Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2183 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2183/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο, περί αναιρέσεως της 6025/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Χ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 664/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως, εάν κριθεί απαράδεκτη, να απορριφθεί ως αβάσιμη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, το οποίο προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, εξαιτίας της παραλείψεως, ισοδυναμεί νομικώς με την δι` ενεργείας παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη στο νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του τελευταίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος. Προϋποτίθεται ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση αυτής έγινε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 6025/2007 αποφάσεως , τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι Χ1 (ήδη αναιρεσείων) και Χ2, στα ..... στις 9 και 10-12-2000, από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω του επαγγέλματος τους ως ιατρών να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι κατωτέρω παραλείψεις τους και επέφεραν το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, στις 9-12-2000 και περί ώρα 16:00, διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στα εξωτερικά ιατρεία επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου Αμαλία Φλέμιγκ που είχε γενική εφημερία, η Α, προερχόμενη από το Κέντρο Υγείας Μαρκοπούλου όπου είχε μεταφερθεί περί ώρα 14:30 από την αδελφή της Ψ επειδή αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και είχε πάρει οκτώ (8) κουτιά ασπιρίνες, δηλαδή 160 δισκία ασπιρίνες. Στο Κέντρο Υγείας Μαρκοπούλου της είχαν παρασχεθεί οι πρώτες βοήθειες από τον μάρτυρα ιατρό Β, ο οποίος της έκανε πλύση στομάχου με ρινογαστρικό σωλήνα και την έστειλε στο ως άνω νοσοκομείο που εφημέρευε με ενημερωτικό συνοδευτικό σημείωμα που έγραφε "φαρμακευτική δηλητηρίαση με σκοπό την αυτοκαταστροφή (9 κουτιά ασπιρίνες)" καθώς επίσης και τις πρώτες βοήθειες που της παρεσχέθησαν στο Κέντρο Υγείας Μαρκοπούλου, στα βιβλία του οποίου καταχωρήθηκαν τα ίδια. Όταν η δηλητηριασθείσα έφθασε στο ως άνω εφημερεύον νοσοκομείο, εξετάστηκε από την δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία ήταν ειδικευόμενη ιατρός παθολόγος και η οποία έλαβε το ιστορικό της ασθενούς, παρήγγειλε αιματολογικές εξετάσεις, γενικές και αερίων αίματος, της έκανε καρδιογράφημα και έκρινε ότι έπρεπε να εισαχθεί στην Α' Παθολογική Κλινική του ως άνω εφημερεύοντος νοσοκομείου λόγω φαρμακευτικής δηλητηρίασης, παραγγέλοντας να της τοποθετηθεί και φυσιολογικός ορός. Η ως άνω κατηγορουμένη ιατρός, σε πρόχειρο σημείωμα που τοποθέτησε στο φάκελο της ως άνω δηλητηριασθείσας ασθενούς, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και που μπορούσε να καταβάλει κατά τη λήψη του ιστορικού της ασθενούς και τη μελέτη του ενημερωτικού σημειώματος που τη συνόδευε από το Κέντρο Υγείας Μαρκοπούλου στο νοσοκομείο, ανέγραψε ότι η ως άνω δηλητηριασθείσα ασθενής έλαβε 8 δισκία ασπιρίνης, αναφέροντας συγκεκριμένα την ξενόγλωσση σύντμηση "tabl.", δηλαδή δισκία, ενώ αν λάμβανε το ιστορικό της ως άνω δηλητηριασθείσας ασθενούς με την προσοχή που όφειλε και που μπορούσε να καταβάλει ως ιατρός, θα είχε σημειώσει στο ιστορικό της και στο πρόχειρο σημείωμα που τοποθέτησε στο φάκελλό της ότι αυτή είχε λάβει οκτώ (8) κουτιά ασπιρίνες, δηλαδή εκατόν εξήντα (160) ασπιρίνες και όχι οκτώ (8) ασπιρίνες, οπότε και λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως της θα έπρεπε να σημάνει συναγερμός στο νοσοκομείο, να εισαχθεί η ασθενής σε μονάδα εντατικής νοσηλείας, να της γίνει άμεσα ειδική τοξικολογική εξέταση αίματος για να διαπιστωθεί πόσες ποσότητες σαλικυλικών ουσιών είχε στο αίμα της και να της γίνει αμέσως αιμοκάθαρση, ως η μόνη ενδεδειγμένη ιατρική πράξη για την αντιμετώπιση της δηλητηριάσεώς της. Παραταύτα, η δεύτερη κατηγορουμένη και ειδικευόμενη τότε ιατρός, όχι μόνον από αμέλεια της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και που μπορούσε να καταβάλει, ανέγραψε εσφαλμένα στο πρόχειρο σημείωμα που έβαλε στο φάκελλό της ασθενούς ότι αυτή πήρε μόνον 8 ασπιρίνες και όχι 160 ασπιρίνες, αλλά δεν φρόντισε να ενημερώσει και τον ειδικευμένο παθολόγο ιατρό που εφημέρευε, δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) και επιμελητή της Α' Παθολογικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου, παρά μόνον εισήγαγε την δηλητηριασθείσα ασθενή στην Α' Παθολογική Κλινική του ως άνω νοσοκομείου. Έτσι, η δηλητηριασθείσα ασθενής εισήχθη στην Α' Παθολογική Κλινική περί ώρα 16:50 της 9-12-2000, όπου την ευθύνη κατά την διάρκεια της εφημερίας της ημέρας εκείνης και μέχρι ώρα 8:00 της 10-12-2000 είχε ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων), ιατρός παθολόγος, επιμελητής Α', χωρίς την επισήμανση προς αυτόν της βαρύτητας του περιστατικού και με την συνοδεία σημειώματος εσφαλμένη αναγραφή της ληφθείσας ποσότητας ασπιρινών, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπισθεί καθόλου από αυτόν το περιστατικό. Όμως, ο πρώτος κατηγορούμενος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως ιατρός ειδικευμένος και υπεύθυνος της Α' Παθολογικής Κλινικής του ως άνω εφημερεύοντος νοσοκομείου να διαπιστώσει την εγκυρότητα της διάγνωσης της ειδικευόμενης ιατρού, να διαβάσει το φάκελλο που συνόδευε την εισαγωγή της ασθενούς στην κλινική που ήταν υπεύθυνος, να επισκεφθεί την ασθενή και να διενεργήσει τον δικό του ιατρικό έλεγχο στην ασθενή που εισήχθη στην κλινική που ήταν υπεύθυνος, εντούτοις βασίστηκε στην εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης της ασθενούς από την ειδικευόμενη ιατρό και δεν εξέτασε ο ίδιος την δηλητηριασθείσα ασθενή, ούτε διάβασε τον ιατρικό της φάκελο που συνόδευε την εισαγωγή της στην κλινική, οπότε θα διάβαζε και το σημείωμα του ιατρού του Κέντρου Υγείας Μαρκοπούλου που υπήρχε σ' αυτόν και τα αποτελέσματα των εξετάσεων των αερίων αίματος της ασθενούς που έδειχναν παθολογικές τιμές και σήμαιναν την παρουσίαση μεταβολικής οξέωσης, πράγμα που αν έκανε θα διαπίστωνε την σοβαρότητα της κατάστασης και θα προέβαινε στις προαναφερόμενες ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις και ιδιαιτέρα στη μόνη ενδεδειγμένη ιατρικά ενέργεια της αιμοκάθαρσης. Την ίδια αδιαφορία και αμελή συμπεριφορά επέδειξε ο πρώτος κατηγορούμενος και υπεύθυνος επιμελητής και όταν στις 7:00 η ώρα το πρωί της επόμενης ημέρας η δεύτερη κατηγορουμένη και ειδικευόμενη ιατρός του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι η ως άνω ασθενής έχει νευρική διέγερση, οπότε αρκέστηκε στο να της δώσει τηλεφωνικά οδηγία για τη χορήγηση ηρεμιστικού. Συνέπεια των ως άνω παραλείψεων αμφοτέρων των κατηγορουμένων ιατρών ήταν η δηλητηριασθείσα ασθενής να περιπέσει από 09:00 μέχρι 10:00 ώρα της 10-12-2000 σε κώμα, οπότε για πρώτη φορά ενημερώθηκε ο ειδικευμένος επιμελητής ιατρός της επόμενη βάρδιας που αντικατάστησε τον πρώτο κατηγορούμενο για την ακριβή ποσότητα των ασπιρινών που έλαβε η ασθενής και παρήγγειλε αμέσως να γίνει ειδική εξέταση έρευνας σαλικυλικών στο αίμα της σε άλλο νοσοκομείο και προσπάθησε μαζί με άλλους ιατρούς να διατηρήσουν την αναπνευστική και καρδιακή λειτουργία της ασθενούς, πλην όμως η τελευταία απεβίωσε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας με αιτία θανάτου της σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας που διενεργήθηκε την φαρμακευτική δηλητηρίαση με λήψη σαλικυλικών (ασπιρινών). Οι ως άνω παραλείψεις αμφοτέρων των κατηγορουμένων, όπως αυτές προσδιορίσθηκαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω για τον καθένα απ' αυτούς, οι οποίες έγιναν κατά παράβαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης που είχαν ως ιατροί να αποτρέψουν το αποτέλεσμα του θανάτου της ως άνω ασθενούς, υποχρέωση που πηγάζει τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από την έννομη σχέση τους ως νοσοκομειακών ιατρών που εφημέρευαν σε κρατικό νοσοκομείο, είχαν ως επκόλουθο της αμελούς συμπεριφοράς τους την παράλειψή τους να διενεργήσουν άμεσα και έγκαιρα αιμοκάθαρση στην δηλητηριασθείσα ασθενή, η οποία αν γινόταν θα είχε επιφέρει την θεραπεία της και είχαν όλες μαζί οι ως άνω παραλείψεις τους ως αποτέλεσμα τον θάνατο της ασθενούς, ο οποίος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ως άνω παραλείψεις των κατηγορουμένων ιατρών και αποτελεί επακόλουθό τους, το αποτέλεσμα δε αυτό του θανάτου της ως άνω ασθενούς, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και που μπορούσαν να καταβάλουν ως ιατροί, δεν το προέβλεψαν, παρόλο που όφειλαν και μπορούσαν να το πράξουν . Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που κατηγορούνται ότι διέπραξαν, σύμφωνα με το διατακτικό. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, μέχρι τότε που τέλεσαν την ως άνω αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι αυτό πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π. Κ. και να γίνει δεκτό ότι μέχρι της τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξης έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Εφετείο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα (ιατρό), για ανθρωποκτονία από αμέλεια, διέλαβε στην απόφασή του την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη του αναιρεσείοντος , τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του ΠΚ που εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα: Αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις που περιέχονται στην αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος πρέπει επίσης να λεχθούν τα εξής: Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, με πληρότητα και σαφήνεια εκθέτει τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι ο αναιρεσείων ιατρός αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως ιατρός και υπεύθυνος της Α' Παθολογικής κλινικής του εφημερεύοντος νοσοκομείου Αμαλία Φλέμινγκ να διαπιστώσει την εγκυρότητα της διάγνωσης της ειδικευομένης ιατρού, να διαβάσει το φάκελλο που συνόδευε την εισαγωγή της ασθενούς στην κλινική που ήταν υπεύθυνος, να επισκεφθεί την ασθενή και να διενεργήσει τον δικό του ιατρικό έλεγχο στην ασθενή που εισήχθη στην κλινική που ήταν υπεύθυνος, εντούτοις βασίστηκε στην εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης της ασθενούς από την ειδικευόμενη ιατρό και δεν εξέτασε ο ίδιος την δηλητηριασθείσα ασθενή ,ούτε διάβασε τον ιατρικό της φάκελλο που συνόδευε την εισαγωγή της στην κλινική, οπότε θα διάβαζε και το σημείωμα του ιατρού του κέντρου υγείας Μαρκοπούλου που υπήρχε σ' αυτόν και τα αποτελέσματα των εξετάσεων των αερίων αίματος της ασθενούς που έδειχναν παθολογικές τιμές και σήμαιναν την παρουσίαση μεταβολικής οξέωσης, πράγμα που αν έκανε θα διαπίστωνε την σοβαρότητα της κατάστασης και θα προέβαινε στις προαναφερόμενες ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις και ιδιαίτερα στην μόνη ενδεδειγμένη ιατρική ενέργεια της αιμοκάθαρσης. Την ίδια αδιαφορία και αμελή συμπεριφορά επέδειξε ο κατηγορούμενος υπεύθυνος επιμελητής και όταν στις 7:00 η ώρα το πρωί της επομένης ημέρας η ειδικευομένη ιατρός του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι η ασθενής έχει νευρική διέγερση, οπότε αρκέστηκε να της δώσει τηλεφωνικά οδηγία για τη χορήγηση ηρεμιστικού, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει 1) ποία ήταν τα αποτελέσματα των εξετάσεων αερίων του αίματος της ασθενούς που περιείχοντο στον ιατρικό της φάκελλο , 2) αν η νευρική κρίση παρέπεμπε σε λήψη μεγάλου αριθμού δισκίων ασπιρίνης ή ήταν απλώς νευρική διέγερση ενός ατόμου, 3) αν υπήρχε δυνατότητα να λειτουργήσει το νοσοκομείο χωρίς την εμπιστοσύνη των ιατρών ως προς τις ιατρικές πράξεις που προβαίνουν. Αναφέρει επίσης ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα ο ίδιος να προβεί στον ιατρικό έλεγχο της ασθενούς ως και από πού επήγαζε η ιδιαίτερη υποχρέωση, που είχε ο εν λόγω αναιρεσείων, να μη προβεί στην ανωτέρω υπαίτια παράλειψη, και συγκεκριμένα αναφέρει ότι απέρρεε τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από την έννομη σχέση του ως νοσοκομειακού ιατρού που εφημέρευε σε κρατικό νοσοκομείο. Με τις παραδοχές δε αυτές είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της σωστής εφαρμογής του άρθρου 15 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αντίστοιχα, δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης, α) για έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 15 του ΠΚ, με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω των προβαλλομένων από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω αντίθετων αιτιάσεων, είναι αβάσιμοι, ενώ ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήσσεται η ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι.
Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί οι αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6025/2007 απόφασης του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

<< Επιστροφή