τμήματος μείζονος εκτάσεως εμβαδού 10 στρεμμάτων περίπου, εφ' όσον αρχικώς οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών, ήτοι οι Θ. και Σ. Ν., και ακολούθως οι κληρονόμοι του τελευταίου, Γ. Ν., Μ. Ν. και Ν. Ν. (άμεσος δικαιοπάροχος των ιδίων) και οι ίδιοι ήσκουν διακατοχικές πράξεις επ' αυτού, συνεχώς και αδιαλείπτως, καλοπίστως (μέχρι την 23-2-1946) και με διάνοιαν κυρίου, από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας. Όμως, από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται, ότι, κατά τον κρίσιμον χρόνον που προανεφέρθη, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, προπάππος της δευτέρας τούτων, Θ. Ν., κατείχε και ενέμετο καλοπίστως και με διάνοιαν κυρίου το επίδικον ακίνητον, ως τμήμα μεγαλυτέρας εκτάσεως δέκα στρεμμάτων. Ειδικότερον, δεν αποδεικνύεται ότι αυτός εκκαλιέργει αυτό με σιτάρι και αραβόσιτον, έκοβε το χόρτον, διετήρει ποιμνιοστάσιον και εφύτευε δένδρα επ' αυτού, μέχρι του κατ' έτος 1910 επισυμβάντος θανάτου του και ότι τις αυτές πράξεις συνέχισε και ο κληρονόμος αυτού, υιός του, Σ. Ν., καλοπίστως και με διάνοιαν κυρίου, ώστε να δύναται να λεχθή ότι ο τελευταίος, διά της προσμετρήσεως και της προηγηθείσης νομής του δικαιοπαρόχου του, απέκτησε κυριότητα επ' αυτού, έναντι του Δημοσίου, δι' εκτάκτου χρησικτησίας, η οποία, μετά τον κατ' έτος 1954 επισυμβάντα θάνατον αυτού, περιήλθε εις τα τέκνα του Μ. Ν., Γ. Ν. και Ν. Ν., ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίοι συνέχισαν τις αυτές διακατοχικές πράξεις μέχρι το έτος 1966, ότε απεβίωσε ο ανωτέρω Ν. Ν. και αφήκε μόνην εξ αδιαθέτου κληρονόμον του την δευτέραν εναγομένην, θυγατέρα αυτού, η οποία συνέχισε τις αυτές διακατοχικές πράξεις μετά του πρώτου εναγομένου. Οι καταθέσεις εις το σημείον αυτό των προταθέντων από τους εναγομένους και εξετασθέντων, ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου μαρτύρων, Ι. Ζ., γεννηθέντος εις Κρανιά Καλαμπάκας το έτος 1913 και Σ. Χ., γεννηθέντος εις Πολυθέα Τρικάλων το έτος 1927, που εχρημάτισε "τσοπάνος στους Ν.-ους από το 1941 μέχρι το έτος 1943", συμφώνως προς τις οποίες "στην έκταση αυτή (των δέκα στρεμμάτων) ήταν ο Σ. Ν. και πριν από αυτόν ο πατέρας του Θ. Ν.", ο οποίος καλλιεργούσε αυτή με σιτηρά και είχε αλώνια και καλύβες επ' αυτής, δεν κρίνονται πειστικές και επαρκείς διά τον σχηματισμόν πλήρους πεποιθήσεως, περί της ασκήσεως, από τους ανωτέρω Θ. Ν. και Σ. Ν., διακατοχικών πράξεων επί της μείζονος εκτάσεως και του επιδίκου, ως τμήματος αυτής, καλοπίστως και με διάνοιαν κυρίου, κατά το προαναφερόμενον χρονικόν διάστημα. Οι ανωτέρω μάρτυρες, ως εκ της ηλικίας των, κατά το κρίσιμον χρονικόν διάστημα, δεν είχαν ιδίαν αντίληψη περί των τοιούτων πράξεων, ενώ οι καταθέσεις των δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικόν στοιχείον. ’λλωστε, η έκταση αυτή και λόγω του υψομέτρου της (1200 μέτρα) αλλά και λόγω του ότι εκαλύπτετο διά πολλούς μήνες εκάστου έτους από χιόνια, δεν ήτο επιδεκτική καλλιεργείας με σιτηρά και αραβόσιτον, ενώ από την ερμηνείαν των αεροφωτογραφιών της περιοχής, που ελήφθησαν κατά το έτος 1945, δεν διεπιστώθη η ύπαρξη ιχνών καλλιεργείας ούτε προ πέντε ετών από της λήψεως αυτών, όπως δεν διεπιστώθη και η ύπαρξη οποιουδήποτε είδους δένδρου (βλ. και ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εις την οποίαν γίνεται μνεία περί αυτού). Η ελευθέρα δε βοσκή και ο υπαίθριος σταυλισμός των ζώων τούτων εις την, ως άνω, έκταση, κατά τις καλοκαιρινές κτηνοτροφικές περιόδους, εις την οποίαν προέβαιναν και άλλοι κτηνοτρόφοι της περιοχής, δεν αποδεικνύεται ότι εγένετο από αυτούς καλοπίστως και με διάνοιαν κυρίου και δεν είναι ικανή να οδηγήσει εις κτήση κυριότητος διά χρησικτησίας. Η κρίση του Δικαστηρίου, περί της μη κτήσεως δικαιώματος κυριότητος, διά χρησικτησίας, επί της μείζονος εκτάσεως και του επιδίκου, ως τμήματος αυτής, από τους προαναφερομένους άμεσον και απωτέρους δικαιοπαρόχους της β' εναγομένης και επομένως περί μη περιελεύσεως αυτής, διά κληρονομικής διαδοχής, εις την τελευταίαν, η οποία κατέχει αυτό μετά του α' εναγομένου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκ των κληρονόμων του Μ. Ν. (υιού και κληρονόμου του ανωτέρω αναφερομένου απωτέρου δικαιοπαρόχου της β' εναγομένης Σ. Ν.), Α. Ν., διά της από 28-4-1964 αιτήσεώς του προς τον Δασάρχην Προτύπου Δασαρχείου Δασοπονίας Καλαμπάκας, εζήτησε την παραχώρηση εις αυτόν εκτάσεως μέχρι ενός στρέμματος, συμφώνως προς τις διατάξεις του Ν.857/1937, όπως ετροποποιήθη διά του Ν.Δ 501/1953, από την προαναφερομένην έκταση των δέκα στρεμμάτων, την οποίαν ήδη οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατείχε, με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας, ο προπάππος της δευτέρας(και προπάππος του ρηθέντος Α. Ν.),Θ. Ν. και ακολούθως ο Σ. Ν. και οι ανωτέρω αναφερόμενοι κληρονόμοι του και της οποίας τμήμα αποτελεί το επίδικον. Διά της αιτήσεώς του αυτής, ο ίδιος (εις τον οποίον, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων περιήλθε η ανωτέρω έκταση, ως κληρονόμον του Μ. Ν.), συνομολογεί σαφώς ότι η έκταση αυτή είναι δημοσία δασική "χωρίς όμως σημασίαν από απόψεως δασοπονικής αλλά κατάλληλος διά την ανέγερση κατοικιών". Διά της υπ' αριθμ. 39/1967 αποφάσεως της, κατ' άρθρον 71 του Αγροτικού Κώδικος, Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Τρικάλων, παρεχωρήθη πράγματι εις αυτόν έκταση 300 m2, από την, ως άνω, "δημοσίαν δασικήν έκτασιν, η οποία είναι γυμνή δασικής βλαστήσεως", αντί συμβολικού τιμήματος 1000 δραχμών ανά στρέμμα. Είναι προφανές ότι εις την αίτηση αυτή, περί παραχωρήσεως εις αυτόν της ανωτέρω εκτάσεως (και μάλιστα ζώντος του δικαιοπαρόχου του Μ. Ν., συγκληρονόμου του αμέσου δικαιοπαρόχου της β' εναγομένης, Ν. Ν. και συγκατόχου της αυτής εκτάσεως, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων), ο ίδιος δεν θα προέβαινε, εάν ετέλει με την πεποίθηση ότι ανήκε κατά κυριότητα εις τους κληρονόμους του Σ. Ν., μεταξύ των οποίων ο Ν. Ν. και ο πατέρας του, Μ. Ν.. Εις την υποβολήν δε ομοίων αιτήσεων, προς το Δασαρχείον Καλαμπάκας, προέβησαν, την 2-8-1982 και οι μη διάδικοι, κάτοικοι ..., Σ., Α., Χ. και Ν. Κ., διά των οποίων, αυτοί, επικαλούμενοι ότι είναι κτηνοτρόφοι, κάτοχοι προβατοποιμνίων, τα οποία βόσκουν ανελλιπώς, κατά τις θερινές κτηνοτροφικές περιόδους, στις λιβαδικές εκτάσεις του Δημοσίου δάσους Δολιανών στις οποίες υπάγεται και αυτή υπό το όνομα "Σπάντια"...