Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1868 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) την αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και αν αυτό δεν συμβεί το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1868/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άλκηστη Κίκη, περί αναιρέσεως της 69049/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 352/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με τον χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή, οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση που δεν ασκήθηκε προσφυγή πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής του παραβάσεως, που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτή σε περίπτωση ασκήσεώς της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ρύθμιση ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, δε προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλ' ούτε, σε περιπτώσεις που ασκείται προσφυγή από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την 69.049/2007 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία μετετράπη σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ειδικότερα, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 28.1.2002 έως 30.11.2004, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη ΔΟΥ ..., όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 2.5.2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 750.028,14, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Για να καταλήξει το Δικαστήριο της ουσίας στην ως άνω καταδικαστική απόφαση, δέχθηκε ειδικότερα ότι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την κατάθεση του μάρτυρος, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον δικηγόρο που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο, προέκυψαν τα εξής: "Όσα βεβαιωμένα ποσά δεν πληρώθηκαν στο Δημόσιο από τον δράστη του εγκλήματος του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, ανάγονται σε χρόνο ισχύος της ανωτέρω διάταξης πριν την αντικατάστασή της με το ν. 3220/2004, δεν ξεπερνούν το ποσό των 3.000 ευρώ, εφόσον αφορούν παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και το ποσό των 6.000 ευρώ, εφόσον αφορούν λοιπούς φόρους, δεν είναι αξιόποινη πράξη και δεν πρέπει να συνυπολογίζονται στο σύνολο των λοιπών χρεών, αφού πλέον με το Ν. 3220/2004 απαξιολογείται η συνολική συμπεριφορά κατά την οποία το όριο της ποινικής ευθύνης ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 10.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, με αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για καθυστέρηση καταβολής των χρεών, ήτοι για παράβαση του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, προς την ανωτέρω ΔΟΥ, για τα βεβαιωθέντα σε βάρος του χρέη, συνολικού ποσού 752.012,60 ευρώ, που αναλύονται ειδικότερα στον επισυναπτόμενο στην ανωτέρω αίτηση και αναγνωσθέντα πίνακα χρεών. Από τα ανωτέρω χρέη τα με αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 8 του παραπάνω πίνακα, που αφορούν λοιπούς και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και ποσά αντίστοιχα 66,51, 1.065,20, 24,62, 587,41, 192,16 και 48,56 ευρώ, αναγόμενα σε χρόνο ισχύος της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, πριν την αντικατάσταση της από τον ν. 3220/2004, αφού βεβαιώθηκαν αντίστοιχα στις 5.7.2001, 15.1.2002, 18.4.2002, 14.6.2002, 22.7.2003 και 9.6.2004 και μη υπερβαίνοντα το ποσό των 3.000 και 6.000 ευρώ, δεν είναι αξιόποινα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσης. Ως εκ τούτου, για τα χρέη αυτά, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Προέκυψε όμως περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος δεν κατάβαλε εμπροθέσμως στην ίδια ΔΟΥ, τα βεβαιωθέντα σε βάρος του λοιπά χρέη του ιδίου πίνακα συνολικού ποσού 750.028,14 ευρώ, για τα οποία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Τέλος η προτεινόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου ένσταση παραγραφής των επιδίκων χρεών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού η παραγραφή του προκειμένου αδικήματος είναι πενταετής και αρχίζει από το χρόνο που έληξε η προθεσμία καταβολής του κάθε χρέους και στην προκειμένη περίπτωση η προθεσμία αυτή ξεκινά από τις 28.9.2001 και εντεύθεν, κατά τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα για το κάθε χρέος στον εν λόγω πίνακα, με συνέπεια, συνυπολογιζομένου και του χρόνου της αναστολής αυτής, με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος να μην έχει παρέλθει κατά τον χρόνο εκδικάσεώς της η οκταετής παραγραφή των διατάξεων 111 και 113 του Π.Κ.". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κατ' εξακολούθηση καθυστερήσεως καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, την οποία εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα στην απόφαση προσδιορίζονται α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, β) το ύψος των χρεών, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 750.028,14 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό ότι πρόκειται για εφάπαξ καταβολή, και δ) ο ακριβής χρόνος που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συνακόλουθα ο χρόνος τελέσεως της πράξεως. Διευκρινίζεται δε στην απόφαση, ότι τα καθυστερούμενα χρέη είναι χρέη προς το Δημόσιο και όχι προς τρίτους και αφορούν καθυστερούμενους φόρους και λοιπά χρέη, χωρίς να είναι αναγκαία η περαιτέρω διευκρίνιση της ακριβούς προελεύσεως κάθε ποσού ούτε ο χρόνος βεβαιώσεώς τους. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προέβαλε ο συνήγορός του, ότι τα χρέη από εισοδήματα, για τα οποία διώχθηκε, ήταν της συζύγου του δεν ευσταθεί, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία. Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η αμφισβήτηση δε του χρέους δεν ασκεί επιρροή για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, δεδομένου ότι ο υπόχρεος οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, προκειμένου να εξαλειφθεί το χρέος, πράγμα που αν δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Πέραν δε αυτών, το Δικαστήριο αιτιολογημένα και ορθά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση παραγραφής και η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Επομένως, ο μοναδικός, κατά τα δύο σκέλη του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.1.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 69.049/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή