Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1917 / 2008    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Νόμος επιεικέστερος, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Φορολογικές Παραβάσεις. Στοιχεία εγκλήματος έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 19 Ν. 2525/1997). Η διάταξη του άρθρ. 21 παρ. 10 εδ. δεύτερο του ως άνω νόμου, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 8 παρ. 2 του Ν. 2954/2001, που ορίζει ότι η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, είναι ευμενέστερη της προηγούμενης, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Απορρίπτεται ως μη νόμιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει αιτιολογημένα στον επικουρικό ισχυρισμό περί παραγραφής, με βάση την κρατούσα άποψη, γιατί δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός, ουδέ ετίθετο θέμα παραγραφής, ώστε να απαντήσει το Δικαστήριο της ουσίας σχετικά. Η απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία και δεν έχει αντιφάσεις.





Αριθμός 1917/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητής, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, για αναίρεση της 1363/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με Πολιτικώς ενάγοντα το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Θεόδωρο Τσιρά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1180/2008
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπεύθυνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αξίας (παρ. 4). Ως προς την παραγραφή ο νόμος 2523/1997, με την παρ. 10 του άρθρου 21, όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κλπ και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με το χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει κατά τα προεκτεθέντα , νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως, (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πρόβαλε τον ισχυρισμό της παραγραφής των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται για τον πιο κάτω λόγο? " Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997 , όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών . Καθόσον αφορά την ποινική δίωξη , το άρθρο 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου ορίζει ότι ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής , πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής , με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (εδ. 1 και 2) , ενώ "κατ' εξαίρεση", στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου , η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 , κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο 3 της άνω παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2423/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2753/1999 . Ως προς την παραγραφή ο νόμος 2523/1997 , με την παρ. 10 του άρθρου 21 όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων τον παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στα πλημμελήματα που προβλέπονται στο άρθρο 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 12 του ιδίου νόμου, που ορίζει ότι κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα , εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 17, 111 και 112 του ΠΚ , κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τέλεσης τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει . Τούτο προκύπτει και από το ότι, με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο , κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο" . Η με το ν. 2954/2001 ως άνω προσθήκη, με την οποία επιμηκύνεται ο χρόνος της παραγραφής των εγκλημάτων του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, αφού η έναρξη της , αντί του χρόνου τέλεσης της πράξης , που έως τότε ίσχυε κατά τα προαναφερόμενα , αφετεριάζεται στο μετέπειτα χρόνο διαπίστωσης αυτής, με αποτέλεσμα η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής και η εξάλειψη του αξιοποίνου να επέρχεται βραδύτερα από ότι προβλεπόταν με τις προηγούμενες διατάξεις, δεν εφαρμόζεται σε πράξεις που τελέστηκαν από την έναρξη ισχύος του ν. 2523/1997 (1-1-1998 κατ' άρθρο 38 παρ. 5 του νόμου αυτού) έως την έναρξη ισχύος του ν. 2954/2001, αφού οι ρυθμίσεις του αρθρ. 2 παρ. 8 του τελευταίου αυτού νόμου , είναι δυσμενέστερες ως προς το θέμα της παραγραφής για τον κατηγορούμενο και δεν εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 616/2006 ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006/427). Στην υπό κρίση περίπτωση το αδίκημα φέρεται τελεσθέν κατά το χρονικό διάστημα από 14-6-1999 μέχρι 27-10-2000, δηλαδή πολύ πριν την ισχύ του νόμου 2954/2001 . Το κλητήριο θέσπισμα κοινοποιήθηκε την 3-6-2005 και συνεπώς οι μέχρι την 3-6-2000 φερόμενες μερικότερες πράξεις έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 111 ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 112, 113 τταρ.1 έως 3 ΠΚ , άρθρο 7 παρ.1 του Συντάγματος , άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, άρθρο 