συνορεύουσα πανταχόθεν με δημοσίαν δασικήν έκτα- σιν...", εζήτησαν την παραχώρηση εις έκαστον τούτων τμήματος της εκτάσεως αυτής, εμβαδού 500 m2, διά την εγκατάσταση των ποιμνιοστασίων των και την κατασκευήν ποιμενικής καλύβας, προς επωφελεστέραν εκμετάλλευση των προβατοποιμνίων των, χάριν των ιδίων και της εθνικής οικονομίας (βλ. τις ανωτέρω αιτήσεις που προσκομίζει και επικαλείται το ενάγον). Από το περιεχόμενον των αιτήσεων αυτών, εις ανύποπτον χρόνον, αναιρείται ο ισχυρισμός των εναγομένων, περί ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου, ως τμήματος της ανωτέρω εκτάσεως και βεβαιώνεται ο χαρακτήρας αυτού, ως δημοσίας δασικής εκτάσεως. Περαιτέρω, από τα αυτά αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι η επίδικος έκταση, ως τμήμα της μείζονος χορτολιβαδικής εκτάσεως, εις θέση "Σπάντια" του Δημοσίου δάσους Δολιανών, διεχειρίζετο από το Ελληνικόν Δημόσιον, διά των αρμοδίων υπηρεσιών αυτού και ειδικότερον μέχρι μεν του έτους 1928 διά της οικονομικής Εφορίας Τρικάλων, ακολούθως δε διά του ιδρυθέντος Δασαρχείου Καλαμπάκας, το οποίον περιελάμβανε την έκταση αυτή στις διαχειριστικές του μελέτες, εφύλασσε και επέβλεπε αυτήν διά των αρμοδίων οργάνων του, ως περιλαμβανομένην εις το 5ον σύμπλεγμα του δημοσίου δάσους Δολιανών. Όμως, κατά τον μήνα Απρίλιον του έτους 1980, οι εναγόμενοι κατέλαβαν το πρώτον, με πρόθεση κτήσεως δικαιωμάτων, την επίδικον έκταση, την οποίαν περιέφραξαν με ακροσανίδες, και εις μέρος αυτής κατεσκεύασαν κτίσμα από τσιμεντόλιθους, το οποίον χρησιμοποιούν ως εξοχικήν κατοικίαν, ενώ εις την υπόλοιπον εφύτευσαν δώδεκα οπωροφόρα δένδρα, κατεσκεύασαν φούρνο και βρύση και την χρησιμοποιούν ως κήπον και αυλήν. (βλ. και κατάθεση του μάρτυρος Ν. Γ. ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου, κατά την οποίαν "...από το έτος 1965.. που το γνωρίζω μέχρι τότε που το κατέλαβαν ήταν ανοικτή χορτολιβαδική έκταση.. χωρίς περιφράξεις ούτε καλλιέργειες ούτε κάτι άλλο που να δείχνει ότι κάποιος τρίτος είχε επέμβει...", αλλά και από 17-9-1981 ομοίαν αυτού, καθώς και ανωτέρω έκθεση αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης). Διά την ανωτέρω αναφερομένην κατάληψη της επιδίκου εκτάσεως εξεδόθη το υπ' αριθμ. 5/1981 πρωτόκολλον διοικητικής αποβολής του Δασάρχου Καλαμπάκας (δι' έκταση 745 m2), διά του οποίου ο α' εναγόμενος απεβλήθη από αυτήν. Και είναι μεν αληθές ότι το πρωτόκολλον αυτό, κατόπιν ασκηθείσης κατ' αυτού ανακοπής από τους εναγομένους, ενώ επεκυρώθη αρχικώς διά της υπ' αριθμ. 23/1982 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας, ηκυρώθη ακολούθως διά της υπ' αριθμ. 610/1983 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Τούτο, όμως δεν αποτελεί δεδικασμένον, εις την προκειμένην περίπτωση, όμως διατείνονται οι εναγόμενοι, και δεν εμποδίζει την επιδίωξη των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, κατά την τακτικήν διαδικασίαν . Επί τη βάσει τούτων, πρέπει η προταθείσα από τους εναγομένους ένσταση ιδίας κυριότητος αυτών επί της επιδίκου εκτάσεως, να απορριφθή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ακόμη, πρέπει να απορριφθή και η προταθείσα από αυτούς ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής από το ενάγον, η οποία ερείδεται επί των αυτών πραγματικών περιστατικών, τα οποία αυτοί επεκαλέσθησαν, διά την στοιχειοθέτηση της ενστάσεως περί ιδίας κυριότητος τούτων. Και τούτο διότι δεν αποδεικνύεται η επικαλουμένη, επί μακρόν χρόνον, άσκηση διακατοχικών πράξεων, επί της επιδίκου εκτάσεως, από τους ιδίους και τους δικαιοπαρόχους των, υπό τα όμματα των αρμοδίων οργάνων του ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ηδράνησαν και έτσι εδημιουργήθη εις αυτούς η πεποίθηση ότι τούτο δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά του. Αντιθέτως, επί τη βάσει όσων προεξετέθησαν, η κατάληψη της επιδίκου εκτάσεως από αυτούς, με πρόθεση κτήσεως δικαιωμάτων επ' αυτής, εγένετο κατά τον μήνα Απρίλιον 1981. Ευθύς δε ως τούτο υπέπεσε εις την αντίληψη των αρμοδίων οργάνων του ενάγοντος, τούτο προέβη στις δέουσες νόμιμες ενέργειες προς αποβολήν των από αυτήν, ώστε δεν δύναται να υποστηριχθή ότι η άσκηση της ενδίκου αγωγής από αυτό υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμος, να αναγνωρισθεί το ενάγον κύριον της επιδίκου εκτάσεως και να διαταχθεί η απόδοση αυτής εις τούτο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί της κυριότητάς του στο επίδικο δασικό εδαφοτεμάχιο και της υποχρεώσεως της εναγομένης - αναιρεσείουσας, της οποίας οι ενστάσεις περί ιδίας κυριότητας και περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος κρίθηκαν απορριπτέες, να το αποδώσει και στη συνέχεια αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις περί κυριότητος του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (στο κείμενο στη θέση "Σπάντια) του οικισμού Δολιανών της Κοινότητας Κρανιάς Καλαμπάκας - Θεσσαλία - και έχοντα δασικό χαρακτήρα επίδικο ακίνητο) ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου αλλά ούτε τις περί χρησικτησίας διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, του οποίου οι νόμιμες προϋποθέσεις, για την αποδοχή της περί ιδίας κυριότητας, ενστάσεως της εναγομένης δεν συνέτρεξαν. Επομένως ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου περί κυριότητάς του, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου στο επίδικο εδαφοτεμάχιο, που από τότε που προσαρτήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα (1881) μέχρι σήμερα είναι δασικό, ως τμήμα μεγαλύτερης επιφανείας 35000 τμ ασκεπούς χορτολιβαδικής εκτάσεως, η οποία αποτελεί οργανική ενότητα με το συνεχόμενο δημόσιο δάσος Δολιανών και το οποίο (επίδικο) μαζί με την μεγαλύτερη έκτακτη διαχειριζόταν έκτοτε το αναιρεσίβλητο με τα αρμόδια όργανά του (οικονομική εφορία Τρικάλων μέχρι το 1928 και έκτοτε Δασαρχείο Καλαμπάκας) μέχρι το 1980 που αποβλήθηκε από αυτό (επίδικο) από τους εναγομένους, οι οποίοι δεν κατέλυσαν με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητά του, καθόσον δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν την ιστορική βάση της οικείας περί ιδίας κυριότητας ενστάσεώς τους, ενώ κρίθηκε απορριπτέα και η βασιζόμενη στα ίδια πραγματικά περιστατικά ένσταση καταχρήσεως. Οι προπεριγραφείσες παραδοχές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή ή μη εφαρμογή αντίστοιχα των προδιαληφθεισών διατάξεων.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ενώ αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούσαν, τα οποία η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει και που είναι αντίθετα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων του ΒΡΔ και της προσμέτρησης της νομής των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας στη δική της νομή (1045, 1051 ΑΚ) πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επίσης για την ίδια αιτία είναι απαράδεκτες και οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου, κατά τις οποίες η κρίση του εφετείου περί του χαρακτήρα ως δασικού του επιδίκου εδαφοτεμαχίου είναι εσφαλμένη, ενώ περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες οι παραδοχές της αποφάσεως περί του δασικού χαρακτήρα των επιδίκων, έρχονται σε αντίθεση και παραβιάζουν το λαμβανόμενο υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 336 ΚΠολΔικ "πασίδηλο", κατά το οποίο λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στον ορεινό όγκο της Πίνδου, που από τα μέσα Απριλίου μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου κάθε έτους, εκατοικείτο από τους ορεινούς πληθυσμούς που ζούσαν στα χωριά της ως ελεύθεροι πολίτες και ότι συνακόλουθα η ευρύτερη περιοχή, στην οποία ανήκει και το επίδικο ήταν δεκτική εξουσιάσεως, ως δυναμένη να καλλιεργηθεί και να κατοικηθεί και ότι συνεπώς δεν ήταν "δημόσια γαία", ώστε να επέλθει ως προς αυτήν διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου, είναι προεχόντως απαράδεκτες γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στον ’ρειο Πάγο, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔικ, αλλά και γιατί ως αναφερόμενες σε παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 336 παρ.1 ΚΠολΔικ, δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετικό λόγο, ο οποίος αφορά σε εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.Τούτο ανεξάρτητα από το ότι η παραβίαση "των πασιδήλων", δεν ιδρύει κάποιο αναιρετικό λόγο και ειδικότερα τους λόγους των διατάξεων των αριθμών 12 ή 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον δεν περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005). Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι πρώτος και τρίτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή ο από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα μέσα στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔικ. Η κατά το άρθρο 383 ΚΠολΔικ γνωμοδότηση των ορισθέντων με δικαστική απόφαση πραγματογνωμόνων, καθώς και η κατά το άρθρο 360 του ίδιου κώδικα έκθεση αυτοψίας αποτελούν αποδεικτικά μέσα διαφορετικά από εκείνα των εγγράφων. 'Ετσι η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους, ως μη αφορώσα σε έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια δεν ιδρύει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων, από τα οποία προέκυπτε η μορφή του επιδίκου ακινήτου και δη α) την υπ' αριθμ. 49/1991 έκθεση πραγ/νης του ορισθέντα, με την υπ' αριθμ. 303/1990 παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως πραγ/να, δασολόγου Ε. Τ. και β) την υπ' αριθμ. 98/1991 έκθεση αυτοψίας, που σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 13/1989 Πράξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διενήργησε η Πρωτοδίκης Μαρία Τζέρμπου. Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αφορά σε "έγγραφα", κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ του ΚΠολΔικ αλλά σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν πλήττονται με τον ερευνώμενο λόγο. Πρέπει λοιπόν και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 29.10.2003 αίτηση του Μ. Φ. του Γ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 183/2002 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, λόγω παραιτήσεως από το δικόγραφο των υπεισελθόντων στη θέση του ένεκα του θανάτου του α)Μ. χήρα Μ. - Φ., το γένος Ν. Ν., β)Α. - Σ. Μ. Φ. γ) Β. Μ. Φ. και δ) Γ.Υ. Μ. Φ..
Απορρίπτει την από 29.10.2003 αίτηση της Μ. συζ. Μ. Φ., το γένος Ν. Ν. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 183/2002 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή