Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 779 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Απόπειρα, Ηθική αυτουργία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Συνέργεια, Εκβίαση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Αναβολής αίτημα, Δόλος, Πρόσθετοι λόγοι, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση αιτήσεων αναιρέσεως και δικογράφων προσθέτων λόγων. Καταδικαστική απόφαση για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, απλή συνεργεία στην παραπάνω πράξη, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία κατά συρροή, ηθική αυτουργία στα ανωτέρω εγκλήματα, απόπειρα κακουργηματικής εκβιάσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από κοινού, απόπειρα πλημμεληματικής εκβιάσεως, κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και συμμορία. Στοιχεία των εγκλημά-των. Έννοια των επιβαρυντικών περιπτώσεων "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια". Δυνατή η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως ενός εγκλήματος, όταν αυτό έχει τελεσθεί επανειλημμένα, αλλά ο δράστης έχει συγχρόνως διαμορφώσει και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης. Ο αυτουργός της πράξεως κρίνεται σύμφωνα με την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας που είχε αποφασίσει και όχι από το αποτέλεσμα, ήτοι από τη σωματική βλάβη που προκάλεσε στους παθόντες. Απόρριψη ισχυρισμών για μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη ή βαριά σωματική βλάβη. Ο ηθικός αυτουργός υπέχει ευθύνη όταν ο παρακινηθείς διέπραξε την άδικη πράξη κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία είτε τετελεσμένη είτε σε απόπειρα. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ανάγνωση, κατά την εξέταση μάρτυρα, περικοπών από προανακριτικές καταθέσεις του και λήψη αυτών υπόψη. Απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτημάτων για αναβολή ή διακοπή της δίκης για να προσέλθει ο απολιπόμενος παθών. Απόρριψη λόγου από το άρθρο 510 § 1 περ. ΣΤ' ΚΠΔ, αφού οι πράξεις, για τις οποίες αθωώθηκε, με άλλη αμετάκλητη απόφαση, ο αναιρεσείων που τον προτείνει, δεν περιλαμβάνουν και την πράξη της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως και, επομένως, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως. Η όρκιση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα. Η μη όρκιση στο Κοράνι Μουσουλμάνου μάρτυρα δημιουργεί σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν δεν προταθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση στον τελευταίο βαθμό. Τι πρέπει να περιέχει η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν χάνεται από το ότι αυτός εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών του αρθρ. 84 § 2 περ. α και ε ΠΚ, παρά το ότι αυτοί είχαν προβληθεί αορίστως. Στοιχειοθέτηση των ελαφρυντικών αυτών. Απόρριψη των αιτήσεων μετά των προσθέτων αυτών λόγων στο σύνολό τους.




Αριθμός 779/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλαμάκη, 2) Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα-Γρίβα και 3) Χ3, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της 372, 373, 374, 375, 380, 387, 388, 389, 390/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται, αντιστοίχως: α) στην από 2 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή αναιρέσεως, καθώς και στο από 25 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, β) στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως και γ) στην 26 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως καθώς και στο από 19 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1660/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσεόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 2.12.2009 (με αριθ. πρωτ. 9347/2009) του Χ1 μετά των από 25.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) η από 30.11.2009 (με αριθ. πρωτ. 9259/2009) του Χ2 και 3) οι υπ' αριθ. 22/29.10.2009 και από 26.11.2009 (με αριθ. πρωτ. 9185/2009) του Χ3 μετά των από 19.1.2010 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 372, 373, 374, 375, 380, 387, 388, 389, 390/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Η δεύτερη αίτηση του αναιρεσείοντος Χ3, ενόψει του ότι δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως του ιδίου, είναι παραδεκτή (άρθρο 514 εδαφ.γ' ΚποινΔ) ως συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Ειδικότερα, επί ενδεχομένου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Απαιτείται, δηλαδή, πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή, ειδικότερα, του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή, αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει, δηλαδή, τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Αν ο έχων ανθρωποκτόνο δόλο τέλεσε μόνο σωματική βλάβη (ή αστόχησε τελείως), κρίνεται σύμφωνα με την αποφασισθείσα από αυτόν πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας και όχι από το αποτέλεσμα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α)πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξης αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξης που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξης, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Στη δε διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένη ή σε απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως είναι όποιος, με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση, παρέχει στον αυτουργό, πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία χωρίς να είναι άμεση συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα (ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται ως κακούργημα όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδαφίων α' και β', απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου, ήτοι ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή μετ' επηρεασμόν και εξουδετερουμένης της ελευθέρας βουλήσεώς του, ουσιαστικώς πειθαναγκαζόμενος να υποκύψει και να αποδεχθεί ακουσίως τις προτάσεις, ενώ η επαπειλουμένη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη. Και τούτο διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Η απειλή μπορεί να στρέφεται κατά οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, όπως της προσωπικής ελευθερίας, της περιουσίας, της τιμής και υπολήψεως, της πίστεως και φήμης της επιχειρήσεως, για την εφαρμογή δε της περ. β' ή απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης νοουμένης του συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων, αΰλων αγαθών και καταστάσεων, ως φήμη και πελατεία που οργανώθηκαν σε επιχειρηματική ενότητα για την επίτευξη κερδοσκοπίας. Εξάλλου, ως βλάβη της επιχειρήσεως νοείται, πέρα από την υλική (χρηματική), και η ηθική ζημία (λ.χ. στην καλή της φήμη), η οποία μακροπρόθεσμα δύναται να εξελιχθεί σε περιουσιακή ζημία, αυτό ωστόσο δεν είναι αποτιμητό μέγεθος κατά τον χρόνο της προσβολής. Η βλάβη μπορεί να συνίσταται και στην απορρύθμιση της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, οπότε έχει την τεχνική έννοια του όρου. Για τη συγκρότηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως, απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Τέλος, η εκβίαση τελείται κατ' εξακολούθηση κατ' άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ, όταν πραγματώνεται με περισσότερες μερικότερες πράξεις του δράστου, εκ των οποίων εκάστη συνιστά το έγκλημα αυτό και για τις οποίες υπάρχει ενότητα δόλου (η κρίση αν οι περισσότερες πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως κατ' εξακολούθηση έγκλημα ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο). Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται, επιπλέον, ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (98), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος. Είναι, πάντως, δυνατή η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως ενός εγκλήματος, όταν αυτό έχει τελεσθεί επανειλημμένα, αλλά ο δράστης έχει συγχρόνως διαμορφώσει και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 187§3 ΠΚ, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλ. συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) προς διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και κάθε πυροβόλο όπλο (παρ. 1α). Κατά τα άρθρα 10 παρ. 1 και 11, και 13α του ίδιου Ν. 2168/93, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού. Ειδικά η οπλοφορία περιστρόφων ή πιστολιών, επιτρέπεται, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του πιο πάνω νόμου, μετά από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος. Οι κατά παράβαση των διατάξεων αυτών φέροντες όπλα τιμωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 13α του ίδιου νόμου, "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 200.000 δραχμών". Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 2168/1993, "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερομένου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της οπλοχρησίας αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου της πράξεως που τελέσθηκε με αυτήν και δεν είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από αυτήν, αλλά παρεπόμενό της, για το λόγο ότι προϋποθέτει καταδικαστική απόφαση για την πράξη και δεν νοείται τέλεσή του χωρίς να υπάρχει και να τιμωρείται η κύρια πράξη. Ως χρήση του όπλου νοείται η χρησιμοποίηση αυτού σύμφωνα με τον ειδικό προορισμό του. Έτσι, οπλοχρησία συνιστά και ο πυροβολισμός κατ' ανθρώπου, εκ του οποίου επέρχεται ο θάνατος ή ο τραυματισμός αυτού.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Όταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες α) τον πρώτο (Χ1) απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή σε βάρος των Ψ και ΑΑ, απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από κοινού, σε βάρος του ΒΒ, συμμορίας, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κατά συρροή, β) τον δεύτερο (Χ2) απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή σε βάρος των ανωτέρω, απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από κοινού, σε βάρος του ΒΒ, συμμορίας και παράνομης οπλοφορίας και γ) τον τρίτο (Χ3) ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή σε βάρος των ανωτέρω, ηθικής αυτουργίας σε απλή συνέργεια σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή σε βάρος των ανωτέρω, απόπειρας πλημμεληματικής εκβιάσεως σε βάρος του Ψ, κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, ηθικής αυτουργίας σε παράνομη οπλοφορία κατά συρροή και ηθικής αυτουργίας σε οπλοχρησία κατά συρροή και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως 21 ετών και 10 μηνών, 17 ετών και 29 ετών και 1 μηνός (με εκτιτέα 25 έτη), αντιστοίχως, και χρηματική 1.000, 1.000 και 1.500 ευρώ, αντιστοίχως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 31-1-2003 και ώρα 00.45' περίπου ο μάρτυρας κατηγορίας ΒΒ, ο οποίος διατηρούσε στην οδό ... αριθ.5, στην ... (περιοχή ...), κατάστημα (μπαρ) με το διακριτικό τίτλο "...", δέχθηκε στο πιο πάνω κατάστημά του την επίσκεψη του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, τον οποίο γνώριζε από διετίας ως εργαζόμενο στην είσοδο του μπαρ "S..." και μάλιστα όχι μόνο κατ' όψιν αλλά και ονομαστικά. Κατά την επίσκεψή του αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος συνοδευόταν από το δεύτερο Χ2, τον οποίο ο ΒΒ δεν γνώριζε μέχρι τότε και οποίος του συστήθηκε ως "..." (αναφέρεται το μικρό όνομα του Χ2) αλλά και από άλλα σωματώδη άτομα (περίπου δέκα), η ταυτότητα των οποίων δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί και με τα οποία είχαν ενωθεί για να διαπράξουν σε βάρος του ΒΒ το αδίκημα της εκβιάσεως. Ειδικότερα και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι δήλωσαν στον ΒΒότι εφεξής θα αναλάβουν την προστασία της επιχειρήσεώς του για την αποτροπή προκλήσεως βλάβης αυτής από τρίτα πρόσωπα. Του δήλωσαν δε ότι "έχουν γνωστούς στο Εκβιαστών να μην κάνει το λάθος να μιλήσει στην αστυνομία", ενώ η όλη στάση και παρουσία τους και ιδίως το γεγονός ότι συνοδεύονταν από σωματώδη άτομα καθιστούσε σαφές ότι η μη συμμόρφωσή του θα επέφερε βλάβη στην επιχείρησή του και στον ίδιο. Ο ΒΒ αρχικά προσπάθησε να αρνηθεί αλλά στη συνέχεια, φοβούμενος τις συνέπειες, δέχθηκε να τους δώσει τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, όπως του ζήτησαν. Στο διάστημα που επακολούθησε και μέχρι τις 13-2-2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος τηλεφωνούσε επανειλημμένα στον ΒΒ και του ζητούσε να του καταβάλει για την προστασία της επιχειρήσεώς του το ποσό των 200 ευρώ εβδομαδιαίως. Επειδή δε εκείνος αρνούνταν, τηλεφώνησε στη σύζυγό του και της είπε "πες στον άντρα σου να μας δώσει αυτά που θέλουμε, διαφορετικά θα έχει πρόβλημα η οικογένειά του". Στις 13-2-2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΒΒ και του ζήτησε να συναντηθούν στη ... . Ο τελευταίος δέχθηκε και, συνοδευόμενος από το γιο του ... , το βράδυ της ίδιας ημέρας συναντήθηκε με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους σε ένα ζαχαροπλαστείο στη ..., όπου αυτοί επανέλαβαν τις προαναφερθείσες εκβιαστικές αξιώσεις τους. Όμως ο ΒΒ δεν υπέκυψε στις αξιώσεις αυτές αλλά αντίθετα στις 18-2-2003 τους κατήγγειλε στην αστυνομία και ειδικότερα τον μεν πρώτο ονομαστικά διότι, όπως προαναφέρθηκε τον γνώριζε από διετίας, τον δε δεύτερο αναγνώρισε από φωτογραφίες προσεσημασμένων προσώπων, οι οποίες του επιδείχθηκαν από τους αστυνομικούς. Εν τούτοις οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι συνέχισαν τις πιέσεις προς αυτόν μέχρι τις 25-5-2003, μάλιστα δε ο δεύτερος του τηλεφώνησε απειλητικά, λέγοντάς του "θα σε γαμήσω όταν σε πετύχω, θα έρθω στο σπίτι σου και θα δεις τι θα πάθεις". Από δε την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της εκβιάσεως, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση (...), αλλά και από την υποδομή που οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής, όπως το γεγονός ότι είχαν μεριμνήσει να συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό σωματωδών ατόμων, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του εγκλήματος της εκβιάσεως ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Για τα πιο πάνω με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα είχε καταθέσει κατά την προδικασία ο ΒΒ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατονόμασε τον πρώτο κατηγορούμενο, αναγνώρισε δε ανεπιφύλακτα το δεύτερο από φωτογραφίες οι οποίες του επιδείχθηκαν από τους αστυνομικούς. Όμως με τις καταθέσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου αναίρεσε πλήρως εκείνες της προδικασίας, όταν δε του υποδείχθηκε τούτο με την ανάγνωση σχετικών περικοπών των προηγούμενων καταθέσεών του, προέβαλε διάφορες ασαφείς και μη πειστικές δικαιολογίες. Η πλήρης μεταστροφή των καταθέσεων του πιο πάνω μάρτυρα, που είναι συνήθης σε θύματα τέτοιου είδους πράξεων, μπορεί να αποδοθεί στο φόβο που αισθάνεται, ενόψει και του γεγονότος ότι συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα σε νυκτερινά κέντρα, σε συνδυασμό με το ότι κατηγορούμενοι έδρασαν από κοινού με άλλα άτομα, τα οποία παραμένουν άγνωστα και ακόμα ελεύθερα. Η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η μεν μάρτυρας υπερασπίσεως ΔΔ, μητέρα του πρώτου κατηγορουμένου, δεν καταθέτει ο,τιδήποτε σχετικά με την πιο πάνω κατηγορία, οι ίδιοι δε οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους δεν έδωσαν εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για τις πιο πάνω πράξεις τους, επωφελούμενοι της μεταστροφής της καταθέσεως του ΒΒ. Περαιτέρω ... αποδείχτηκαν ... τα εξής πραγματικά περιστατικά: Το καλοκαίρι του έτους 2001 ο μάρτυρας κατηγορίας και πρωτοδίκως παραστάς ως πολιτικώς ενάγων Ψ, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας χρωμάτων, ξυλείας και επίπλων στην οδό ... αριθ. 2 και ... στην ... (περιοχή ...), ανέλαβε εργολαβικά την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών και εργασιών διακοσμήσεως στο γυμναστήριο που διατηρούσε στη Λεωφόρο ... αριθ. 106, στα ..., ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ευ Πλάθειν Ανώνυμη Εταιρεία Εκμετάλλευσης Αθλητικών Κέντρων Α.Ε.". Τα συνεργεία του Χ3 συνέχισαν να εργάζονται στο πιο πάνω γυμναστήριο του τρίτου κατηγορουμένου και το επόμενο καλοκαίρι του έτους 2002 ενώ ήδη λειτουργούσε το γυμναστήριο, διότι ο τρίτος κατηγορούμενος του ανέθεσε και πρόσθετες εργασίες. Παράλληλα ο τρίτος κατηγορούμενος είχε αναθέσει στο ΓΓ, εργολάβο οικοδομών, την εκτέλεση διάφορων οικοδομικών εργασιών στον ίδιο χώρο. Η συμφωνημένη αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε ο Χ3 ανήλθε στο ποσό των 156.000 ευρώ και για εκείνες που εκτέλεσε ο ΓΓ στο ποσό των 45.000 ευρώ περίπου. Εν τω μεταξύ ο τρίτος κατηγορούμενος, για να πραγματοποιήσει τα επιχειρηματικά του σχέδια, είχε προσφύγει σε δανεισμό από Τράπεζες, όμως δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Για το λόγο αυτό, επωφελούμενος της συνεργασίας του με τον Χ3, ζήτησε από τον τελευταίο να ανταλλάσσουν επιταγές ευκολίας προκειμένου, καταθέτοντας αυτές που του έδινε ο τελευταίος στις Τράπεζες με τις οποίες είχε συναλλαγή, να εξασφαλίζει τη συνέχιση του δανεισμού του. Η οφειλή του από την αιτία αυτή, ενόψει του ότι όσες επιταγές δόθηκαν από αυτόν στον Χ3 δεν καλύφθηκαν και κάθε φορά τις αντικαθιστούσε με νέες, ανήλθε στο ποσό των 70.000 ευρώ. Εξάλλου, για να καλύψει την οφειλή του προς το ΓΓ, ο τρίτος κατηγορούμενος παρέδωσε και σ' αυτόν μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες στη συνέχεια δεν μπορούσε να καλύψει. Στην προσπάθειά του να μην εμφανιστούν αυτές στην πληρώτρια Τράπεζα, πρότεινε στο ΓΓ και αυτός το δέχθηκε, να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο τελευταίος στην Τράπεζα "ALPHA ΒΑΝΚ" το ποσό των 5.000 ευρώ. Όμως, χωρίς να ενημερώσει σχετικά το ΓΓ, κατέθεσε σε μετρητά μόνο 1.000 ευρώ, έναντι δε των υπολοίπων 4.000 ευρώ κατέθεσε στο λογαριασμό του ΓΓ με τον αριθμό ... μία ισόποση επιταγή της Τράπεζας "EUROBANK" με τον αριθμό ... που φερόταν ότι είχε εκδοθεί στην Αθήνα στις 14-2-2003 σε διαταγή του ΓΓ και έφερε μία δυσανάγνωστη υπογραφή στη θέση του εκδότη, ως προερχόμενη από αυτόν (τον τρίτο κατηγορούμενο). Τα στοιχεία αυτής της επιταγής τέθηκαν από τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα στη συνέχεια, αφού την οπισθογράφησε, θέτοντας απομίμηση της υπογραφής του φερόμενου ως λήπτη ΓΓ στη θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως, εμφάνισε αυτήν στην πιο πάνω Τράπεζα και παραπλανώντας τους υπαλλήλους ως προς τη γνησιότητά της, πέτυχε να κατατεθεί το προϊόν της στον πιο πάνω λογαριασμό του, επ' ονόματι του. Η επιταγή αυτή, όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε τηλεφωνικά ο ΓΓ από το ΣΤ, δικαιούχο του λογαριασμού όπου συρόταν η επιταγή, είχε κλαπεί λευκή από την κατοχή του και ήταν πλαστή ως προς όλα τα στοιχεία της, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχαν τεθεί από τον τρίτο κατηγορούμενο. Στη συνέχεια ο τρίτος κατηγορούμενος, προκειμένου να κατασιγάσει τις εύλογες ανησυχίες του ΓΓ (τόσο για την εξόφληση της προς αυτόν οφειλής όσο και για την τυχόν δικαστική εμπλοκή του, δεδομένου ότι φαινόταν να έχει καταθέσει στο λογαριασμό του κλεμμένη και πλαστογραφημένη επιταγή), αφού ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τίποτα για την προέλευση της επιταγής, του έδωσε έναντι της οφειλής του άλλες δύο επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας, ήτοι μία με τον αριθμό ..., στην οποία είχε συμπληρώσει αριθμητικά το ποσό των 7.000 ευρώ και είχε θέσει την υπογραφή του εκδότη και μία με τον αριθμό ..., την οποία του παρέδωσε μόνο με την υπογραφή του εκδότη, αφήνοντας ασυμπλήρωτο το ποσό για να δείξει στο ΓΓ ότι τον εμπιστεύεται και ότι πρέπει και αυτός να τον εμπιστευθεί και να δεχθεί τις νέες επιταγές. Πράγματι ο ΓΓ, μη έχοντας και άλλη επιλογή για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, πήρε τις επιταγές. Όμως, επειδή η εμπιστοσύνη του προς τον τρίτο κατηγορούμενο είχε πλέον κλονισθεί, φρόντισε να ελέγξει ποιος ήταν ο δικαιούχος των λογαριασμών στους οποίους σύρονταν. Έτσι διαπίστωσε ότι η μεν πρώτη επιταγή προερχόταν από στέλεχος επιταγών που είχε αφαιρεθεί με ληστεία στις 20-12-2002 από τον κατασκευαστή πολυκατοικιών ΣΤ μαζί με τις σφραγίδες των επιχειρήσεων με τις επωνυμίες "Αφοί ... Ο.Ε." και "... και Αφοί ... Ο.Ε.", των οποίων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, η δε δεύτερη επιταγή προερχόταν από στέλεχος επιταγών που ανήκε στον επιχειρηματία ΗΗ, από τον οποίο είχε κλαπεί κατά το διάστημα από 30-11-2002 έως 1-12-2002. Τις επιταγές αυτές ο ΓΓ τις φωτοτύπησε και τις επέστρεψε στον τρίτο κατηγορούμενο στις 5-3-2003, αφού προηγουμένως ζήτησε από τον τελευταίο να δηλώσει ενυπόγραφα πάνω στη φωτοτυπία ότι παρέλαβε τα σώματα των εν λόγω επιταγών που τα είχε δώσει στις 25-2-2003 έναντι λογαριασμού για τις εργασίες που είχαν γίνει στην επιχείρηση του, γιατί ύστερα από έλεγχο που έκανε ο ΓΓ "ευρέθησαν μη νόμιμες". Περαιτέρω για την κάλυψη της οφειλής του προς τον Ψ ο τρίτος κατηγορούμενος είχε μεταβιβάσει σ' αυτόν πολλές επιταγές του που δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Μεταξύ αυτών έδωσε στον Ψ τις προαναφερθείσες επιταγές με τους αριθμούς ... και ... τις οποίες του είχε επιστρέψει ο ΓΓ, αλλά τώρα είχε προσθέσει και πάλι αυθαίρετα στη μεν πρώτη ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 15-3-2003, το ποσό των 7.000 ευρώ που υπήρχε αριθμητικώς τώρα και ολογράφως και ως λήπτη τον Ψ, στη δε δεύτερη που ήταν λευκή ως προς όλα τα στοιχεία της πλην της φερόμενης ως υπογραφής του εκδότη, πρόσθεσε ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-4-2003, ως ποσό αριθμητικώς και ολογράφως αυτό των 13.000 ευρώ και ως λήπτη τον Ψ. Ακόμα του έδωσε και τις επιταγές με τους αριθμούς ... και ... επίσης της Εμπορικής Τράπεζας, που είχαν αφαιρεθεί και αυτές η πρώτη από τον ΖΖ και η δεύτερη από το ΗΗ. Ειδικότερα στην επιταγή με τον αριθμό ... έθεσε ως τόπο εκδόσεως την ... ως ημερομηνία εκδόσεως την 10-3-2003, το ποσό των 13.500 ευρώ αριθμητικώς και ολογράφως, στην ένδειξη "πληρώστε με την επιταγή αυτή σε διαταγή" τη φράση "εμού του ιδίου" και τέλος στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου δυσανάγνωστη υπογραφή, ως προερχόμενη από το δικαιούχο του λογαριασμού όπου συρόταν η εν λόγω επιταγή, δηλαδή το ΖΖ, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση αυτού, αφού όπως προαναφέρθηκε ήταν προϊόν ληστείας. Εξάλλου στην επιταγή με τον αριθμό ... έθεσε ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-3-2003, ως ποσό, αριθμητικώς και ολογράφως, αυτό των 14.637 ευρώ, στην ένδειξη "πληρώστε με την επιταγή αυτή σε διαταγή" τη φράση "εμού του ιδίου" και στη θέση του εκδότη αλλά και του πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή του ΖΖ κάτω από τη σφραγίδα της εταιρείας "... - Αφοι ... Ο.Ε." ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, εν αγνοία του βέβαια και χωρίς τη συναίνεσή του και στη συνέχεια έθεσε απομιμήσεις των υπογραφών των νομίμων εκπροσώπων των εταιρειών με τις επωνυμίες "Θεσσαλία Α.Ε.." και "Προφίλ Α.Ε." ως διαδοχικών οπισθογράφων, χωρίς αυτοί να το γνωρίζουν και χωρίς τη συναίνεσή τους. Εξάλλου τον Ιανουάριο του έτους 2003 ο τρίτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον παλαιό του γνώριμο ΘΘ την επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας με τον αριθμό ..., για να την προεξοφλήσει μέσω των συναλλαγών του με τη δική του Τράπεζα. Και η επιταγή αυτή ήταν από εκείνες που είχαν αφαιρεθεί με ληστεία από το ΖΖ, σ' αυτήν δε ο τρίτος κατηγορούμενος συμπλήρωσε παράνομα ως τύπο εκδόσεως την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-5-2003, ως ποσό αυτό των 6.875 ευρώ αριθμητικώς και στη θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του ΖΖως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Αφοι ... Ο.Ε.". Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με το ΘΘ για την πώληση σ' αυτόν της επιχειρήσεως του γυμναστηρίου και για το λόγο αυτό το Φεβρουάριο του έτους 2003 ο τελευταίος του κατέβαλε το ποσό των 150.000 ευρώ. Στη συνέχεια όμως ο κατηγορούμενος δεν προχώρησε στη μεταβίβαση του γυμναστηρίου προς το ΘΘ και δεν του απέδωσε το προαναφερθέν ποσό των 150.000 ευρώ. Το Μάρτιο του έτους 2003 ο ΘΘ προσπάθησε να εισπράξει το ποσό της επιταγής με τον αριθμό ... για την εν μέρει απόσβεση της απαιτήσεως του προς απόδοση του ποσού των 150.000 ευρώ. Τότε όμως διαπίστωσε και αυτός ότι η επιταγή είχε εκφύγει από την κατοχή του ΖΖ με ληστεία και είχε πλαστογραφηθεί από τον τρίτο κατηγορούμενο. Στις πιο πάνω πράξεις του προέβη ο τρίτος κατηγορούμενος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 59.048 ευρώ, όσο και το ποσό των επιταγών, βλάπτοντας αντίστοιχα τους κομιστές των επιταγών. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω ο Ψ περί τις 17-3-2003 μετέβη στην πληρώτρια Τράπεζα με μία από τις προαναφερθείσες επιταγές που του είχε μεταβιβάσει ο τρίτος κατηγορούμενος προκειμένου να την εμφανίσει προς πληρωμή, εκεί όμως πληροφορήθηκε την παράνομη προέλευσή της. Αφού προέβη σε σχετικό έλεγχο και για τις άλλες επιταγές και διαπίστωσε ότι όλες ήταν προϊόντα κλοπής ή ληστείας και πλαστογραφημένες, επικοινώνησε με τη δικηγόρο του προκειμένου να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξή τους. Την ίδια ημέρα (17-3-2003) τηλεφώνησε στον τρίτο κατηγορούμενο, στον οποίο διαμαρτυρήθηκε έντονα, ανακοινώνοντάς του την πρόθεσή του να προσφύγει στο δικαστήριο για την ικανοποίηση των αξιώσεών του. Τότε ο τρίτος κατηγορούμενος, επιχειρώντας να τον εξαναγκάσει να μην προχωρήσει στη σφράγιση των επιταγών, του απηύθυνε την απειλητική φράση "αν τολμήσεις να μου σφραγίσεις μια επιταγή, θα φύγεις από τη ζωή. Πάρε την οικογένειά σου και φύγε με το πρώτο αεροπλάνο μακριά από την Ελλάδα". Όμως η πράξη του αυτή (της απλής εκβιάσεως) δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα διότι ο Ψ δεν παραιτήθηκε από τη δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεώς του. Στις 18:00' περίπου της επομένης (18-3-2003) ο Ψ βρισκόταν στο πιο πάνω κατάστημα του στην οδό ... αριθ. 2 και ... και συγκεκριμένα καθόταν σε ένα γραφείο που υπήρχε πίσω από τον πάγκο του καταστήματος, μπροστά δε από το γραφείο, με γυρισμένη την πλάτη του προς τον πάγκο αλλά και προς την είσοδο του καταστήματος, καθόταν ο ΑΑ, πωλητής χρωμάτων, με τον οποίο εκείνη την ώρα συνεργαζόταν. Την ίδια ώρα ερχόταν προς το κατάστημα ο μάρτυρας κατηγορίας ΚΚ, αδελφός και συνεργάτης του Ψ, ο οποίος, όταν στάθμευσε το αυτοκίνητό του, διαπίστωσε ότι στο πεζοδρόμιο έξω από το κατάστημα στέκονταν δύο άγνωστα άτομα καθώς και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, τους οποίους αναγνώρισε διότι τους έβλεπε στο γυμναστήριο του τρίτου κατηγορουμένου, όπου είχε εργασθεί και ο ίδιος ως συνεργάτης του αδελφού του. Επειδή γνώριζε τη διένεξη του αδελφού του με τον τρίτο κατηγορούμενο και επειδή, όπως ήδη έχει εκτεθεί, αναγνώρισε τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, μπήκε γρήγορα στο κατάστημα φωνάζοντας στον αδελφό του "ο Χ3 σου έστειλε μπράβους". Ο Ψ στράφηκε προς την πόρτα, απ' όπου είδε να μπαίνουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, κρατώντας ο καθένας από ένα πιστόλι, το οποίο έφεραν μαζί τους παράνομα, δηλαδή χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, ενώ τα δύο άγνωστα άτομα έμειναν στην είσοδο του καταστήματος. Ο δεύτερος κατηγορούμενος στάθηκε στο μέσο του πάγκου του καταστήματος με το πιστόλι στο χέρι, χωρίς να κάνει χρήση του και χωρίς να μιλήσει καθόλου, ενθαρρύνοντας έτσι με την παρουσία του τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος, προβλέποντας ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της κατωτέρω πράξεως του την πρόκληση του θανάτου του Ψ και του ΑΑ, αποτέλεσμα το οποίο επιδοκίμαζε, κινήθηκε προς το άκρο του πάγκου κρατώντας το πιστόλι και μόλις έφθασε εκεί, αφού απηύθυνε στο μηνυτή τη φράση "έλα βγες έξω μαλάκα, θα ξαναπάς στην Τράπεζα;", ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που επέτρεπε την πλήρη σκέψη, έστρεψε το πιστόλι του κατά του Ψ και, σκοπεύοντας, πυροβόλησε κατ' αυτού τη στιγμή που ο τελευταίος πεταγόταν από την καρέκλα του φωνάζοντας "όπλα". Έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος αστόχησε και η βολίδα κτύπησε κάποιους υαλοπίνακες που ήταν ακουμπισμένοι στον τοίχο πίσω από το γραφείο. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος, σκοπεύοντας και πάλι από μικρή απόσταση, πυροβόλησε για δεύτερη φορά τον Ψ, τον οποίο αυτή τη φορά τραυμάτισε. Εν τω μεταξύ ο μεν ΚΚ είχε πέσει στο έδαφος για να καλυφθεί, ο δε ΑΑ, ο οποίος δεν είχε δει από την αρχή τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τότε τι συνέβαινε, πετάχτηκε όρθιος και στράφηκε προς αυτούς, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σκοπεύοντας ακόμα μία φορά από κοντινή απόσταση κατά του ΑΑ, τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε. Όμως το πιο πάνω αποτέλεσμα, το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος προέβλεψε ως ενδεχόμενο και το οποίο αυτός επιδοκίμαζε, δηλαδή η θανάτωση των πιο πάνω παθόντων, δεν επήλθε για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα επειδή οι παθόντες τραυματίστηκαν αλλά δεν επλήγησαν σε καίρια σημεία του σώματος τους. Ειδικότερα ο μεν Ψ τραυματίστηκε στο μηρό του δεξιού του ποδιού και του προκλήθηκε διαμπερές τραύμα, ήτοι κυκλικό τραύμα διαμέτρου 1,4 εκατοστών στην έσω επιφάνεια του δεξιού μηρού (κάτω τριτημόριο) με την είσοδο της βολίδας του όπλου και τραύμα διαμέτρου 2 εκατοστών στην έξω επιφάνεια του δεξιού μηρού (κάτω τριτημόριο), όπου η πύλη εξόδου της βολίδας του όπλου, ο δε ΑΑ τραυματίστηκε στους γλουτούς και του προκλήθηκε τυφλό τραύμα με πύλη εισόδου της βολίδα του πυροβόλου όπλου τον αριστερό γλουτό και σημείο ενσφηνώσεως τον δεξιό γλουτό και ειδικότερα κυκλικό τραύμα διαμέτρου εκατοστού περίπου κατά το έξω τριτημόριο του αριστερού γλουτού, όπου η πύλη εισόδου της βολίδας του όπλου και τραύμα κατά το έξω τεταρτημόριο του δεξιού γλουτού απ' όπου αφαιρέθηκε χειρουργικά η βολίδα του όπλου. Το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβλεψε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα των πυροβολισμών κατά των παθόντων το θάνατο τους, καθώς και το ότι επιδοκίμαζε το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει ιδίως από το ότι: α) πυροβόλησε κατά του Ψ ενώ ο τελευταίος βρισκόταν εν κινήσει (σηκωνόταν από την καρέκλα του), τούτο δε σημαίνει ότι η βολίδα μπορούσε να τον πλήξει οπουδήποτε και να επιφέρει το θάνατό του, β) πυροβόλησε και δεύτερη φορά κατ' αυτού μετά την πρώτη άστοχη βολή και γ) πυροβόλησε στο κέντρο του σώματος του ΑΑ, τον οποίο, λόγω του ότι και αυτός κινούνταν (σηκωνόταν από την καρέκλα του και στρεφόταν προς το μέρος του), η βολίδα μπορούσε να είχε πλήξει στην κοιλιακή χώρα. Εξάλλου από το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε μαζί με τον πρώτο στο κατάστημα του Ψ και από το ότι στεκόταν δίπλα του εποπτεύοντας το χώρο και κρατώντας εμφανώς το όπλο που έφερε μαζί του ενώ ο πρώτος σκόπευε και πυροβολούσε τους παθόντες, προκύπτει σαφώς ότι ο δεύτερος παρείχε τη βοήθεια αυτή υποστηρίζοντας τουλάχιστον ψυχικά τον πρώτο στην τέλεση της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με ενδεχόμενο δόλο. Τέλος την απόφαση στους δύο πρώτους κατηγορουμένους να τελέσουν τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συρροή (ο πρώτος), της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή (ο δεύτερος), της παράνομης οπλοφορίας (και οι δύο) και της οπλοχρησίας κατά συρροή (ο πρώτος), προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα και με την υπόσχεση αμοιβής, ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, ο οποίος: α) γνώριζε τους δύο πρώτους κατηγορουμένους πριν από την τέλεση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεών τους, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι ο ΚΚ τους είχε δει στο γυμναστήριό του, β) είχε έλθει σε ρήξη με τον Ψ εξαιτίας της δηλωμένης προθέσεως του τελευταίου να εμφανίσει στις πληρώτριες Τράπεζες τις πλαστές επιταγές που του είχε μεταβιβάσει, γ) την προηγουμένη είχε απευθύνει τηλεφωνικά στον Ψ την απειλητική φράση "αν τολμήσεις να μου σφραγίσεις μια επιταγή, θα φύγεις από τη ζωή. Πάρε την οικογένειά σου και φύγε με το πρώτο αεροπλάνο μακριά από την Ελλάδα", έτσι δε δικαιολογείται και η φράση του πρώτου κατηγορουμένου "θα ξαναπάς στην Τράπεζα;". Ειδικότερα ο τρίτος κατηγορούμενος προέτρεψε τους δύο πρώτους να μεταβούν φέροντας παράνομα όπλα στο κατάστημα του Ψ, δίνοντάς τους και τις αναγκαίες πληροφορίες, εφόσον αυτοί δεν είχαν προηγουμένως σχέση με αυτόν, επί πλέον δε προέτρεψε τον πρώτο να πυροβολήσει κατά του Ψ, αποδεχόμενος τη σοβαρή πιθανότητα να θανατωθεί αυτός αλλά και κάποιος άλλος από τους ευρισκόμενους τυχαία στο κατάστημα, όπως ήταν ο ΑΑ, αποτέλεσμα το οποίο επιδοκίμαζε, ανεξάρτητα από το ότι τελικά ο πρώτος δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την πράξη της ανθρωποκτονίας και ο δεύτερος εκείνη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από λόγους που δεν ανάγονται στην πραγματική τους βούληση κατά τ' ανωτέρω. Για όλα τα πιο πάνω σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων κατηγορίας Ψ και ΚΚ, οι οποίες ενισχύονται από: α) τις αναγνωσθείσες ιατροδικαστικές εκθέσεις, β) την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας και τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες του χώρου του συμβάντος, γ) την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ΖΖ, ο οποίος κατέθεσε ότι άγνωστοι αλλοδαποί με ένοπλη ληστεία του αφαίρεσαν μεταξύ άλλων ένα μπλοκ επιταγών της Εμπορικής Τράπεζας και τις σφραγίδες των εταιρειών των οποίων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, ότι μετά τη ληστεία την οποία κατήγγειλε νόμιμα ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα ότι ο Ψ εμφανίστηκε ως κομιστής μιας από τις επιταγές, σε επικοινωνία του δε με τον τελευταίο, αυτός του είπε ότι την επιταγή του είχε μεταβιβάσει κάποιος ... (αναφέρεται το επώνυμο του Χ3) από τα ..., δ) την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ΛΛ, πεθερού του προηγουμένου μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε ότι στις 18-3-2003 κατά τις απογευματινές ώρες πήγε στο κατάστημα του Ψ προκειμένου να ζητήσει εξηγήσεις από αυτόν για τον τρόπο που περιήλθε στην κατοχή του η επιταγή του γαμβρού του και πριν εισέλθει στο κατάστημα είδε τους δράστες της επιθέσεως σε βάρος του και άκουσε τους πυροβολισμούς. Και ναι μεν και ο μάρτυρας αυτός στην προανακριτική του κατάθεση είχε καταθέσει ότι οι δράστες της επιθέσεως, τους οποίους τότε είχε χαρακτηρίσει ως "μπράβους", ήταν τέσσερις και ότι οι δύο έμειναν εκτός του καταστήματος και οι δύο, τους οποίους περιέγραψε, μπήκαν μέσα, ήδη δε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατέθεσε ότι οι δράστες ήταν δύο και ότι δεν τους είδε καλά. Όμως αυτή η μεταστροφή της καταθέσεως του μάρτυρα μπορεί να αποδοθεί στους λόγους που προαναφέρθηκαν για τον ΒΒ, ενόψει του ότι και ο ίδιος παραδέχεται ότι από μετά τα πιο πάνω συμβάντα ο ίδιος και η οικογένειά του τελούν υπό καθεστώς φόβου. Τα πιο πάνω δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι η μεν μάρτυρας υπερασπίσεως ΔΔ δεν έχει ιδία αντίληψη για το συμβάν και η κατάθεσή της στηρίζεται αποκλειστικά σε διηγήσεις του γιου της πρώτου κατηγορουμένου, οι δε πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους δεν έδωσαν εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για το συμβάν αυτό. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είχε μεταβεί με ένα φίλο του (και όχι τον συγκατηγορούμενό του) στο κατάστημα του Ψ διότι είχε πληροφορίες ότι αυτός πωλούσε ναρκωτικά στην ήδη αποβιώσασα αδελφή του ΕΕ, ότι ο Ψ φώναξε "βγάλτε τα όπλα" και ο ΑΑ κινήθηκε απειλητικά κατ' αυτού, με αποτέλεσμα να φοβηθεί και να πυροβολήσει, όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε άλλωστε αντέχει στη βάσανο της λογικής να φοβάται ο αιφνιδιάζων και ένοπλος τους αιφνιδιαζόμενους και άοπλους. Εξάλλου ο δεύτερος κατηγορούμενος τηρεί αρνητική στάση, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν παρών στο συμβάν, επωφελούμενος του γεγονότος ότι ο μάρτυρας ΚΚ, όταν αρχικά τον αναγνώρισε με την επίδειξη φωτογραφιών, είχε εκφράσει "μικρή επιφύλαξη". Όμως ο μάρτυρας αυτός, όταν στη συνέχεια είδε τον ανωτέρω κατηγορούμενο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου, τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα. Τέλος ο τρίτος κατηγορούμενος, εκπροσωπηθείς δια πληρεξουσίου συνηγόρου και μη εμφανισθείς αυτοπροσώπως στο παρόν δικαστήριο, όπως άλλωστε έπραξε και πρωτοδίκως, δεν εξέθεσε ο ίδιος τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου, για να εκτιμηθεί.η ειλικρίνεια και η βασιμότητά τους. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς αξιόποινων πράξεων, ... απορριπτομένου ... του αυτοτελούς ισχυρισμού του τρίτου κατηγορουμένου ότι η τελεσθείσα από τον πρώτο κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη έπρεπε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηρισθεί ως σκοπούμενη σωματική βλάβη και του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου ότι η πράξη αυτή έπρεπε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηρισθεί ως επικίνδυνη σωματική βλάβη".
Με αυτά που δέχθηκε, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, της απλής συνέργειας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή, της απόπειρας της κακουργηματικής και της πλημμεληματικής εκβιάσεως, της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, της συμμορίας, της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας κατά συρροή και της ηθικής αυτουργίας στην οπλοφορία και την οπλοχρησία, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) Ως προς τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας και της συμμετοχής σ' αυτές, καθώς και της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας εκτίθεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πυροβόλησε δύο φορές τον Ψ, στρέφοντας το όπλο του κατ' αυτού και σκοπεύοντας, προέβλεπε δε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα την πρόκληση του θανάτου του, γεγονός που επιδοκίμαζε. Στη συνέχεια, σκόπευσε μια φορά κατά του ΑΑ και πυροβόλησε, προβλέποντας και ως προς αυτόν το ενδεχόμενο του θανάσιμου τραυματισμού του και επιδοκιμάζοντάς το. Εκτίθενται δε και περιστατικά που αποδεικνύουν τον ενδεχόμενο δόλο. Αιτιολογείται, ακόμη, ότι η πράξη παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας, γιατί οι παθόντες τραυματίστηκαν μεν, αλλά δεν επλήγησαν σε καίρια σημεία του σώματός τους. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, κατά τις οποίες, οι συγκεκριμένες ενέργειες του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Χ1 συνιστούσαν αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της κατά συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με ενδεχόμενο δόλο, το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων απέρριψε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι οι πράξεις που τέλεσε ο ανωτέρω στοιχειοθετούσαν το αδίκημα των σωματικών βλαβών των άρθρων 309, 308 και 310 του ΠΚ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν, καθώς και ο δόλος του αυτουργού κατηγορουμένου, καθιστούν αβασίμους τους ισχυρισμούς αυτούς. Εκτίθενται, ακόμη, τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση αφενός της απλής συνέργειας του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος ενθάρρυνε με την παρουσία του τον πρώτο να τελέσει τις εγκληματικές του πράξεις, υποστηρίζοντάς τον ψυχικά και ευρισκόμενος και αυτός σε ενδεχόμενο δόλο, και αφετέρου της ηθικής αυτουργίας του τρίτου στις ως άνω πράξεις των συγκατηγορουμένων του, αφού δέχθηκε ότι αυτός προέτρεψε εκείνους να μεταβούν, φέροντας όπλα, στο κατάστημα του Ψ, δίνοντάς τους τις αναγκαίες πληροφορίες, επί πλέον δε προέτρεψε τον πρώτο να πυροβολήσει κατά του Ψ, αποδεχόμενος την πιθανότητα να θανατωθεί αυτός, αλλά και κάποιος άλλος που τυχαία βρισκόταν στο κατάστημα. β) Ως προς τη συμμορία και την απόπειρα κακουργηματικής εκβιάσεως, παρατίθεται στην απόφαση ότι οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι ενώθηκαν για να διαπράξουν σε βάρος του ΒΒ το κακούργημα της εκβιάσεως, το οποίο συνίστατο στο ότι αποπειράθηκαν να εξαναγκάσουν αυτόν σε πράξη από την οποία θα επερχόταν ζημία του (να τους καταβάλει το μη οφειλόμενο ποσό των 200 ευρώ εβδομαδιαίως), εκτίθεται δε ότι ο εξαναγκασμός έγινε με απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του τελευταίου (απειλές για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα αυτού και των μελών της οικογενείας του, απειλή βλάβης της επιχειρήσεώς του, προσφορά παροχής προστασίας για την αποτροπή προκλήσεως βλάβης της επιχειρήσεώς του από τρίτα πρόσωπα), ο σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο παραπάνω ποσό που δεν αποτελούσε νόμιμη απαίτησή τους και ότι η πράξη παρέμεινε στο στάδιο της αποπείρας, γιατί ο παθών αρνήθηκε να τους καταβάλει το ποσό που προαναφέρθηκε, τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά, που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, υπάγονται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 385 παρ. 1 στοιχ. β και 42 παρ. 1 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν. Αιτιολογείται, ακόμη, και η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της πράξεως "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια". Συγκεκριμένα, ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση δέχθηκε το Δικαστήριο ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι τέλεσαν το έγκλημα της εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση (όπως, άλλωστε, καταδικάσθηκαν), αλλά είχαν διαμορφώσει και υποδομή για την επανειλημμένη τέλεσή του (είχαν μεριμνήσει να συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό σωματωδών ατόμων), χωρίς, όπως αναφέρθηκε, να αποκλείεται η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως, ήτοι τόσο η επανειλημμένη τέλεση, όσο και η υποδομή. Ως προς δε την κατά συνήθεια τέλεση, δέχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του εγκλήματος της εκβιάσεως ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. γ) Ως προς την απόπειρα πλημμεληματικής εκβιάσεως, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο τρίτος κατηγορούμενος αποπειράθηκε να εξαναγκάσει τον παθόντα Ψ σε παράλειψη από την οποία θα επερχόταν ζημία του (να μη προβεί σε σφράγιση επιταγών που του είχε ο κατηγορούμενος σε εξόφληση ποσού 226.000 ευρώ που του όφειλε αυτός ως εργολαβικό αντάλλαγμα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα), ότι ο εξαναγκασμός έγινε με απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του τελευταίου (τηλεφωνικές απειλές όσον αφορά τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα τόσο του ιδίου, όσο και των μελών της οικογενείας του), και ο σκοπός του κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην αποφυγή καταβολής του παραπάνω ποσού, τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά, που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, υπάγονται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 385 παρ. 1 στοιχ. γ και 42 παρ. 1 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν. Και δ) ως προς την κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, ότι ο αναιρεσείων - τρίτος κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστά έγγραφα (συμπλήρωσε τα στοιχεία επιταγών) με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των κομιστών των επιταγών και των υπαλλήλων των πληρωτριών Τραπεζών), με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, επρόκειτο για γνήσιες επιταγές, των οποίων ο εκδότης και οι οπισθογράφοι είχαν αναλάβει εγκύρως υποχρέωση προς πληρωμή τους), ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών επιταγών και ότι στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 59.048 ευρώ (ήτοι άνω των 15.000 ευρώ), όσο και το συνολικό ποσό των επιταγών, βλάπτοντας αντίστοιχα τους κομιστές των επιταγών. Τέλος, αιτιολογείται και η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της πράξεως της πλαστογραφίας "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια". Συγκεκριμένα, ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση δέχθηκε το Δικαστήριο ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως εν προκειμένω, προκύπτει σκοπός του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος. Ως προς δε την κατά συνήθεια τέλεση, δέχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, και συγκεκριμένα α) ο τρίτος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής εκβιάσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε, και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως, β) οι υπό στοιχ. Α', Β', Γ', κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική κρίση για την απλή συνέργεια στις απόπειρες ανθρωποκτονίας και για το δόλο ανθρωποκτονίας από μέρους του φερομένου ως αυτουργού Χ1, για την παράνομη οπλοφορία, για την απόπειρα κακουργηματικής εκβιάσεως με τις επιβαρυντικές περιστάσεις και για τη συμμορία, γ) ο δεύτερος λόγος της πρώτης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι οι φερόμενοι ως δράστες της απόπειρας ανθρωποκτονίας στερούντο ανθρωποκτόνου σκοπού και, επομένως, επρόκειτο για το έγκλημα της σκοπούμενης σωματικής βλάβης, δ) οι υπό στοιχ. Γ', Δ' , Ε', Στ' λόγοι της δεύτερης αιτήσεως του ιδίου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον ανθρωποκτόνο σκοπό του φερομένου ως αυτουργού των αποπειρών ανθρωποκτονίας, ως προς την παράνομη οπλοφορία και ως προς την οπλοχρησία, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 46§1 εδ. α ΠΚ, αφού το Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένο νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως, η οποία έφερε το χαρακτήρα της επικίνδυνης, άλλως μη σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν ηθική αυτουργία, για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 385§1 εδ. α ΠΚ, γιατί η απειλητική φράση που φέρεται ότι απηύθυνε στον παθόντα Ψ δεν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε πρόσφορη να του προκαλέσει τρόμο και ανησυχία, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κακουργηματική πλαστογραφία, ε) οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι του ιδίου για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 299§1 ΠΚ ως προς την τέλεση των πράξεων των αποπειρών ανθρωποκτονίας από τον φερόμενο ως αυτουργό με ενδεχόμενο δόλο και μη μεταβολής της κατηγορίας, κατά τα ανωτέρω, και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων αυτών και στ) ο τέταρτος πρόσθετος λόγος του αυτού περί ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την ηθική αυτουργία και περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 42, 46§1 α και 299 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1, που προτείνεται με τον πρόσθετο λόγο της αιτήσεώς του, ότι δεν εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του ότι αυτός είχε πρόθεση να φονεύσει τους παθόντες και όχι να τους τραυματίσει, ανεξαρτήτως της αβασιμότητάς του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, το ΜΟΕ δέχθηκε ότι οι απόπειρες ανθρωποκτονίας τελέσθηκαν με ενδεχόμενο δόλο, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων, με τους πυροβολισμούς του εναντίον των παθόντων, γνώριζε ότι ήταν δυνατόν να φονευθούν αυτοί και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, και όχι με πρόθεση. Ο δε πέμπτος λόγος της αιτήσεως του ιδίου, με τον οποίο βάλλεται, για έλλειψη αιτιολογίας, η καταδικαστική κρίση για τις απόπειρες ανθρωποκτονίας, είναι εντελώς αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο πληττόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. Η δε αιτίαση του ιδίου, που προτείνεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι δεν ερμηνεύθηκε και δεν εφαρμόσθηκε ορθά η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν σωρευτικά και οι δύο μορφές της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απόπειρας της εκβιάσεως, ήτοι και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και η υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως αυτής, οι οποίες (μορφές) δεν είναι δυνατόν να συντρέχουν για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο μορφών της κατ' επάγγελμα τελέσεως, ήτοι τόσο η επανειλημμένη τέλεση, όσο και η υποδομή που διαμόρφωσε ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως (ασάφεια θα υπήρχε στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεχόταν διαζευκτικά ότι συνέτρεχε η μία ή η άλλη μορφή). Από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι "ο ΑΑ, ο οποίος δεν είχε δει από την αρχή τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τότε τι συνέβαινε, πετάχτηκε όρθιος και στράφηκε προς αυτούς, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του? τότε ο πρώτος κατηγορούμενος, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σκοπεύοντας ακόμα μία φορά από κοντινή απόσταση κατά του ΑΑ, τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε" (σελ. 111 πρακτικών) και "πυροβόλησε στο κέντρο του σώματος του ΑΑ, τον οποίο, λόγω του ότι και αυτός κινούνταν (σηκωνόταν από την καρέκλα του και στρεφόταν προς το μέρος του), η βολίδα μπορούσε να είχε πλήξει στην κοιλιακή χώρα" (σελ. 112 πρακτικών) όχι μόνο δεν δημιουργείται καμιά αντίφαση, αλλά αιτιολογείται πλήρως ο ενδεχόμενος δόλος, ότι, δηλαδή, ο αυτουργός της πράξεως απεδέχετο ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα τη θανάτωση του παθόντος και επιδοκίμαζε αυτό, και η περί του αντιθέτου μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 είναι αβάσιμη. Ακόμη, η αιτίαση του ιδίου ότι η τρώση των παθόντων σε μη καίριο σημείο, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν αποτελεί πρόσφορο λόγο αποτροπής του επιδιωκομένου ανθρωποκτόνου σκοπού και, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί αιτιολογημένο λόγο για τη θεμελίωση της απόπειρας είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμη, καθόσον ο αυτουργός της πράξεως κρίνεται σύμφωνα με την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας που είχε αποφασίσει και όχι από το αποτέλεσμα, ήτοι από τη σωματική βλάβη που προκάλεσε στους παθόντες και, επομένως, το γεγονός ότι οι τελευταίοι απέφυγαν το θάνατο γιατί πλήγηκαν σε μη καίρια σημεία στοιχειοθετεί απόπειρα ανθρωποκτονίας, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αυτουργός είχε ανθρωποκτόνο σκοπό και δεν επεδίωκε απλώς να τους τραυματίσει. Αιτιολογείται, όπως αναφέρθηκε, και γιατί η κακουργηματική εκβίαση δεν ολοκληρώθηκε, ήτοι ότι ο παθών ΒΒ αρνήθηκε να καταβάλει στους δράστες το ποσό που του ζήτησαν, και η μερικότερη αιτίαση του ιδίου, με την οποία υποστηρίζεται ότι δεν αναφέρονται οι, ανεξάρτητοι της θελήσεως των δραστών, λόγοι, για τους οποίους δεν ολοκληρώθηκε η πράξη της εκβιάσεως, είναι αβάσιμη. Ο πρώτος λόγος της πρώτης αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τον οποίο προτείνεται ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η αποδιδομένη σ' αυτόν ηθική αυτουργία σε απόπειρα ανθρωποκτονίας είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση του ίδιου ότι δεν υπέχει ποινική ευθύνη ως ηθικός αυτουργός στα εγκλήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, γιατί η ηθική αυτουργία προϋποθέτει την τέλεση αντικειμενικώς αξιόποινης πράξης από τον αυτουργό και όχι απόπειρας, είναι αβάσιμη, γιατί, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 46§1 εδ. α ΠΚ, ο ηθικός αυτουργός υπέχει ευθύνη όταν ο παρακινηθείς διέπραξε την άδικη πράξη κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία είτε τετελεσμένη είτε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σε απόπειρα. Η μερικότερη αιτίαση του ιδίου ότι δεν αναφέρεται από ποια αποδεικτικά μέσα συνήγαγε το Δικαστήριο την κρίση του ότι αυτός τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας, χωρίς, μάλιστα, να διατάξει περί τούτου γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείτο αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά, εφόσον, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού, στα οποία περιλαμβάνονται, ως αναγνωσθέντα έγγραφα, και τα σώματα των φερομένων ως πλαστών επιταγών, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας έχει την, αναιρετικά ανέλεγκτη, δυνητικότητα να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, υποχρεούμενο μόνο να απαντήσει αιτιολογημένα, σε περίπτωση απορρίψεως σχετικού αιτήματος, το οποίο, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, δεν υποβλήθηκε.
Ο αναιρεσείων Χ2, στο πρώτο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, σκέλος του υπό στοιχ. Γ' λόγου αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διαλαμβάνει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν, και συγκεκριμένα περικοπές των από 18.2.2003 και 31.5.2003 εκθέσεων ένορκης εξετάσεως του μάρτυρα ΒΒ ενώπιον του ανθυπαστυνόμου ..., ότι η μη ανάγνωση αυτών προκύπτει από το ότι δεν περιλαμβάνονται αυτές στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων και ότι έτσι στερήθηκε των κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιωμάτων του. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και από όσα αναφέρονται στο πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο ανέγνωσε, κατά την εξέταση του ως άνω μάρτυρα, περικοπές των κατά την προδικασία καταθέσεών του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ.357 παρ.4 του ΚΠΔ, τις οποίες και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως ρητώς αναφέρεται (η ανάγνωση και η αξιολόγησή τους) στο αιτιολογικό της απόφασης. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της απόφασης σαφώς αναφέρεται, μεταξύ άλλων, όπως αναφέρθηκε, ότι: "... Για τα πιο πάνω με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα είχε καταθέσει κατά την προδικασία ο ΒΒ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατονόμασε τον πρώτο κατηγορούμενο, αναγνώρισε δε ανεπιφύλακτα το δεύτερο από φωτογραφίες οι οποίες του επιδείχθηκαν από τους αστυνομικούς. Όμως με τις καταθέσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου αναίρεσε πλήρως εκείνες της προδικασίας, όταν δε του υποδείχθηκε τούτο με την ανάγνωση σχετικών περικοπών των προηγούμενων καταθέσεών του, προέβαλε διάφορες ασαφείς και μη πειστικές δικαιολογίες. Η πλήρης μεταστροφή των καταθέσεων του πιο πάνω μάρτυρα, που είναι συνήθης σε θύματα τέτοιου είδους πράξεων, μπορεί να αποδοθεί στο φόβο που αισθάνεται, ενόψει και του γεγονότος ότι συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα σε νυκτερινά κέντρα, σε συνδυασμό με το ότι κατηγορούμενοι έδρασαν από κοινού με άλλα άτομα, τα οποία παραμένουν άγνωστα και ακόμα ελεύθερα". Δεν απαιτείτο δε η επιπλέον αναφορά της αναγνώσεως των περικοπών αυτών, κατά την γενόμενη έκθεση στα πρακτικά των εγγράφων που αναγνώστηκαν. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 352 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για να προσέλθει μάρτυρας που κλητεύθηκε νόμιμα, αλλά δεν εμφανίσθηκε, και του οποίου η μαρτυρία κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, εναπόκειται, όμως, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι η προσέλευση του μάρτυρα είναι αναγκαία για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή για να προσέλθει μάρτυρας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία, αλλά και ο υπό στοιχ. Η' για υπέρβαση εξουσίας, εφόσον το δικαστήριο, παρά την αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αυτού, προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και την έκδοση καταδικαστικής για τον αιτούντα κατηγορούμενο αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την εκφώνηση, των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, την πρώτη ημέρα συνεδριάσεως (15-6-2009) βρέθηκε απών ο παθών ΑΑ. Μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3, Δημήτριος Μπαλέρμπας, που τον εκπροσωπούσε, υπέβαλε το αίτημα της προσαγωγής του μάρτυρα αυτού είτε με διακοπή της δίκης είτε με αναβολή, γιατί ήταν ένας από τους μάρτυρες που είχαν πυροβοληθεί και ήταν αναγκαία η μαρτυρία του. Το ΜΟΕ, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 375/2009 απόφασή του, διέκοψε τη δίκη για την επομένη (16.6.2009) και διέταξε τη βίαιη προσαγωγή του ως άνω μάρτυρα (και του ΒΒ, ο οποίος, τελικά, προσήλθε και κατέθεσε). Όμως, και πάλι δεν προσήλθε ο εν λόγω μάρτυρας γιατί έπασχε από κάταγμα έξω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής. Ο πληρεξούσιος του αυτού αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπέβαλε και πάλι αίτημα αναβολής, με σκοπό να προσέλθει όταν αναρρώσει ο μάρτυρας, του οποίου η παρουσία ήταν αναγκαία για την εκδίκαση της υποθέσεως. Το Δικαστήριο, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 380/2009 απόφασή του, απέρριψε, κατά πλειοψηφία, το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "Από τα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν, τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι δεν συντρέχει, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο απολιπόμενος μάρτυρας ΑΑ, ο οποίος έχει κληθεί νόμιμα όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη (...) απόφαση αυτού του δικαστηρίου και του οποίου δεν κατέστη εφικτή η βιαία προσαγωγή λόγω ασθενείας του και συγκεκριμένα διότι πάσχει από κάταγμα έξω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής (βλ. το αναγνωσθέν από 15-6-2009 έγγραφο του Ι.Κ.Α. ...). Τούτο διότι η τυχόν ανάγκη αναβολής για το λόγο αυτό μπορεί να προκύψει μόνο μετά την έρευνα όλων των υπαρχόντων στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων και τη διαπίστωση ότι αυτά δεν είναι επαρκή για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως.
Συνεπώς το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει ο ανωτέρω μάρτυρας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο στο παρόν στάδιο της δίκης". Στην επόμενη συνεδρίαση της 17.6.2009, μετά το πέρας της εξετάσεως των μαρτύρων κατηγορίας, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ζήτησαν να διακοπεί, άλλως να αναβληθεί, η δίκη για να προσέλθει ο ως άνω απολιπόμενος και αναγκαίος κατ'αυτούς, για τη διαλεύκανση της υποθέσεως μάρτυρας. Το ΜΟΕ, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 387/2009 απόφασή του, απέρριψε τα αιτήματα των κατηγορουμένων με την αιτιολογία ότι: "Για τους λόγους που αναφέρονται για τη θεμελίωση της γνώμης της πλειοψηφίας στο σκεπτικό της προηγούμενης αποφάσεως αυτού του δικαστηρίου με τον αριθμό 380/2009, στους οποίους το δικαστήριο αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων (και συνοπτικά διότι η τυχόν ανάγκη αναβολής μπορεί να προκύψει μόνο μετά την έρευνα όλων των υπαρχόντων στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων και τη διαπίστωση ότι αυτά δεν είναι επαρκή για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως) δεν συντρέχει, και στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, νόμιμος λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο απολιπόμενος μάρτυρας ΑΑ, ο οποίος έχει κληθεί νόμιμα και του οποίου δεν κατέστη εφικτή η βιαία προσαγωγή λόγω ασθενείας του.
Συνεπώς το αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο ανωτέρω μάρτυρας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επίσης δε απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο είναι το αίτημα των κατηγορουμένων για διακοπή της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο ανωτέρω μάρτυρας, εφόσον ήδη έχει διακοπεί η δίκη για το λόγο αυτό και δεν κατέστη εφικτή η βιαία προσαγωγή του, όπως ήδη έχει εκτεθεί". Μετά το πέρας της απολογίας των κατηγορουμένων, οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Χ1 και Χ3 υπέβαλαν και πάλι το αυτό ως άνω αίτημα, το οποίο, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 388/2009 απόφαση του ΜΟΕ, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι: "Κατά την κρίση του δικαστηρίου τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ερευνήθηκαν μέχρι τώρα και συγκεκριμένα οι καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν και επίσης αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της εκκαλούμενης αποφάσεως τα οποία ανεγνώσθησαν και οι απολογίες των αυτοπροσώπως παρισταμένων κατηγορουμένων, είναι επαρκή για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως.
Συνεπώς δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής ή διακοπής της δίκης προκειμένου να κληθεί και να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου ο μάρτυρας ΑΑ και τα σχετικά αιτήματα των πρώτου και τρίτου κατηγορουμένων, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα". Τέλος, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3, στο στάδιο της αγορεύσεώς του, επανέφερε το αίτημα αναβολής της δίκης με σκοπό να προσέλθει ο μάρτυρας ΑΑ. Το αίτημα αυτό, με την επί της ουσίας προσβαλλόμενη απόφαση (που έλαβε επί μέρους αριθμό 389/2009), απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι: "Κατά την κρίση του δικαστηρίου υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα αναφερόμενα σε επόμενη σκέψη αυτής της αποφάσεως, για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως και συνακόλουθα δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί και να εμφανισθεί ενώπιόν του ο μάρτυρας ΑΑ.
Συνεπώς το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο".
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, αφού εκτίθεται γιατί δεν κρίθηκε αναγκαία η προσέλευση του εν λόγω μάρτυρα και δη ότι τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 84, 85, 86, 87, 88, 89, 100, 109, 128, 129, 130/2007 αποφάσεως του ΜΟΔ Αθηνών, τα οποία αναγνώσθηκαν και περιλαμβάνουν και την κατάθεση του τότε εξετασθέντος και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου απολιπομένου μάρτυρα ΑΑ) είναι επαρκή για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως. Το Δικαστήριο της ουσίας δε, με το να απορρίψει τα ως άνω αιτήματα και να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους κρίση δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, λόγοι των αιτήσεων (πρώτος της αιτήσεως του Χ1, πρώτος της κυρίας αιτήσεως του Χ3 και πρώτος πρόσθετος αυτής), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ3 ότι το ΜΟΕ διέλαβε στο σκεπτικό του αντιφατικές αιτιολογίες, αφού ενώ, κατά την πρώτη συνεδρίαση, έκρινε ότι η μαρτυρία του ως άνω μάρτυρα ήταν απολύτως αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, στη συνέχεια έκρινε, αντιθέτως, ότι θα μορφώσει τη δικανική του πεποίθηση από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμη. Γιατί από τις ως άνω παραδοχές δεν γεννάται καμιά αντίφαση, αφού, κατά την αρχική συνεδρίαση, δεν ήταν γνωστό στο Δικαστήριο το κώλυμα του εν λόγω μάρτυρα να εμφανισθεί και ορθά τότε αυτό διέκοψε τη δίκη και διέταξε τη βιαία προσαγωγή του, από την έρευνα, όμως, μετά τη γνωστοποίηση του κωλύματος, των λοιπών αποδεικτικών μέσων έκρινε ότι πλέον δεν απαιτείτο οπωσδήποτε η προσέλευσή του για τη διαλεύκανση της υποθέσεως. Η αιτίαση του ιδίου, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του (υπό στοιχ. 3), ότι το ΜΟΕ, με την υπ' αριθ. 389/2009 οριστική απόφασή του, απάντησε μόνο στο αίτημα αναβολής, το οποίο και απέρριψε, και όχι και στο αυτοτελές αίτημα της διακοπής της δίκης για την άμεση κλήση και εμφάνιση του μάρτυρος ΑΑ, με συνέπεια να υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 περ. Β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του, πριν από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, επανέφερε το αίτημα αναβολής και δεν υπέβαλε, ούτε επικουρικά, αυτοτελές αίτημα διακοπής της δίκης, ώστε το Δικαστήριο να απαντήσει και σ' αυτό, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, απάντησε σε προηγούμενο αίτημα διακοπής, που είχε, όμως, υποβληθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Εξάλλου, η από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2 προέβαλε την ένσταση του δεδικασμένου, επικαλούμενος ότι: "Η εις βάρος του κατηγορία για το αδίκημα της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως έχει ήδη κριθεί και έχει απαλλαγεί αυτός με την υπ' αριθ. 361, 420, 456, 472/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων) και θα πρέπει ως προς αυτή την κατηγορία να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου η ποινική δίωξη. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων) κηρύχθηκε αθώος του ότι από πρόθεση στον ..., στην ... και σε άλλες περιοχές της ..., κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1994-2004, εντάχθηκε ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα τουλάχιστον δέκα ατόμων, επιδιώκοντας τη διάπραξη κακουργημάτων, μεταξύ των οποίων εκβιάσεις σε βάρος καταστηματαρχών του ..., της ... και άλλων περιοχών της ... με το πρόσχημα της παροχής "προστασίας". Κηρύχθηκε επίσης αθώος του ότι από πρόθεση στον ..., στην ... και σε άλλες περιοχές της ..., κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1994-2004, εξακολουθητικά και ως μέλος εγκληματικής ομάδος, με σκοπό πορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους, εξανάγκασε τους παρακάτω ιδιοκτήτες επιχειρήσεως (καταστηματάρχες), με σωματική βία και απειλές βλάβης των επιχειρήσεών τους, να του καταβάλλουν χρηματικά ποσά με το πρόσχημα της παροχής "προστασίας", γνωρίζοντας ότι τα ποσά αυτά δεν αποτελούσαν αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς του, διατυπώνοντας την απειλή ότι σε περίπτωση αρνήσεώς τους, θα προκαλούσε αυτός βλάβη στην επιχείρησή τους "...", οι περιστάσεις δε, υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι άνω πράξεις εκβιάσεως, μαρτυρούν ότι είναι άτομο, που διαπράττει εκβιάσεις κατ' επάγγελμα ... και κατά συνήθεια ... Οι πράξεις της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και της εκβίασης για τις οποίες αθωώθηκε δυνάμει της ανωτέρω αποφάσεως σαφώς περιλαμβάνουν και την πράξη της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως, για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως..., αφού αναφέρονται σε χρονικό διάστημα που καλύπτεται από την με ισχύ δεδικασμένου αμετάκλητη κρίση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, όπως αποτυπώθηκε στην ανωτέρω απόφαση και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, συνιστώντας την ίδια και την αυτή πράξη, αποτελώντας απλώς τμήμα αυτής κατά τον χρονικό και μόνο διαχωρισμό της χωρίς καμία άλλη διαφοροποίηση. ’λλως ειπωμένως, οι κρινόμενες σήμερα ... πράξεις δεν αποτελούν παρά τμήμα των ήδη κριθέντων και περιβληθέντων με ισχύ δεδικασμένου πράξεων για τις οποίες αμετακλήτως αθωώθηκε από το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς. Η ύπαρξη δεδικασμένου συνάγεται και περαιτέρω επικυρώνεται και από τον κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων τον οποίο ο νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει με τη θέσπιση του θεσμού του δεδικασμένου. Είναι φανερό πως μόνο έτσι αποφεύγεται ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων η μία εκ των οποίων αμετακλήτως θα δέχεται ότι κατά τα έτη 1994-2004 δεν είχε ενταχθεί ως μέλος σε δομημένη και σε διαρκή δράση ομάδα εκβιαστών καταστημάτων ενώ η έτερη ότι αποτελούσε το ίδιο χρονικό διάστημα μέλος τέτοιας όμοιας ομάδας. Η αντίφαση είναι φανερή και το Δικαστήριο οφείλει να δεχθεί πως δεν έχει εξουσία να κρίνει εκ νέου τις ανωτέρω πράξεις, που φέρεται να έχει τελέσει, και να κηρύξει ως προς αυτές απαράδεκτη την εις βάρος του ποινική δίωξη". Το ΜΟΕ Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως και απέρριψε τον παραδεκτώς προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι η εις βάρος του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης (εννοεί "εκβίασης") είναι απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς με τους αριθμούς 361, 420, 456, 472/2006. Όπως όμως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση, η οποία ανεγνώσθη, η σχετική διάταξή της, την οποία επικαλείται ο κατηγορούμενος, έχει κατά λέξη ως εξής: "Κηρύσσει αθώους τους κατηγορουμένους ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και Χ2 του ότι από πρόθεση στον ..., στην ... και σε άλλες περιοχές της ..., κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1994-2004, εξακολουθητικά και από κοινού, κατόπιν συναποφάσεως, με σκοπό πορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους, εξανάγκασαν τους παρακάτω ιδιοκτήτες επιχειρήσεων (καταστηματάρχες), με σωματική βία και απειλές βλάβης των επιχειρήσεών τους, να τους καταβάλλουν χρηματικά ποσά με το πρόσχημα της παροχής "προστασίας", γνωρίζοντας ότι τα ποσά αυτά δεν αποτελούσαν αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς τους, διατυπώνοντας την απειλή ότι, σε περίπτωση αρνήσεώς τους, θα προκαλούσαν βλάβη στην επιχείρησή τους. Με αυτό τον τρόπο παρείχαν "προστασία" στα καταστήματα, μεταξύ άλλων, με την ονομασία "..." (ιδιοκτησίας ... και ...), από τους οποίους λάμβαναν ποσό 400 ευρώ μηνιαίως, "Μ...", "G...", "A...", "T...", "Z...", "Δ...", "Ν...", "Α...", "T...", "Α...", "Ι...", "S..." και "B...", αποκομίζοντας χρηματικά ποσά που δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθούν επακριβώς, οι περιστάσεις δε υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι άνω πράξεις εκβιάσεως μαρτυρούν ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι είναι άτομα που διαπράττουν εκβιάσεις από κοινού, κατ' επάγγελμα, δηλαδή με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος ως κύριας πηγής οικονομικής συντηρήσεως τους και κατά συνήθεια, έχοντας δηλαδή αποκτήσει μόνιμη ροπή και έξη τελέσεως τέτοιων αξιόποινων πράξεων". Από την παραβολή της πιο πάνω πράξεως της οποίας κηρύχθηκε αθώος ο δεύτερος κατηγορούμενος προς εκείνη της οποίας κηρύχθηκε αυτός ένοχος με την εκκαλούμενη απόφαση και η οποία ήδη του αποδίδεται (...), προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως, εφόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος: α) με την πρώτη απόφαση κηρύχθηκε αθώος τετελεσμένης πράξεως εκβιάσεως ενώ με τη δεύτερη ένοχος απόπειρας εκβιάσεως, β) με την πρώτη απόφαση κηρύχθηκε αθώος πράξεως που τελέσθηκε από κοινού με τους ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., ενώ με τη δεύτερη ένοχος πράξεως που τελέσθηκε από κοινού με τον Χ1 και άλλα άγνωστα πρόσωπα, γ) με την πρώτη απόφαση κηρύχθηκε αθώος πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος των ιδιοκτητών των καταστημάτων, μεταξύ άλλων, με την ονομασία "Πλώρη" (ιδιοκτησίας ... και ...), "Μ...", "Δ...", "Ν...", "Α...", "G...", "A...", "T...", "Z...", "T...", "Α...", "Ι...", "S..." και "B...", ενώ με τη δεύτερη κηρύχθηκε ένοχος πράξεως σε βάρος του ΒΒ, ιδιοκτήτη του καταστήματος με την ονομασία "S...".
Συνεπώς ο ανωτέρω ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Με τις παραδοχές αυτές, το ΜΟΕ ορθώς έκρινε ότι οι πράξεις, για τις οποίες αθωώθηκε ο αναιρεσείων Χ2 με την παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά, δεν περιλαμβάνουν και την πράξη της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως σε βάρος του ΒΒ, για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, αφού η αθωωτική αυτή απόφαση δεν αφορά και την επιχείρηση του ειρημένου παθόντος και, επομένως, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και ο υπό στοιχ. Γ', κατά το τρίτο σκέλος, από το άρθρο 510§1 περ. ΣΤ' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεώς του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 περ. δ' ΚΠΔ, χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση. Η ένορκη, όμως, εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού η διάταξη του άρθρου αυτού δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την παραβίασή της. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, υπό στοιχ. Ε' της αιτήσεως του Χ2 και υπό στοιχ. Β', κατά το δεύτερο σκέλος του, της δεύτερης αιτήσεως του Χ3, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω της κατά παράβαση του νόμου όρκισης του Ψ, ο οποίος είχε δηλώσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παράσταση πολιτικής αγωγής και, εντούτοις, αξιοποιήσεως της καταθέσεως αυτής, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1, 220 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη όρκιση μάρτυρα κατηγορίας, που, κατά το θρήσκευμα, είναι μουσουλμάνος, στο Κοράνι χωρίς να αναγράφεται στα πρακτικά το θρήσκευμά του και η διάταξη η οποία προβλέπει την όρκιση αυτή, δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και δεν δημιουργεί τον από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 1 και 173 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα προς εκείνη του άρθρου 174 παρ. 1 του ΚΠΔ, στην οποίαν ορίζεται ότι "ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται", προκύπτει ότι από τη μη όρκιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δημιουργείται σχετική ακυρότητα που μπορεί να προταθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση σε τελευταίο βαθμό, άλλως καλύπτεται και η όψιμη πρότασή της είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου εξετάσθηκαν ως μάρτυρες οι Ψ και ΚΚ, μουσουλμάνοι, οι οποίοι ορκίσθηκαν όχι στο Κοράνι, όπως έπρεπε, αλλά επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδησή τους, χωρίς η σχετική αυτή ακυρότητα να προταθεί μέχρι την έκδοση της αποφάσεως. Επομένως, έχει καλυφθεί αυτή και ο υπό στοιχ. Β', κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως του Χ3, με τον οποίο προτείνεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η ακυρότητα αυτή, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δήλωση ότι παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων "για χρηματική ικανοποίηση" αρκεί και είναι ορισμένη, καθόσον υπονοεί την παράσταση για ηθική βλάβη. Για το νομότυπο δε της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 502§1 εδ. τελ. του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", συνάγεται ότι η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν χάνεται από το ότι αυτός εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί (άρθρο 221 περ. δ ΚΠΔ). Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 84, 85, 86, 87, 88, 89, 100, 109, 128, 129, 130/2007 απόφαση του ΜΟΔ Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο Ψ και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων καθ' όλων των κατηγορουμένων (στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων Χ2), πλην του (τότε) τετάρτου κατηγορουμένου Χ4, για χρηματική ικανοποίηση 40 € με επιφύλαξη και ότι διορίζει πληρεξούσιό του τον παρόντα δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Τζοβάρα, ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό. Κατά της παραστάσεως αυτής, η οποία ήταν νομότυπη και αρκούντως ορισμένη, χωρίς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η ηθική βλάβη για την οποία ζητείτο η χρηματική ικανοποίηση, ενώ δεν απαιτείτο να εξειδικεύεται και η αξιόποινη πράξη, στην οποία αφορούσε η παράσταση, αφού η πράξη, για την οποία εδικαιούτο αυτός (Ψ) να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση, ήταν μόνο μία, ήτοι η απλή συνέργεια στην απόπειρα ανθρωποκτονίας εναντίον του, ο αναιρεσείων Χ2 είχε προβάλει αντιρρήσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην ο πολιτικώς ενάγων δεν παραιτήθηκε από αυτήν, ήτοι από την απαίτησή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στον ανωτέρω αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, και, για το λόγο αυτό, εξετάσθηκε στο ακροατήριο ενόρκως (χωρίς, από την όρκισή του, να προκαλείται, όπως αναφέρθηκε, οποιαδήποτε ακυρότητα) και του επιδικάσθηκε η χρηματική ικανοποίηση που, νομότυπα, είχε ζητηθεί πρωτοδίκως, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος (και των λοιπών αναιρεσειόντων - συγκατηγορουμένων του). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς κρίθηκε, σιωπηρά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, νομότυπη η παράσταση του Ψ ως πολιτικώς ενάγοντος και του επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση και ο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' και Η' περ. γ' ΚΠΔ, υπό στοιχ. Δ' λόγος της αιτήσεως του Χ2, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι, καίτοι ο ανωτέρω δεν υπέβαλε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αυτό του προσέδωσε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ και η παράσταση πολιτικής αγωγής που δηλώθηκε πρωτοδίκως δεν περιείχε συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε τις πράξεις για τις οποίες ζητείτο η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε η τέλεση αξιόποινων πράξεων μικρής βαρύτητας και απαξίας μέχρι να διαπράξει ο δράστης τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες αστυνομικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί, επίσης, για τη θεμελίωση του πρότερου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού από το εδάφιο α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ. Κατά την έννοια δε της διατάξεως της περ. ε', για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν οι συνήγοροί τους εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησαν να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α' και ε' ΠΚ. Ειδικότερα: Α) Ο αναιρεσείων Χ1, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι μέχρι την τέλεση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε, η ζωή του ήταν έντιμη, δεν είχε διαπράξει καμιά αξιόποινη πράξη ούτε είχε σχέση με συμμορίες και εκβιασμούς. Αντιθέτως, εργαζόταν, ως γραφίστας, σε ιδιωτική εταιρία και στηρίζει οικονομικά και ψυχικά την οικογένειά του (σύζυγο και ανήλικη, ηλικίας 4 1/2 ετών, κόρη) και τους ηλικιωμένους γονείς του, που έχουν τόσο προβλήματα υγείας, όσο και ψυχολογικά, τα οποία παρουσιάσθηκαν μετά το θάνατο της αδελφής του ΜΜ, που ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Ως προς δε τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε', επικαλέσθηκε ότι, σύμφωνα με το από 30.2.2009 σημείωμα της κοινωνικής λειτουργού των Φυλακών ..., είναι έντιμος για ομαλή κοινωνική επανένταξη, η διαγωγή και η συμπεριφορά του στο Κατάστημα είναι η δέουσα, δεν έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα και δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά, είναι συνεργάσιμος με την Κοινωνική Υπηρεσία, ενώ εργάζεται, με ευεργετικό υπολογισμό ημερών εργασίας, ως βοηθός μάγειρα, επιδεικνύοντας εργατικότητα, συνέπεια και υπευθυνότητα στα καθήκοντα που του ανατίθενται. Β) Ο αναιρεσείων Χ2, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι, μέχρι την τέλεση των πράξεων που του αποδίδονται, διήγε έντιμο βίο, πράγμα που αποδεικνύεται από το λευκό ποινικό του μητρώο, ενώ δεν είχε επιδείξει καμιά αντικοινωνική συμπεριφορά ούτε έχει κατηγορηθεί για ο,τιδήποτε, τις μοναδικές δε φορές που παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη αθωώθηκε με τις υπ' αριθ. 472/2006 και 1177, 1359/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Ως προς δε τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε', επικαλέσθηκε ότι, πέραν των ανωτέρω, διατηρεί σταθερούς επαγγελματικούς και προσωπικούς δεσμούς, βοηθεί οικονομικά την οικογένειά του με την εργασία του και ουδέποτε δημιούργησε δυσμενή σχόλια για τον κοινωνικό, επαγγελματικό, οικογενειακό και προσωπικό του βίο. Γ) Ο αναιρεσείων Χ3, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι μέχρι την τέλεση της πράξεως έζησε έντιμο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες και προκύπτει και από το ποινικό του μητρώο. Ως προς δε τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε', επικαλέσθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο μετά την πράξη χρονικό διάστημα.
Οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν αόριστοι, καθόσον, ως προς μεν τον στηριζόμενο στο εδ. α' της §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 δεν επικαλούνται επαρκή, ο δε Χ3 δεν επικαλείται καθόλου στοιχεία προς θεμελίωσή του, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αρκεί για τη θεμελίωση του προτέρου βίου ούτε η συνήθης συμπεριφορά του καταδικασθέντος προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ίδιου και της οικογενείας του ούτε το ενδιαφέρον του να βοηθεί ορισμένα από τα μέλη της οικογενείας του, όπως, κατά τα ανωτέρω, επικαλέσθηκε ο Χ1, ούτε η ανυπαρξία άλλης καταδίκης, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη. Ως προς δε τον στηριζόμενο στο εδ. ε' της §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, οι μεν Χ2 και Χ3 δεν επικαλούνται στοιχεία που να τον θεμελιώνουν, ο δε Χ1 επικαλείται μόνο τη συμπεριφορά του στη Φυλακή, πράγμα το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αρκεί. Η δε εργασία του στη Φυλακή κατά το διάστημα εκτίσεως της ποινής του, την οποία επικαλέσθηκε, συνεκτιμάται προκειμένου να χορηγηθεί από το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου εκτίσεως της ποινής απόλυση υπό όρο, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 105 επ. ΠΚ.
Συνεπώς, το ΜΟΕ δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την απορριπτική επ' αυτών κρίση του. Παρά ταύτα, απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία, κατά λέξη, έχει ως εξής: "Από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη (ταυτάριθμη) απόφαση αυτού του δικαστηρίου δεν αποδείχτηκε (κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο όσον αφορά τους δύο πρώτους κατηγορουμένους) η συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α και εδ. ε Π.Κ., τις οποίες αυτοί επικαλούνται. Ειδικότερα όσον αφορά το πρώτο ελαφρυντικό (του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α Π.Κ.): α) Από το αναγνωσθέν ποινικό μητρώο του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 προκύπτει ότι αυτός με την 113992/22-10-2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 ημερών για παράβαση του άρθρου 96 ν.2094/1992, με την 28461/6-3-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο μηνών και δέκα ημερών και σε χρηματικές ποινές 300 ECU και 200.000 δραχμών για παράβαση των άρθρων 17 ν.2170/1993 και 94 ν.2094/1992, με την 28171/6-3-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός μηνός και χρηματική ποινή 10.000 δραχμών για παράβαση του άρθρου 94 ν.2094/1992 και με την 48948/18-6-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και δεκαέξι μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 320.000 δραχμών για εξύβριση, απειλή και σωματική βλάβη. Με βάση τ' ανωτέρω αυτός δεν έζησε έντιμη ζωή κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α Π.Κ. Η κρίση των πλειοψηφούντων μελών του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως του πρώτου κατηγορουμένου ΔΔ, η οποία δεν φαίνεται ανεπηρέαστη από τη συγγενική της σχέση με αυτόν. β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, αν και έχει λευκό ποινικό μητρώο και με την αναγνωσθείσα αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς με τους αριθμούς 361, 420, 456, 472/2006 έχει απαλλαγεί της αποδοθείσης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, εν τούτοις από την τελευταία αυτή απόφαση φαίνεται ότι και πριν από την τέλεση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων των οποίων ήδη κηρύχθηκε ένοχος, κινούνταν στο χώρο των ατόμων που παρέχουν προστασία σε διάφορα κέντρα, έχοντας τουλάχιστον σχέσεις με τέτοια άτομα και συνακόλουθα δεν έζησε έντιμη ζωή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α Π.Κ. γ) Ο τρίτος κατηγορούμενος με τις 62452/19-10-2005 και 6206/8-12-2006 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έχει καταδικασθεί σε ποινές φυλακίσεως τριών και επτά μηνών αντίστοιχα για υφαρπαγή ηλεκτρικής ενέργειας και μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών Ι.Κ.Α. αντίστοιχα (βλ. το αναγνωσθέν αντίγραφο του ποινικού του μητρώου), επί πλέον δε, όπως έχει εκτεθεί στην προηγούμενη (ταυτάριθμη) απόφαση αυτού του δικαστηρίου, πριν από την τέλεση των αξιόποινων πράξεών του σε βάρος του Ψ ήταν ασυνεπής στις συναλλαγές του με αυτόν αλλά και με τους ΓΓ και ΘΘ. Με βάση τ' ανωτέρω ούτε αυτός έζησε έντιμη ζωή κατά την έννοια της προδιαληφθείσης διατάξεως. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι άνθρωποι καθ' όλα έντιμοι, όπως ισχυρίζονται ότι ήταν οι κατηγορούμενοι, θα μπορούσαν εντελώς ξαφνικά να εμπλακούν σε τόσο βαριές αξιόποινες πράξεις. Όσον αφορά το δεύτερο ελαφρυντικό, από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πιο πάνω πράξεις τους. Αντίθετα αρχικά φυγοδίκησαν και συνελήφθησαν πολύ αργότερα (στις 29-11-2006 ο πρώτος, στις 12-8-2005 ο δεύτερος και στις 21-9-2003 ο τρίτος), επί πλέον δε ο τρίτος, έχοντας παραστεί δια πληρεξουσίου συνηγόρου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και μη έχοντας υποβάλει τον εαυτό του στην εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήδη είναι φυγόποινος. Τέλος μόνη η αναγκαστική συμμόρφωση των δύο πρώτων κατηγορουμένων στους κανονισμούς των φυλακών όπου κρατούνται μετά τη σύλληψή τους δεν συνιστά καλή συμπεριφορά κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε Π.Κ. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει (κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο όσον αφορά τους δύο πρώτους κατηγορουμένους) να απορριφθούν τα αιτήματα όλων των κατηγορουμένων για αναγνώριση των ανωτέρω ελαφρυντικών ως κατ' ουσίαν αβάσιμα". Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγοι των αιτήσεων (τέταρτος αυτής του Χ1, υπό στοιχ. Στ' αυτής του Χ2, τελευταίος της πρώτης, κατά το σημείο που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την απορριπτική της κρίση για την αναγνώριση των ελαφρυντικών των εδ. α' και ε' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ, και υπό στοιχ. Ζ' της δεύτερης του Χ3), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο τελευταίος λόγος της πρώτης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αναιτιολογήτως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για την αναγνώριση και των ελαφρυντικών των εδ. β' και δ' της §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν ζήτησε να του αναγνωρισθούν και τα ελαφρυντικά αυτά.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά των προσθέτων σ' αυτές λόγων των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ3 και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος Ψ δεν επιδικάζεται, γιατί αυτός, αν και κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 23.12.2009 αποδεικτικό του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...), δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ 1) την από 2.12.2009 (με αριθ. πρωτ. 9347/2009) αίτηση του Χ1 μετά των από 25.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) την από 30.11.2009 (με αριθ. πρωτ. 9259/2009) αίτηση του Χ2 και 3) τις υπ' αριθ. 22/29.10.2009 και από 26.11.2009 (με αριθ. πρωτ. 9185/2009) αιτήσεις του Χ3 μετά των από 19.1.2010 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 372, 373, 374, 375, 380, 387, 388, 389, 390/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή