Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 47 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Εκβίαση: έφεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 47/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1023/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Με κατηγορουμένους τους: 1) X1 και 2) X2, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σαρρή.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 47/30.9.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1562/2008.

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, καθώς και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων και του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώριση αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περ. β' ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 10 του ν. 2408/96, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ1 επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφαση του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ιδίου ή άλλου και επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλ. ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, εμφανιζόμενη ως αξία μομφής. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτήν η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή συναγόμενη από τον τρόπο εκδηλώσεως και τη συμπεριφορά του δράστη, άμεση ή έμμεση, να έχει διατυπωθεί εγγράφως ή προφορικώς και τέλος αμέσως από τον δράστη ή μέσω τρίτου προσώπου. Δεν αποκλείεται και μία προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει μία υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1023/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, οι κατηγορούμενοι: α) X1 και β) X2, κηρύχθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξεως της εκβιάσεως από κοινού, σε βάρος του Ψ1, που τους είχαν αποδοθεί. Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του, το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις μαρτυρίες των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι με το από 1/1/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, εκμίσθωσαν στον εγκαλούντα Ψ1 ένα κατάστημα στην οδό .... Με την από 12/2/2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, οι κατηγορούμενοι εκμισθωτές ζήτησαν από τον εγκαλούντα μισθωτή την απόδοση του μισθίου για τον λόγο ότι η προαναφερόμενη μισθωτική σύμβαση, κατά το μέρος που υπερέβαινε τη χρονική διάρκεια των έξι [6] ετών ήταν άκυρη, ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1892/31-7-1990 επειδή ο εγκαλών δεν είχε λάβει την άδεια της επιτροπής του άρθρου 26 Ν. 1892/1990, η δε μίσθωση ήδη την 1-1-2007 είχε ήδη συμπληρώσει διάρκεια έξι [6] ετών και είχε λήξει και οι κατηγορούμενοι είχαν δηλώσει στον εγκαλούντα τη βούλησή τους να τους παραδώσει το μίσθιο. Στη συνέχεια, μεταξύ των δύο μερών άρχισε ένας κύκλος διαπραγματεύσεων που είχε σκοπό το κλείσιμο κάποιας συμφωνίας, ώστε ο εγκαλών να παραμείνει στο μίσθιο κατάστημα και οι κατηγορούμενοι να προβούν στην παραίτηση των δικαιωμάτων τους, αντί κάποιου κοινά αποδεκτού αντιτίμου. Μετά από αναβολές και ματαίωση της συζήτησης της ανωτέρω υπόθεσης και ενόψει του ότι προσδιορίστηκε η εκδίκασή της για τις 3-12-2007 στο τέλος του μηνός Νοεμβρίου 2007 επήλθε τελική συμφωνία μεταξύ των μερών και κλείσθηκε ραντεβού την ...-2007 για την υπογραφή των σχετικών εγγράφων στο δικηγορικό γραφείο του Χριστόφορου Καλογήρου. Ειδικότερα, με το από 3-12-2007 πρακτικό συμβιβασμού, οι διάδικοι συμφώνησαν έναντι των εκεί ειδικά αναφερομένων οικονομικών όρων, να παραμείνει ο εγκαλών στο μίσθιο μέχρι τις 31-12-2009, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος συνομολογούσε ότι η μίσθωση είχε λήξει με τη συμπλήρωση της εξαετίας, ήτοι στις 31-12-2006. Πιο συγκεκριμένα, για το διάστημα των δύο επιπλέον ετών, συμφωνήθηκε να καταβάλει ο εγκαλών το συνολικό ποσό των 45.000 ευρώ σαν αποζημίωση χρήσης, ενώ ως εγγύηση για την περίπτωση κατά την οποία δεν θα απέδιδε το μίσθιο στους κατηγορουμένους την ορισθείσα [31-12-2009], παρέδωσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, ο οποίος ορίσθηκε μεσεγγυούχος, μία επιταγή ποσού τριακοσίων χιλιάδων [300.000] ευρώ, η οποία θα κατέπιπτε υπέρ των κατηγορουμένων ως ποινική ρήτρα, όπως προβλέφθηκε σε ξεχωριστό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπεγράφη μεταξύ των ιδίων μερών την ίδια ως άνω ημερομηνία. Στις 26-11-2007, όμως, ο εγκαλών είχε προηγουμένως παρουσιαστεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου και είχε εγχειρίσει την από 20-11-2007 έγκλησή του, όπου κατήγγειλε τους κατηγορουμένους για εκβίαση και ταυτόχρονα προσκόμισε φωτοτυπίες των χαρτονομισμάτων [500 ευρώ] και των υπ' αριθ. ... και ....επιταγών της ALPHA BANK [βλ. σχετικές φωτοτυπίες], τα οποία, όπως ανέφερε, θα ήταν μεταξύ αυτών που θα παρέδιδε στους κατηγορουμένους, υποκύπτοντας στον "εκβιασμό" τους και αποφασίσθηκε η επ' αυτοφώρω σύλληψη των κατηγορουμένων. Στον συμφωνημένο χρόνο και ενώπιον του δικηγόρου Χριστόφορου Καλογήρου υπογράφηκαν από τους διαδίκους τα προαναφερόμενα έγγραφα και έγινε η καταβολή των συμφωνηθέντων από τον εγκαλούντα στους κατηγορούμενους. Έπειτα από τα παραπάνω, επενέβησαν οι αστυνομικοί που συνέλαβαν τους κατηγορουμένους με "τα πειστήρια" στα χέρια, τους συνέλαβαν με την κατηγορία της εκβιάσεως σε βάρος του εγκαλούντος και κατέσχεσαν τα χρήματα και τις επιταγές. Από τα παραπάνω προκύψαντα γίνεται φανερό ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της εκβιάσεως. Το οικονομικό όφελος στο οποίο απέβλεψαν οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να προβούν στην παραίτηση του εκ του νόμου δικαιώματός τους, δεν μπορεί με καμμία συλλογιστική να θεωρηθεί παράνομο. Στην κοινωνική και οικονομική ζωή μας, όπου κυριαρχούν οι βασικές αρχές της αυτονομίας της βουλήσεως και της ελευθερίας στις συναλλαγές, η άσκηση πίεσης με ορισμένου είδους "απειλές" για να επιτευχθεί οικονομικό όφελος αυτού που "απειλεί", στο οποίο δεν έχει νόμιμη αξίωση, με βλάβη αυτού που "απειλείται" είναι πράξη πολύ συνηθισμένη (π.χ. απεργία, αν δεν δοθεί αύξηση αποδοχών). Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, όχι μόνο συνηθισμένους, αλλά και κοινωνικά παραδεκτούς. Πολύ δε περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση, όπου οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε θυσία οικονομικού τους αγαθού, σε παραίτηση από δικαιώματα που τους παρείχε ο νόμος εξ αφορμής της παράλειψης του εγκαλούντος μισθωτή να λάβει τη σχετική άδεια που προαναφέρθηκε. Εξάλλου, αποτελεί συνήθη πρακτική η καταβολή ενός χρηματικού ποσού του λεγόμενου "αέρα", προκειμένου να συναφθεί μίσθωση καταστήματος. Το πόσο συνηθισμένη και κοινωνικά παραδεκτή είναι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνάγεται και από την κατάθεση του εγκαλούντος, ο οποίος κατέθεσε ότι με το επίμαχο πρακτικό συνήφθη νέα μίσθωση με δωδεκαετή πρόβλεψη και ότι ο ίδιος θεώρησε λογικό και σύμφωνο με τους κανόνες των συναλλαγών το ποσό των 60.000.000 δραχμών που κατέβαλε στους κατηγορουμένους ως "αέρα" προ επταετίας το έτος 2000 με τη σύναψη της αρχικής μίσθωσης λόγω της προνομιούχου εμπορικής θέσης του μισθίου .... Από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας εξάλλου, δεν προκύπτει απειλητική συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Το να γίνει δεκτό ότι η άρνησή τους να παραιτηθούν από τα νόμιμα δικαιώματά τους συνιστά απειλή, προϋποθέτει ότι αυτοί είχαν νόμιμη υποχρέωση να προβούν σ' αυτήν, πράγμα που βέβαια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι". Στην συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορουμένους αθώους του ότι: "στη ...στις 20-11-2007, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, από κοινού εξανάγκασαν κάποιον με βία και με απειλή σε πράξη, μεταχειριζόμενοι απειλή βλάβης της επιχείρησης του εξαναγκαζομένου, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του τελευταίου. Συγκεκριμένα, για να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, από κοινού απείλησαν τον Ψ1, ότι θα κλείσουν την επιχείρησή του εξώνοντάς τον από το κατάστημα επί της οδού ..., το οποίο του εξεμίσθωναν, εάν δεν τους κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 90.000 € και μια επιταγή αξίας 300.000€ και λήξεως 31-12-2009, ως "αέρα" για την ως άνω συναλλαγή. Έτσι, με την παραπάνω πράξη τους, εξανάγκασαν αυτόν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 45.000€ σε μετρητά, 45.000€ σε επιταγή και 300.000€ σε επιταγή λήξεως 31-12-2009, με συνέπεια να επέλθει ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος από την καταβολή του παραπάνω ποσού". Ο αναιρεσείων Εισαγγελέας στην αίτησή του ισχυρίζεται κατά λέξη τα εξής: "Με τις παραδοχές αυτές, δεν γίνεται σαφές ότι το εκδόν την προσβαλλομένη δικαστήριο δέχεται ότι ο εγκαλών δεν εξηναγκάσθη, με απειλές των κατηγορουμένων προς αυτόν, στις ως άνω παροχές. Αλλά με την ασάφεια αυτή η προσβαλλομένη, δια της οποίας εκηρύχθησαν οι κατηγορούμενοι αθώοι εκβιάσεως από κοινού, στερείται της υπό του άρθρου 93 του Συντάγματος και του αρθρ. 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται, εκ της αιτίας αυτής, ο υπό του αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως". Αβάσιμα όμως, διότι, σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην αθωωτική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτουμένη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτοί αθωώθηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον δε, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 47/2008) αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 1023/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή