Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2013 / 2007    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Επιταγή εγγυήσεως. Ανάκληση. Κήρυξη αθώας της κατηγορουμένης κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 ΠΚ. Έλλειψη αιτιολογίας




Αριθμός 2013/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 2743/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Με κατηγορουμένη τη ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κωνσταντινιά Στάμου.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΔΟΛ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Τανταρούδας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 47 και ημερομηνία 27 Δεκεμβρίου 2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 12/2007.

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Κατά τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικώς, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, συντρέχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν επείσθη για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν i) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, ii) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, iii) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και iv) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Εξάλλου κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του ΠΚ, δεν καταλογίζεται στον δράστη η πράξη, που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και ανεπίτρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί, χωρίς δική του υπαιτιότητα, το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου ή συγγενούς του, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη, είναι, κατά το είδος και την σπουδαιότητα, ανάλογη με την βλάβη που απειλήθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η απόφαση που δέχεται τον παραδεκτώς προβληθέντα, ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό από τον κατηγορούμενο και, κατ΄ ακολουθίαν αυτής της παραδοχής τον κηρύσσει αθώο της αξιοποίνου πράξεως που του αποδίδεται, για να έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρει τον παρόντα κίνδυνο που δεν μπορεί να αποτραπεί, παρά με την τέλεση αξιόποινης πράξεως, ο κίνδυνος αυτός πρέπει να εξειδικεύεται και επί πλέον να προσδιορίζεται η προξενηθείσα στον άλλον βλάβη, για να αξιολογηθεί αν αυτή είναι, κατά το είδος και την σπουδαιότητα, ανάλογη με την απειληθείσα καθώς και να αναφέρονται τα περιστατικά, που συνιστούν έλλειψη υπαιτιότητας του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη στις 20-11-02 κατάρτισε με την εταιρία ".... Μ.ΕΠΕ" σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με αντικείμενο την αντιπροσώπευση και πώληση της κάρτας "GOLD TRAVEL CARD" στην περιοχή Κορινθίας με εξαίρεση το Κιάτο και το Ξυλόκαστρο. Ακολούθως, στις 14-1-03 η εταιρία "..... Μ.ΕΠΕ." εκχώρησε στην εταιρία "ΜΕDΙΑ TRAVEL GRΟUΡ ΑΕ" όλα τα δικαιώματά της από την πιο πάνω σύμβαση. Τέλος, στις 11-4-03 η εταιρία "ΜΕDΙΑ TRAVEL GRΟUΡ ΑΕ" κατάρτισε σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας με την ομόρρυθμη εταιρία "..... ΟΕ", στην οποία ομόρρυθμοι εταίροι ήταν η κατηγορουμένη και ο σύζυγος της ...... Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής σύμβασης η κατηγορουμένη εξέδωσε την ένδικη επιταγή για το ποσό των 15.000 ευρώ σε συμμόρφωση με το συνομολογηθέντα συμβατικό όρο και δη το άρθρο 10 της σύμβασης, η οποία είχε εγγυητικό χαρακτήρα. Όταν η κατηγορουμένη εξέδωσε την ένδικη επιταγή διατηρούσε επαρκές υπόλοιπο στον τηρούμενο στην πληρώτρια τράπεζα λογαριασμό της, όπως και σε όλη τη διάρκεια που η επιταγή βρισκόταν στα χέρια της ως άνω λήπτριας εταιρίας. Όταν η κατηγορουμένη πληροφορήθηκε ότι η λήπτρια, κατά παράβαση των συμφωνιών, έθεσε την επιταγή σε κυκλοφορία και ενόσω ακόμη δεν γνώριζε τα πρόσωπα προς τα οποία η συγκεκριμένη, αλλά και άλλες επιταγές της μεταβιβάσθηκαν, προέβη σε ανάκληση ενόσω ακόμα, είχε επαρκή κεφάλαια, τα οποία έτσι [εννοεί προφανώς απέσυρε] από τη στιγμή της ανάκλησης. Στην πράξη της αυτή η κατηγορουμένη οδηγήθηκε επειδή περιήλθε σε κατάσταση ανάγκης που αίρει τον κατά το άρθρο 32 ΠΚ καταλογισμό της, αφού χωρίς υπαιτιότητα της, δεδομένου ότι τηρούσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της λήπτριας, η περιουσία της κινδύνευε να μειωθεί και έπληξε έτσι την περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας κατά ανάλογο τρόπο, όπως και την αξιοπιστία της συγκεκριμένης επιταγής ως μέσο πληρωμής αποσκοπώντας στην αποτροπή της περιουσιακής της βλάβης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί συνδρομής στο πρόσωπο της των προϋποθέσεων της κατάστασης ανάγκης που αίρει τον καταλογισμό της και να κηρυχθεί αθώα της αποδιδομένης σ' αυτήν πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.
Η αιτιολογία όμως αυτή είναι ελλιπής καιασαφής. Α) Είναι ελλιπής, γιατί δεν διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την άρση τουκαταλογισμού, που έκρινε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης στο αδίκημα της έκδοσης της ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο την κήρυξε αθώα. Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνει: 1) Την έλλειψη της δικής της ευθύνης στην πρόκληση του παρόντος κινδύνου που απειλούσε την περιουσία της, για την αποτροπή του οποίου προέβη στην ανάκληση της επιταγής, και δη γιατί δεν μερίμνησε, εφόσον εξέδωσε την επιταγή χάρη εγγυήσεως της τηρήσεως της σύμβασης αντιπροσωπείας που είχε συνάψει με την εταιρία "ΜΕDΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", να θέσει εις αυτήν όρο εξασφαλιστικό του κινδύνου πληρωμής της στην περίπτωση που η αντισυμβαλλόμενη της εταιρία θα αθετούσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, 2).Την κατ' άλλο τρόπο αναπότρεπτη αποφυγή της ενδεχόμενης ζημίας της από την πληρωμή της επιταγής και δη γιατί δεν μπορούσε να πετύχει την τυχόν προκαλούμενη από την είσπραξη της επιταγής ζημία της δια της προσφυγής της στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Και τούτο γιατί ο ισχυρισμός της, που έγινε δεκτός από το δικαστήριο με τα επικαλούμενα απ' αυτήν περιστατικά, ότι δηλ. η επιταγή ήταν εγγυητική της σύμβασης αντιπροσωπείας με την λήπτρια εταιρία και ότι η απόσυρση του αντικρύσματος από την τράπεζα έγινε απ' αυτήν προς αποτροπή δικής της ζημίας, επειδή η λήπτρια εταιρία δεν τήρησε τη μεταξύ τους συμφωνία, δεν συνιστούν συμπεριφορά σύμφωνη με την κοινή περί τις συναλλαγές αντίληψη αφού α) τα δυσμενή αποτελέσματα από την εγκληματική αυτή ενέργειά της γνώριζε ότι θα τα υφίστατο η τρίτη εταιρία, κομίστρια της επιταγής και β) η διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 έχει θεσπισθεί για να προστατεύσει όχι μόνον το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής, αλλά και το δημόσιο συμφέρον. Β) Είναι ασαφής, γιατί 1) δεν διευκρινίζει ποιός ήταν ο ρόλος της επιταγής ως εγγυητικής της σύμβασης αντιπροσωπείας που η κατηγορουμένη είχε συνάψει με τη λήπτρια εταιρία "MEDIA Νοτίου Ελλάδος ΑΕ" και σε τί συνίσταται η αθέτηση από την εταιρία των συμβατικών της υποχρεώσεων και, τέλος, 2) ποιά ζημία θα υφίστατο η κατηγορουμένη με τη μη ανάκληση της επιταγής, η οποία κατά τις παραδοχές της δεν μπορούσε να καλυφθεί κατ' άλλο τρόπο παρά μόνο με την ανάκλησή της. Οι ανωτέρω ελλείψεις και ασάφειες στερούν την απόφαση από τα προσόντα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που κατά το Σύνταγμα επιβάλλεται να έχει.
Κατ' ακολουθία, εν όψει του ότι ο απορρέων από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' ΚΠΔ λόγος της ελλιπούς αιτιολογίας είναι βάσιμος, πρέπει 1) να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, 2) να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και 3) να παραπεμφθεί (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.) η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 2743/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή