Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1033 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή.




Περίληψη:
Παραπεμπτικό βούλευμα για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημία άνω των 15.000 €. Έννοια γεγονότος. Πότε ειδική αιτιολογία. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε κατ' εξακολούθηση. Πότε μεταβολή κατηγορίας που επιφέρει ακυρότητα κατ' άρθρο 171 § 1 περ. β ΚΠΔ. Τι δεν συνιστά μεταβολή. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1033/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1437/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 931/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 406/18-12-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αριθμ. 3/09 αίτηση αναίρεσης της κατηγορούμενης Χ, που διαμένει προσωρινά στη ..., η οποία ασκήθηκε δι' εκθέσεως στο όνομα και για λογαριασμό της από το δικηγόρο Αθηνών Σταμάτη Τερεζάκη του Νικολάου, ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει της από 15.6.2009 εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 1437/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που επιδόθηκε σ' αυτήν την 27.5.2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο της την 28.5.2009 και κατέστη τελεσίδικο την 9.6.2009 λόγω μη άσκησης έφεσης κατ' αυτού, με το οποίο παραπέμπεται η ως άνω κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστεί για απάτη κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ (άρθρα 1,13 στοιχ. στ', 98, 386 παρ.1, 3 περ. α' Π.Κ.) Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (άρθρα 473, 474, 482 παρ.1 περ. α' ΚΠΔ) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και την απόλυτη ακυρότητα. Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται κατ' άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτή που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/04 και 2200/2002). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. ''όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών'', ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ''επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ''.
Προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, συνεπώς, απαιτείται 1) Η επί σκοπώ παρανόμου περιουσιακού οφέλους, εκ μέρους του δράστη, εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας, ως απότοκος συνέπεια και άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται βλάβη-ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως ή μη της επιτεύξεως του σκοπού του παρανόμου περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου και 2) προκειμένου περί της κακουργηματικής μορφής του εγκλήματος, απαιτείται, είτε ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, είτε το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια της προεκτεθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ. νοούνται πραγματικά περιστατικά αναγόμενα στο παρόν ή στο παρελθόν όχι όμως και τα αναφερόμενα στο μέλλον, όπως συμβαίνει επί απλών υποσχέσεων ή συμβατικών υποχρεώσεων. Κατ' εξαίρεση, όμως, οι τελευταίες (υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις) δύναται να υπαχθούν στην έννοια του γεγονότος, οσάκις συνδέονται και συνοδεύονται ταυτοχρόνως, προς γεγονότα αναγόμενα στο παρόν ή το παρελθόν και εξωτερική έχοντα υπόσταση, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή ''πραγματική'' κατάσταση (ΑΠ 1054/2005). Κατ' άρθρο 13 περ στ' Π.Κ. '' κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 Π.Κ. '' Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο Ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε''. Τέλος, μεταβολή κατηγορίας, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ β' ΚΠΔ, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα, υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία γίνεται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι ουσιωδώς διάφορη από εκείνη, που έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη κατά τόπο χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις ή τελέστηκε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά αποτελείται από γεγονότα άσχετα με εκείνα για τα οποία απαγγέλθηκε η κατηγορία. Τέτοια όμως μεταβολή της κατηγορίας δεν υπάρχει όταν με το παραπεμπτικό βούλευμα καθορίζεται σαφέστατα ο τρόπος τέλεσης της πράξης και ορθότερα ο νομικός χαρακτηρισμός αυτής, καθώς και η παραδοχή από το δικαστικό συμβούλιο ( Πλημ/κών ή Εφετών) το πρώτο επιβαρυντικών περιστάσεων σε βάρος του κατηγορουμένου χωρίς όμως να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξεως. Ούτε εξάλλου εμποδίζεται η παραδοχή αυτή από την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, που καθιερώνει το άρθρο 470 ΚΠΔ, αφού η αρχή αυτή έχει εφαρμογή στην άσκηση του ενδίκου μέσου κατά καταδικαστικών αποφάσεων, όχι δε και κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων (ΑΠ 33/04, ΑΠ 2264/03 ΠΧ ΝΔ 694, 799, ΑΠ 272/02 ΠΧ ΝΒ, 914). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, και με μνεία όλων, κατ' είδος, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών εργάστηκε αρχικά στα εκπαιδευτήρια ''...'' επί της οδού ... και από το έτος 1999 στις επιχειρήσεις του κλάδου της αισθητικής και συγκεκριμένα στο κατάστημα επί της ..., στο οποίο στεγάζονταν οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες του ομίλου, στον τομέα ''Χρηματοδότησης Προγραμμάτων Πελατών'' και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ από το έτος 1994 έως το Μάρτιο του 2003 (βλ. βεβαίωση αποδοχών του εγκαλούντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003). Η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη συνήθιζε να ιδρύει συνεχώς νέες εταιρείες, στις οποίες τοποθετούσε ως μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων νέα, μη υπερχρεωμένα πρόσωπα, κυρίως υπαλλήλους της, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει δάνεια και επιδοτήσεις, ενώ η ίδια είχε αποκλειστικά τη διοίκηση και διαχείριση όλων των εταιριών του ομίλου της, χωρίς όμως και να μπορεί η ίδια να λαμβάνει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, αφού είχε μεγάλες οφειλές προς το ΙΚΑ και τη ΔΟΥ, γεγονότα που βεβαίως, δεν ήταν γνωστά στον εγκαλούντα τον Ιανουάριο του έτους 2000, ενόσω ο εγκαλών εργαζόταν ήδη επτά χρόνια στις επιχειρήσεις της κατηγορουμένης, η τελευταία κατά την προσφιλή τακτική της, τον έπεισε, εκμεταλλευόμενη το νεαρό της ηλικίας του, και την, ως εκ τούτου, απειρία του σε παρόμοιες ενασχολήσεις, να συμμετάσχει στην εταιρία ''BOND Επικοινωνία-Ανάπτυξη-Στρατηγική Ανώνυμη Εταιρία''. Ως πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος (βλ. το υπ' αριθμ. 776/4-2-2002 ΦΕΚ), διαβεβαιώνοντάς τον, αφενός μεν ότι η ανωτέρω εταιρία ήταν φερέγγυα και αξιόπιστη στις συναλλαγές της, αφετέρου δε ότι η σχέση του με αυτή θα ήταν καθαρά τυπική, ενώ θα εδραίωνε την υπαλληλική του θέση στον όμιλο των εταιριών της, ότι η παραμονή του στην εταιρία θα ήταν για μικρό χρονικό διάστημα, και ότι δε θα είχε καμία απολύτως ευθύνη για τα θέματα και τις οφειλές της εταιρίας, αλλά η ίδια θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη γι' αυτά. Ακολούθως το επόμενο έτος 2001, με τις ίδιες ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, έπεισε τον εγκαλούντα να συμμετάσχει στις εταιρίες ''Jurby International-Διαιτολογικό Κέντρο Ανώνυμος Εταιρία'' και ''ΒΙΟΥΤΕΚ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ, ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'', ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., καθώς και σε άλλες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και στην εταιρία με την επωνυμία ''ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία'' (βλ. το υπ' αριθμ. 8663/2-10-2001 ΦΕΚ). Τον Ιούνιο του έτους 2002 πληροφορηθείς ο εγκαλών τα ανωτέρω από συζητήσεις με συναδέλφους του ως εκπροσώπου των παραπάνω εταιριών ζήτησε από την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να παύσει να εκπροσωπεί τις ανωτέρω εταιρίες. Για το λόγο αυτό υπέβαλε και γραπτώς την παραίτησή του από τη θέση του Αντιπροέδρου της εταιρίας με την επωνυμία ''ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία'' (βλ. την από 5-6-2002 δήλωση παραίτησης του εγκαλούντα), ενώ στις 13-10-2003 κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την παραίτησή του από την εταιρία ''ESSENCE Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης (βλ. την από 6-10-2003 εξώδικη δήλωση με επιφύλαξη παντός νομικού δικαιώματος του εγκαλούντα και την υπ' αριθμ. 13616/13-10-2003 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Κατόπιν αυτών η κατηγορουμένη και έως την 1-2-2004 συνέχιζε να διαβεβαιώνει τον εγκαλούντα ότι η συμμετοχή του στις παραπάνω εταιρίες ήταν καθαρά τυπική, ότι δεν έφερε ο ίδιος ευθύνη για τις υποχρεώσεις των εταιριών και ότι είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αντικατάστασή του ως εκπροσώπου από αυτές προκειμένου να τον πείσει να παραλείψει να κινήσει τις νόμιμες διαδικασίες αποχώρησής του από τις εταιρίες αυτές, ενώ παράλληλα η ίδια δημιουργούσε υπέρογκα χρέη, στα οποία υπόχρεος, ως εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων του, φερόταν ο εγκαλών παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της. Το καλοκαίρι του έτους 2003 ο όμιλος της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης κατέρρευσε, οι περισσότερες εταιρίες της οδηγήθηκαν σε πτώχευση, ενώ κάποιες έκλεισαν, απολύθηκε δε τεράστιος αριθμός εργαζομένων. Η ίδια, προ του κινδύνου να συλληφθεί, λόγω των εκατοντάδων ακαλύπτων επιταγών που είχε εκδώσει είτε ατομικά είτε ως νόμιμη εκπρόσωπος εταιριών, αλλά και των τεραστίων χρεών που είχε δημιουργήσει προς το ΙΚΑ και το Δημόσιο, διέφυγε στο εξωτερικό. Όμως, λίγο πριν την αναχώρησή της, λόγω της παρουσίας της μητέρας του εγκαλούντα στο σπίτι της ως οικιακής βοηθού, συνέταξε και υπέγραψε την από 1-2-2004 δήλωση παρουσία του οδηγού της ..., ο οποίος την συνυπέγραψε, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο εγκαλών προσελήφθη σε εταιρίες του ομίλου της, ως ιδιωτικός υπάλληλος, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ενώ στις εταιρίες που εμφανιζόταν ως μέλος Διοικητικού Συμβουλίου ή ως Διαχειριστής ή ως Πρόεδρος ή μέτοχος ήταν ''παρένθετο πρόσωπο χωρίς καμία απολύτως εξουσία'', διότι όλες τις εντολές τις έπαιρναν από την ίδια (βλ. την από 1-2-2004 δήλωση της κατηγορουμένης). Με τον τρόπο αυτό ο εγκαλών πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη ουδέποτε είχε προβεί στην αντικατάσταση ή απαλλαγή του από την εκπροσώπηση των ανωτέρω εταιριών. Οι τρίτοι, όμως, μεταξύ των οποίων το ΙΚΑ και το Δημόσιο, στράφηκαν κατά του εγκαλούντα ατομικά για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Έτσι, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 53616/2003 πράξη επιβολής εισφορών του υποκαταστήματος του ΙΚΑ Συντάγματος, για το ποσό των 21.832,49 ευρώ που αφορούσε σε οφειλόμενες εισφορές εργαζομένων της εταιρίας ''BOND Επικοινωνία-Ανάπτυξη-Στρατηγική Ανώνυμη Εταιρία'', για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2002 έως και Ιούλιο του 2003, επί της οποίας κατασχέθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3835/27-10-2004 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., μετά την υπ' αριθμ. 88/79/2004 παραγγελία της διευθύντριας του Β' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών, ένα αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εγκαλούντα κατά ποσοστό 50%, εργοστασίου κατασκευής RENAULT, τύπου Megane coupe αξίας 7000 Ευρώ (βλ. την υπ' αριθμ. 3835/27-10-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας, με το συνημμένο σε αυτήν πίνακα χρεών). Επίσης, βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας ''ΒΙΟΥΤΕΚ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'' χρέη προς τη ΔΟΥΦΑΕΕ Αθηνών ύψους 27.212,57 ευρώ, με βάση τον υπ' αριθμ. 54/2003 πίνακα χρεών για τα οποία σχηματίστηκε η υπ' αριθμ ΙΑ 03/11443 ποινική δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντα, μετά από μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ανωτέρω ΔΟΥ, ομοίως βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας ''Jurby International Διαιτολογικό Κέντρο Ανώνυμος Εταιρία'' χρέη προς την ίδια ΔΟΥ ύψους 22602,13 Ευρώ, με βάση τον υπ' αριθμ. 55/2003 πίνακα χρεών, για τα οποία σχηματίστηκε η υπ' αριθμ. ΙΑ 03/11440 ποινική δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντα, μετά από μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ΔΟΥ (βλ. τις υπ' αριθμ. Πρωτ. 45937/16-10-2003 και 45936/16-10-2003 αιτήσεις ποινικής δίωξης του προϊσταμένου της ΔΟΥ αντίστοιχα). Η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη σκόπευε με την προαναφερθείσα συμπεριφορά της, να αποκομίσει, μη πληρώνοντας τα ανωτέρω χρέη, συνολικό περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 71647,19 ευρώ, ενώ ο εγκαλών ενεπλάκη σε δαπανηρούς αγώνες, προκειμένου να απεμπλακεί από τα χρέη αυτά. Περαιτέρω εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πραγμάτωσε τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις της απάτης με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 15000 ευρώ, συντρέχει δε αναμφίβολα στο πρόσωπό της η επιβαρυντική περίπτωση της δράσης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρο 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ) αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε η αναιρεσείουσα παραπεμπτέα στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. στ', 14, 17, 18, 26, παρ. 1α, 27, 51, 52, 60, 63, 79, 98 και 386 παρ. 1, 3 περ. α' ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, η αιτίαση ότι υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας από απάτη της οποίας το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της οποίας το συνολικό όφελος είναι άνω των 15000 ευρώ, δεν ευσταθεί, διότι η προσθήκη στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι αυτή (αναιρεσείουσα) τέλεσε την ως άνω πράξη της απάτης με τις πιο πάνω επιβαρυντικές περιστάσεις, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, αφού η πράξη στη βασική της μορφή παρέμεινε ακριβώς η ίδια, η δε προσθήκη των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, οι οποίες προέκυψαν από την ανάκριση, είναι επιτρεπτή. Ως εκ τούτου από την ενέργεια αυτή δεν επήλθε καμία ακυρότητα, άλλωστε η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι συνδέεται με την παράλειψη γνωστοποιήσεως της κατηγορίας, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν απολογήθηκε, αλλά δεν προσήλθε καν προς απολογία.
Συνεπώς, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, η αιτίαση ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης, διότι οι ενέργειές της αναφέρονται σε υποσχέσεις που ανάγονται στο μέλλον και όχι για πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή υπάρχουν στο παρόν, δεν ευσταθεί, διότι όταν οι υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις, όπως παραπάνω εκτίθενται, συνδέονται και συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Συνακόλουθα, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 3/2009 αίτηση της Χ που διαμένει προσωρινά στη ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1437/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 30/11/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 και 3 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παραποίηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 €) ή β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 €). Ούτω για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται: α)σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους. β)η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών , η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τοιούτο τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζομένη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη απ'αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της). Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Περιουσιακή βλάβη, στην απάτη συντρέχει, ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της αξιώσεως του βλαπτομένου απαιτεί εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποίαν (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εναργώς ο χαρακτήρ του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως).
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος" Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, (ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος). Κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητός του. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προσετέθη δια του άρθρου 14 παρ. 11 Ν. 2721/1999, "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπ' όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε" Περαιτέρω δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και εντεύθεν, παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, η από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών παραδοχή επιβαρυντικής περιστάσεως, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξεως, καίτοι αυτή η επιβαρυντική περίσταση δεν περιελαμβάνετο στην ασκηθείσα από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη.
Έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ.1 εδ.δ'ΚΠΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ'είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά και τα μέσα, από τα οποία προέκυψαν και στηρίζουν την παραπεμπτική του κρίση. Εφ'οσον δε η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική, η επανάληψη από το τελευταίο αυτό των ιδίων περιστατικών αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β'ΚΠΔ συνιστά λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ.1437/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο κατέστη τελεσίδικο, λόγω μη ασκήσεως εφέσεως κατ'αυτού ,με αυτό ο αναιρεσείων κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί να δικασθεί για απάτη κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, με καθολική αναφορά δε στην ενσωματωμένη (στο βούλευμα) πρόταση του παρ'αυτώ εισαγγελέως (Εφετών) και με μνεία όλων κατ'είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπόψη του εδέχθη ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ γνωρίστηκε με την κατηγορουμένη μέσω της μητέρας του, η οποία εργαζόταν στο σπίτι αυτής, ως οικιακή βοηθός, επί 15 συνεχή έτη. Έτσι, από το έτος 1993, σε ηλικία μόλις δεκαεπτά (17) ετών (έχει γεννηθεί το έτος 1976) προσελήφθη ως υπάλληλος στις επιχειρήσεις του ομίλου της κατηγορουμένης, στις οποίες υπήρχε η αλυσίδα ινστιτούτων αισθητικής, με τον διακριτικό τίτλο "...", που αριθμούσε 26 καταστήματα σ'ολόκληρη την Ελλάδα, καθώς και οι σχολές αισθητικής-κομμωτικής, με την επωνυμία "...", με υποκαταστήματα στην ..., τον ... και την .... Ο εγκαλών εργάστηκε αρχικά στα εκπαιδευτήρια "...", επί της οδού ... και από το έτος 1999 στις επιχειρήσεις του κλάδου της αισθητικής και συγκεκριμένα στο κατάστημα επί της ..., στο οποίο στεγάζονταν οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες του ομίλου, στον τομέα "Χρηματοδότησης Προγραμμάτων Πελατών" και ήταν ασφαλισμένος στο IΚΑ από το έτος 1994 έως και τον Μάρτιο του 2003 (βλ. βεβαίωση αποδοχών του εγκαλούντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003). Η κατηγορουμένη συνήθιζε να ιδρύει συνεχώς νέες εταιρίες, στις οποίες τοποθετούσε ως μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων νέα, μη υπερχρεωμένα πρόσωπα, κυρίως υπαλλήλους της, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει δάνεια και επιδοτήσεις, ενώ η ίδια είχε αποκλειστικά τη διοίκηση και διαχείριση όλων των εταιριών του ομίλου της, χωρίς, όμως, και να μπορεί η ίδια να λαμβάνει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, αφού είχε μεγάλες οφειλές προς το Ι.Κ.Α. και την Δ.Ο.Υ., γεγονότα που, βεβαίως, δεν ήταν γνωστά στον εγκαλούντα. Τον Ιανουάριο του έτους 2000, ενόσω ο εγκαλών εργαζόταν ήδη επτά (7) χρόνια στις επιχειρήσεις της κατηγορουμένης, η τελευταία, κατά την προσφιλή τακτική της, τον έπεισε, εκμεταλλευόμενη το νεαρό της ηλικίας του και την, ως εκ τούτου, απειρία του σε παρόμοιες ενασχολήσεις, να συμμετάσχει στην εταιρία "ΒΟΝD Επικοινωνία-Ανάπτυξη-Στρατηγική Ανώνυμη Εταιρία" ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος (βλ. το υπ'αριθμ. 776/4-2-2000 Φ.Ε.Κ.), διαβεβαιώνοντας τον, αφενός μεν ότι η ανωτέρω εταιρία ήταν φερέγγυα και αξιόπιστη στις συναλλαγές της, αφετέρου δε ότι η σχέση του με αυτή θα ήταν καθαρά τυπική, ενώ θα εδραίωνε την υπαλληλική του θέση στον όμιλο των εταιριών της, ότι η παραμονή του στην εταιρία θα ήταν για μικρό χρονικό διάστημα και ότι δεν θα είχε καμία απολύτως ευθύνη για τα θέματα και τις οφειλές της εταιρίας, αλλά η ίδια θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για αυτά. Ακολούθως, το επόμενο έτος (2001), με τις ίδιες ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις έπεισε τον εγκαλούντα να συμμετάσχει στις εταιρίες "Jurby International Διαιτολογικό Κέντρο Ανώνυμος Εταιρία" και "ΒΙΟΥΤΕΚ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., καθώς και σε άλλες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και στην εταιρία με την επωνυμία "ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία" (βλ. το υπ'αριθμ. 8663/2-10-2001 Φ.Ε.Κ). Τον Ιούνιο τους έτους 2002, πληροφορηθείς ο εγκαλών τα ανωτέρω από συζητήσεις με συναδέλφους του και αντιληφθείς τους κινδύνους που διατρέχει από την παραμονή του ως εκπροσώπου των παραπάνω εταιριών ζήτησε από την κατηγορουμένη να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να παύσει να εκπροσωπεί τις ανωτέρω εταιρίες. Για τον λόγο αυτό υπέβαλε και γραπτώς την παραίτησή του από την θέση του Αντιπροέδρου της εταιρίας με την επωνυμία "ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία" (βλ. την από 5-6-2002 δήλωση παραίτησης του εγκαλούντα), ενώ, στις 13-10-2003, κοινοποίησε στην κατηγορουμένη την παραίτησή του από την εταιρία "ESSENCE Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" (βλ. την από 6-10-2003 εξώδικη δήλωση με επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος του εγκαλούντα και την υπ'αριθμ. 13616/13-10-2003 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Κατόπιν αυτών, η κατηγορουμένη και έως την 1-2-2004 συνέχιζε να διαβεβαιώνει τον εγκαλούντα ότι η συμμετοχή του στις παραπάνω εταιρίες ήταν καθαρά τυπική, ότι δεν έφερε ο ίδιος ευθύνη για τις υποχρεώσεις των εταιριών και ότι είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αντικατάστασή του ως εκπροσώπου από αυτές, προκειμένου να τον πείσει να παραλείψει να κινήσει τις νόμιμες διαδικασίες αποχώρησής του από τις εταιρίες αυτές, ενώ, παράλληλα η ίδια δημιουργούσε υπέρογκα χρέη, στα οποία υπόχρεος, ως εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων του, φερόταν ο εγκαλών, παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις της. Το καλοκαίρι του έτους 2003 ο όμιλος της κατηγορουμένης κατέρρευσε, οι περισσότερες εταιρίες της οδηγήθηκαν σε πτώχευση, ενώ κάποιες έκλεισαν, απολύθηκε δε τεράστιος αριθμός εργαζομένων. Η ίδια, προ του κινδύνου να συλληφθεί, λόγω των εκατοντάδων ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει είτε ατομικά είτε ως νόμιμη εκπρόσωπος εταιριών, αλλά και των τεράστιων χρεών που είχε δημιουργήσει προς το ΙΚΑ και το Δημόσιο, διέφυγε στο εξωτερικό. Όμως, λίγο πριν την αναχώρησή της, λόγω της παρουσίας της μητέρας του εγκαλούντα στο σπίτι της ως οικιακής βοηθού, συνέταξε και υπέγραψε την από 1-2-2004 δήλωση, παρουσία του οδηγού της ..., ο οποίος την συνυπέγραψε, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο εγκαλών προσελήφθη σε εταιρίες του ομίλου της ως ιδιωτικός υπάλληλος, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ενώ στις εταιρίες που εμφανιζόταν ως μέλος Διοικητικού Συμβουλίου ή ως διαχειριστής ή ως Πρόεδρος ή μέτοχος ήταν "παρένθετο πρόσωπο χωρίς καμία απολύτως εξουσία", διότι όλες τις εντολές τις έπαιρνε από την ίδια (βλ. την από 1-2-2004 δήλωση της κατηγορουμένης). Με τον τρόπο αυτό ο εγκαλών πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη ουδέποτε είχε προβεί στην αντικατάσταση ή απαλλαγή του από την εκπροσώπηση των ανωτέρω εταιριών. Οι τρίτοι, όμως, μεταξύ των οποίων το ΙΚΑ και το Δημόσιο, στράφηκαν κατά του εγκαλούντα ατομικά για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Έτσι, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 53616/2003 πράξη επιβολής εισφορών του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ Συντάγματος, για το ποσό των 21.832,49 ευρώ, που αφορούσε σε οφειλόμενες εισφορές εργαζομένων της εταιρίας "BOND Επικοινωνία-Ανάπτυξη-Στρατηγική Ανώνυμη Εταιρία", για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2002 έως και Ιούλιο του 2003, επί της οποίας κατασχέθηκε, δυνάμει της υπ'αριθμ. 3835/27-10-2004 κατασχετήριας έκθεσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., μετά την υπ'αριθμ. 88/79/2004 παραγγελία της Διευθύντριας του Β' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών, ένα αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εγκαλούντα κατά ποσοστό 50%, εργοστασίου κατασκευής RENAULT, τύπου MEGANE COUPE, αξίας 7.000 ευρώ (βλ. την υπ'αριθμ. 3835/27-10-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας, με τον συνημμένο σε αυτή πίνακα χρεών). Επίσης, βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας "ΒΙΟΥΤΕΚ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, ύψους 27.212,57 ευρώ, με βάση τον υπ'αριθμ. 54/2003 πίνακα χρεών, για τα οποία σχηματίστηκε η υπ'αριθμ. ΙΑ 03/11443 ποινική δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντα, μετά από μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., ομοίως βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας "Jurby International Διαιτολογικό Κέντρο Ανώνυμος Εταιρία" χρέη προς την ίδια Δ.Ο.Υ., ύψους 22.602,13 ευρώ, με βάση τον υπ'αριθμ. 55/2002 πίνακα χρεών, για τα οποία σχηματίστηκε η υπ'αριθμ. ΙΑ 03/11440 ποινική δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντα, μετά από μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. (βλ. τις υπ'αριθμ. πρωτ. 45937/16-10-2003 και 45936/16-10-2003 αιτήσεις ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., αντίστοιχα). Η κατηγορουμένη σκόπευε, με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της, να αποκομίσει, μη πληρώνοντας τα ανωτέρω χρέη, συνολικό περιουσιακό όφελος ανερχόμενο σε 71.647,19 ευρώ, ενώ ο εγκαλών ενεπλάκη σε δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες, προκειμένου να απεμπλακεί από τα χρέη αυτά........ Επειδή από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως εκτέθηκε ότι προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση, συνάγεται ότι η κατηγορουμένη πραγμάτωσε τις εξειδικευθείσες ήδη μερικότερες πράξεις της απάτης, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, προξενώντας, παράλληλα, ζημία, συντρέχει δε αναμφίβολα στο πρόσωπό της η επιβαρυντική περίπτωση της δράσης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια διότι, αφενός μεν εκδηλώθηκε επανειλημμένη τέλεση της πράξης, αφετέρου δε είχε διαμορφώσει την αναγκαία υποδομή (όπως η έννοια αυτή οριοθετείται στη μείζονα σκέψη), αφού προέβη στην ίδρυση πολλών εταιριών, στις οποίες χρησιμοποιούσε παρένθετα πρόσωπα, κυρίως υπαλλήλους της, προκειμένου να χρηματοδοτείται, διότι η ίδια δεν μπορούσε, λόγω οφειλών, να εξασφαλίσει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα), ενεργούσε δε με αποφασιστικότητα και μεθοδικότητα, στο πλαίσιο οργανωμένου σχεδίου απολήψεως εισοδημάτων που υπερβαίνουν το οριακό ποσό των 15.000 ευρώ. Προέκυψε, επομένως, ότι η συμπεριφορά της κατηγορουμένης στοιχειοθετεί, σύμφωνα και με τις παραδοχές της νομολογίας, όπως εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της, κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, απάτης κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Συνακόλουθα, αφού υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη κατηγορίας εναντίον της κατηγορουμένης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1 περ.ε και 313 Κ.Π.Δ., να παραπεμφθεί αυτή για να δικαστεί ως υπαίτια της παραπάνω πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 386 παρ.3 περ.α-1 Π.Κ., σε συνδυασμό και με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1,13 στοιχ. στ, 14, 17, 18, 26 παρ.1α, 27, 51, 52, 60, 63, 79 και 98 του ίδιου Κώδικα, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών".
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τ'ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, για το οποίο παραπέμπεται η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ.1 και 3 περ.α', 13 στοιχ. στ' και 98 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται σ'αυτό τα ψευδή γεγονότα τα οποία εν γνώσει της παρέστησεν εις τον εγκαλούντα ως αληθή, και δη τόσο τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ανάγονται στο παρελθόν και το παρόν, (όπως λ.χ. ότι οι εταιρείες είναι φερέγγυες), όσον και οι υποσχέσεις, οι οποίες συνδέονται όμως με ψευδείς διαβεβαιώσεις που αναφέρονται στο παρόν και το παρελθόν (όπως λ.χ. ότι η σχέση του με τις εταιρίες θα ήτο καθαρά τυπική, όπου θα παρέμενε για μικρό χρονικό διάστημα, διότι η ιδία είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αντικατάστασή του, ως εκπροσώπου από αυτές), τον σκοπό της αναιρεσειούσης για να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος (ως και την επίτευξή του) με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παθόντος και με ότι ο τελευταίος ενεπλάκη εις δικαστικούς αγώνες δια τα χρέη της αναιρεσειούσης και δια να απεμπλακεί από αυτά.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως ο μεν περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως εκτιμάται, εκ του λόγου, ήτοι, ότι δεν πρόκειται περί ψευδών γεγονότων αλλ'υποσχέσεων, ο δε περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της σχετικής διατάξεως του άρθρου 386 εξ αυτού επίσης του λόγου ως και του ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς (άρθρα 484 παρ.1 στοιχ.β' και δ'ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω η παραδοχή εν προκειμένω από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι σύμφωνα με όσα εξέθεσε πραγματικά περιστατικά, συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 € κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας για την πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος συνολικώς υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 €, όπως ήτο η ασκηθείσα από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη. Ούτε άλλωστε εκ της τοιαύτης κρίσεως του Συμβουλίου προσεβλήθη το υπερασπιστικόν δικαίωμα της αναιρεσειούσης εκ του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ'ΚΠΔ και 6 παρ.3α και β της ΕΣΔΑ, εφόσον μάλιστα η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν απελογήθη, αλλ'ουδέ και προσήλθε προς απολογία.
Συνεπώς δεν θεμελιούται ο προτεινόμενος εκ του άρθρου 484 παρ.1α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητος εκ των ανωτέρω αιτιάσεων της αναιρεσειούσης, ο οποίος εντεύθεν, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ.3/17 Ιουνίου 2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ'αριθμ.1437/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