15 παρ. 1 του Πρωτοκόλλου του ΟΗΕ (ν. 2462/1997) και άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ". Επικουρικώς δε ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 καταλαμβάνει και τα αδικήματα του άρθρου 19 του ιδίου νόμου , προβάλλεται ο ακόλουθος λόγος αναίρεσης : "Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής , από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής , λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Στη συνέχεια στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 , προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου , η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής , αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π Κ. Η παραγραφή της πράξεως είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική της διάρκεια ορίζεται για τα πλημμελήματα , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ , πενταετής , αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ιδίου Κώδικα , από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα , κατά τη διάρκεια της κυρίας διαδικασίας , που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος , λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα και πολύ περισσότερο όταν προβάλλεται (με αυτοτελή ισχυρισμό) - η αιτιολογία δε της καταδικαστικής απόφασης, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν την έναρξη και τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Ότι με την προσβαλλόμενη 1363/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάστηκα σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 (έκδοση και αποδοχή εικονικών τιμολογίων) , φερόμενη ως τελεσθείσα από 14-6-1999 μέχρι 27-10-2000 , σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Από τα πρακτικά της απόφασης προκύπτει ότι εκπροσωπήθηκα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από συνήγορο , που πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό για παραγραφή της πράξεως , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. 2 του ν. 2523/1997 , εν όψει της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος την 3-6-2005 και το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό , με την αιτιολογία ότι "δεν τίθεται θέμα παραγραφής της κρινόμενης υποθέσεως", χωρίς να διαλάβει αναφορά για το χρόνο διαπίστωσης του διωκόμενου εγκλήματος, προσδιοριζόμενο από την ημερομηνία θεώρησης του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Αρχής που τον ενήργησε , αλλά και το χρόνο επίδοσης του θεσπίσματος". Την ως άνω ένσταση της παραγραφής, η οποία διαλαμβάνεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, είχε προβάλει ο αναιρεσείων και στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, με το να δεχθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση η παραγραφή δεν αρχίζει από το χρονικό διάστημα από 14-6-1999 έως 27-10-2000, αλλά από το μεταγενέστερο χρόνο της διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ. Ειδικότερα, ορθά δέχτηκε ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής και απέρριψε τη σχετική ένσταση ως μη νόμιμη, με την παραδοχή ότι "σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του Ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει κατά τα προεκτεθέντα , νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος, τη 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (ΑΠ 1771/2007)".( Ας σημειωθεί ότι από την επισκόπηση των εγγράφων προκύπτει ότι το ως άνω αδίκημα διαπιστώθηκε στις 27-1-2004, που θεωρήθηκε το οικείο πόρισμα του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο (στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται και η 223/2004 έκθεση ελέγχου, οπότε σημειώνεται ο χρόνος διαπίστωσης του αδικήματος) και συνεπώς, έκτοτε, μέχρι του χρόνου επιδόσεως του κλητήριου θεσπίσματος στον αναιρεσείοντα στις 3-6-2005, δεν παρήλθε πενταετία, ώστε να έχει υποπέσει σε παραγραφή και να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει αυτεπάγγελτα, αιτιολογημένα).
Τα διαλαμβανόμενα επικουρικώς στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή σε περίπτωση που κριθεί ότι η διάταξη της παρ. 10,εδ. β του Ν. 2523/1997, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν.2954/2001, καταλαμβάνει και τα αδικήματα του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, το ουσιαστικό Δικαστήριο δεν διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το θέμα της παραγραφής, δεν προβλήθηκαν με οριμένο λόγο εφέσεως, ούτε όπως προαναφέρθηκε συνέτρεχε κατά το νόμο τέτοια περίπτωση.
Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προς απόκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και αυτός της παραγραφής, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών.
Για τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, άρα μετά από συναπόφαση πριν ή κατά την τέλεση της πράξης (ΟλΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠονΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (ΟλΑΠ 1/2005).
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτός προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτά.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της πληττομένης αποφάσεως, το Α Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι? " κατά το χρονικό διάστημα από 14-6-1999 μέχρι 27-10-2000, ο κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τον Γ1, ο οποίος εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης της εδρεύουσας επί της οδού ....... του Δήμου Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης ατομικής επιχείρησης, με φερόμενο ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων, εξέδωσαν για λογαριασμό, της προαναφερθείσης επιχειρήσεως εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι διεθνείς φορτωτικές (CMR) και τιμολόγια που αφορούσαν ανύπαρκτες ενδοκοινοτικές παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων, δηλαδή συναλλαγές που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ στο σύνολο τους. Ειδικότερα, κατά τη χρήση του 1999, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο προέβη στην έκδοση είκοσι (20) τιμολογίων πώλησης που αφορούσαν όλα ενδοκοινοτικές παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων, συνολικής αξίας 605.212.952 δραχμών που αντιστοιχούν σε 1.776.120,13 ευρώ. Ως λήπτρια των προϊόντων εμφανιζόταν η εδρεύουσα στο Μόναχο γερμανική επιχείρηση "ΜITTELMEER WEIN SPEZIALITAETEN IMPORT-EXPORT". Επίσης ο κατηγορούμενος κατήρτισε και χρησιμοποίησε από κοινού με τον προαναφερθέντα συνεργό του, είκοσι (20) πλαστά φορτωτικά έγγραφα για αντίστοιχες ανύπαρκτες μεταφορές συνολικής αξίας 7.140,00 ευρώ, προκειμένου να προσδώσει αληθοφάνεια στις ανωτέρω συναλλαγές. Κατά την χρήση του 2000, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τριάντα (30) τιμολόγια πώλησης που αφορούσαν επίσης ενδοκοινοτικές παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων προς την αυτή ως άνω γερμανική επιχείρηση, συνολικής αξίας 1.098.370.180 δραχμών, που αντιστοιχούν σε 3.222.803,17 ευρώ και ισάριθμα πλαστά φορτωτικά έγγραφα για ανύπαρκτες μεταφορές συνολικής αξίας 11.310,00 ευρώ, προκειμένου να προσδώσει αληθοφάνεια στις προαναφερόμενες συναλλαγές, αναλυτικώς δε, τα εκδοθέντα τιμολόγια και οι αντίστοιχες διεθνείς φορτωτικές, αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως. Όλα όμως τα παραπάνω τιμολόγια πώλησης που φέρονται να απεικονίζουν ενδοκοινοτικές πωλήσεις - παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων από την ανωτέρω επιχείρηση προς την προαναφερθείσα αλλοδαπή επιχείρηση είναι εικονικά και οι συναλλαγές που αναφέρονται σ' αυτά δεν έχουν πραγματοποιηθεί, καθώς η φερόμενη ως παραλήπτρια επιχείρηση ασχολείται με εισαγωγές και εξαγωγές κρασιού και προϊόντων διατροφής και όχι με είδη ένδυσης, οι μεταφορικές εταιρίες είναι ανύπαρκτες και όλα τα αυτοκίνητα που φέρεται ότι χρησιμοποιήθηκαν για την μεταφορά των εμπορευμάτων παρουσιάζουν προβλήματα, υπό την έννοια ότι έχουν διαφορετικούς ιδιοκτήτες από τους εμφανιζόμενους, άλλα δεν έχουν γερμανικούς αριθμούς κυκλοφορίας ή έχουν δοκιμαστικούς αριθμούς, ενώ ουσιαστικά ανύπαρκτη είναι και η εκδότρια επιχείρηση, αφού ουδέποτε λειτούργησε στο μισθωμένο κατάστημα, ούτε κάπου αλλού, μιας και δημιουργήθηκε αποκλειστικά για την έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, με μοναδικό σκοπό την παράνομη είσπραξη επιστροφής ΦΠΑ. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος εν γνώσει του αποδέχθηκε για λογαριασμό και καταχώρησε στα βιβλία της παραπάνω ατομικής επιχείρησης, εικονικά φορολογικά στοιχεία με την έννοια ότι αφορούν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, καθ' όσον κατά τη χρήση του έτους 1999, αποδέχθηκε δύο (2) τιμολόγια πώλησης και συγκεκριμένα, 1) το υπ' αριθμ. ..... αξίας 25.500.000 δραχμών ή 74.834,92 ευρώ, πλέον αναλογούντος ΦΠΑ 4.590.000 δραχμών, με φερόμενη ως εκδότρια την εταιρία "..... ΕΠΕ" και εμπόρευμα 8.500 τεμάχια ενδυμάτων (μπλούζες φούτερ 100% βαμβάκι) και 2) το υπ' αριθμ. ......αξίας 36.450.000 δραχμών ή 106.969,92 ευρώ, με αναλογούντα ΦΠΑ 6.561.000 δραχμών, με φερόμενη ως εκδότρια την εταιρία "......" και εμπόρευμα 12.150 τεμάχια ενδυμάτων (μπλούζες φούτερ). Τα παραπάνω τιμολόγια πώλησης υποβλήθηκαν από την ελεγχόμενη επιχείρηση με σκοπό να προσδώσουν αληθοφάνεια σε άλλα τιμολόγια ενδοκοινοτικής παράδοσης, χρησιμοποιήθηκαν δε, ως δικαιολογητικά επιστροφής ΦΠΑ και είναι εικονικά, καθ' όσον δεν πραγματοποιήθηκε διακίνηση των εμπορευμάτων που αναφέρονται σε αυτά και δεν έγινε καμία εμπορική συναλλαγή μεταξύ εκδότη και λήπτη. Τέλος, η φερόμενη ως εκδότρια μονοπρόσωπη ΕΠΕ, είναι επίσης εικονική και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της εικονικότητας, προέβη δε, στις παραπάνω πράξεις του αποβλέποντας στην παράνομη οικειοποίηση σε βάρος του Δημοσίου του αναλογούντος στα ανωτέρω εικονικά φορολογικά στοιχεία ΦΠΑ που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 301.172.263 δραχμών ή 883.851,10 ευρώ και συνεπώς, πρέπει, αφού απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ξεγελάσθηκε από το ζεύγος ....., δεδομένου ότι διατηρούσε κοινό λογαριασμό με τον προαναφερθέντα Γ1 (βλ. το 4° φύλλο της ως άνω υπ' αριθμ. .... εκθέσεως ελέγχου), ενώ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν τίθεται θέμα παραγραφής της κρινόμενης υποθέσεως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των σχετικών ως άνω πράξεων που αποδίδονται σ' αυτόν".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές , κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο έκδοσης από κοινού κατ' εξακολούθηση εικονικών φορολογικών στοιχείων και αποδοχής από κοινού κατ' εξακολούθηση των εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό ως προς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξεως, για την οποία τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1α, 4, 21 παρ.2, 5, 10, 11 του Ν. 2523/1997, όπως ισχύουν και 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 45, 94 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Περαιτέρω, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη κοινού δόλου, δεδομένου ότι, αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προδιαληφθέντος εγκλήματος της εκδόσεως και αποδοχής από κοινού κατ' εξακολούθηση εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο, και επομένως, εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά.
Συνεπώς δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός (κοινός δόλος) ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (κοινού δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει ότι το ουσιαστικό Δικαστήριο δέχεται πως ο αναιρεσείων ενήργησε από κοινού με άλλον στην τέλεση των πραξεων για τις οποίες δικάστηκε, και δεν δημιουργεί ασάφεια η αναφορά ότι "κατά τη χρήση του 1999 ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο προέβη στην έκδοση είκοσι τιμολογίων πώλησης...", η οποία γίνεται μέσα στα πλαίσια των συγκλινουσών επί μέρους πράξεων των συμμέτοχων.
Περαιτέρω, αβάσιμα ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το σκεπτικό αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού. Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει, και όχι στο σύνολό του, ταυτόσημο του διατακτικού δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχτηκαν και όχι άλλα διαφορετικά.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες, αφού ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Συνεπώς, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 3, 4, 20, 21 παρ.2,10 του Ν. 2523/1997 και 27 παρ. 1, 98 παρ.1 του ΠΚ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Ενόψει αυτών που έχουν εκτεθεί , πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 22 του ν. 3693/1957 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμό 1363/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή