Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2223 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.




Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Απόλυτη ακυρότητα. Δεν επέρχεται ακυρότητα από την ανάγνωση μαρτυρικής καταθέσεως που ελήφθη στην προδικασία και στην οποία δεν γίνεται μνεία της πηγής της γνώσεως της μάρτυρος. 2) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2223/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γρηγορίου, περί αναιρέσεως της 585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1647/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις του άρθρου 365 παρ. 1 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 6 παρ. 3 εδ. δ' της Συμβάσεως της Ρώμης "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 συνάγεται ότι δεν επάγεται ακυρότητα η ανάγνωση στο ακροατήριο ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων που λήφθηκαν στην προδικασία και η εκτίμηση αυτών ως αποδεικτικού μέσου ενόψει μάλιστα και του κατ' άρθρον 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματος του εισαγγελέως και των διαδίκων να προβαίνουν, εφόσον το ζητήσουν, σε έλεγχο του περιεχομένου τους και δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Τέλος, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του Νόμου 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεση του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μια τέτοια μαρτυρική κατάθεση που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 224 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν προβλέπεται, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα δεν περιέχεται τέτοιος λόγος.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο επήλθε ακυρότητα από την ανάγνωση στο ακροατήριο ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως που ελήφθη στην προδικασία και στην οποία η μάρτυς δεν αναφέρει την πηγή της γνώσεως της και εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, από το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του Ποινικού Κώδικα, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 585/2008 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ, περί ώρα 02.30' της 27ης Σεπτεμβρίου 2002 στην ..., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, ο ως άνω κατηγορούμενος, κατά τον παραπάνω χρόνο και τόπο, βρισκόταν σε μπαρ της ..., με το διακριτικό τίτλο "...", όπου συζητούσε με μία αλλοδαπή κοπέλα, ονόματι ..., η οποία την ημέρα εκείνη ήταν πολύ στενοχωρημένη. Κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος μετέβη στην τουαλέτα του καταστήματος, επιστρέφοντας δε από αυτή βρήκε τον Ψ, ο οποίος μόλις είχε φθάσει στο ίδιο μπαρ, να κάθεται δίπλα στην προαναφερόμενη αλλοδαπή κοπέλα. Ο κατηγορούμενος, μόλις αντελήφθη τον Ψ να έχει καταλάβει τη δική του θέση, ζήτησε από τον τελευταίο να απομακρυνθεί από εκεί. Όμως, εκείνος (ΑΨ) αρνήθηκε να σηκωθεί και τότε ο κατηγορούμενος, κρατώντας ένα σπασμένο γυάλινο μπουκάλι, του επιτέθηκε και τον κτύπησε στο πρόσωπο, προκαλώντας σ' αυτόν "διατομή κατά την μεσότητα της ρινός, συνεπεία της οποίας ο παθών υπεβλήθη σε επανορθωτική πλαστική χειρουργική ρινικού οστού, διαφράγματος και άνω χόνδρου". Με τα δεδομένα και λαμβανομένου υπόψη, τόσο της επικινδυνότητας του μέσου που χρησιμοποιήθηκε (σπασμένο γυάλινο μπουκάλι), όσο και του ευαίσθητου σημείου (πρόσωπο), στο οποίο επλήγη ο παθών, το δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση ότι η επίδικη σωματική κάκωση φέρει τον χαρακτήρα της "επικίνδυνης σωματικής βλάβης", άρθρο 309 Π.Κ.), καθόσον μπορούσε να προκληθεί σ' εκείνον (παθόντα) κίνδυνος για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τη διωκόμενη και αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη "της επικίνδυνης σωματικής βλάβης", κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του Π.Κ.. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πώς προκλήθηκε η σωματική κάκωση στον παθόντα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (σπασμένο γυάλινο μπουκάλι) και το σημείο στο οποίο επλήγη ο παθών (κεφάλι) και εκτίθεται περαιτέρω ότι από τον τρόπο, με τον οποίον τελέσθηκε η ειρημένη πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από το σημείο του σώματος του παθόντος, το οποίο επλήγη και το οποίο κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτόν, βαριά σωματική βλάβη ή και κίνδυνος για τη ζωή του. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή