Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1628 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Κανονισμός αρμοδιότητας.




Περίληψη:
Κανονισμός αρμοδιότητας για δικαστικούς λειτουργούς. Ορισμός δικαστικών αρχών για εξέταση προσφυγής κατά απορριπτικής διάταξης Εισαγγελέα Πρωτοδικών.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1628/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδης, Αντιπρόεδρο, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ1. Με εγκαλούμενους τους: 1. Ζ1, 2.Ζ2 και 3. Ζ3.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 195/2009.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 131/9.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Ο Χ1 υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 4-5-2007 την από 30-4-2007 έγκλησή του κατά των Ζ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών (που εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), Ζ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και Ζ3- αστυνομικού της προσωπικής ασφάλειας του πρώτου.
Λόγω της άνω ιδιότητας των α, β καταγγελλομένων, η υπόθεση ανατέθηκε με το υπ'αριθμ. 2702/2007 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Μετά το πέρας της ενεργηθείσης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας προκαταρκτικής εξέτασης, ο τελευταίος απέρριψε την άνω έγκληση ως καταφανώς αβάσιμη στην ουσία της με την υπ'αριθμ. 392/2008 διάταξή του.
Κατά της τελευταίας αυτής διάταξης ο εγκαλών άσκησε στις 24-12-2008, ενώπιον του γραμματέα του Πταισματοδικείου Αθηνών, την υπ'αριθμ. 160/2008 προσφυγή, για την οποία αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών.
Επειδή ήδη ο πρώτος καταγγελλόμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. την από 2-2-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών).

ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' Κ.Π.Δ. όταν ο καταγγελλόμενος (βλ. ΑΠ 1218/2006, ΑΠ 364/2006) είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Η άνω παραπομπή, όπως προκύπτει από τον δικαιολογητικό λόγο της καθιερώσεώς της, που συνιστάται στην εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και αποκλεισμού κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, συντρέχει και στο στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η κρίση επί προσφυγής του εγκαλούντα κατά απορριπτικής της εγκλήσεώς του διατάξεως (βλ. ΑΠ 1011/2005, ΑΠ 1304/2004 κ.α.) για την ενότητα δε της κρίσης και οικονομίας της δίκης περιλαμβάνονται και συγκατηγορούμενοι. -βλ. ΑΠ 1138/2006, ΑΠ 2264/2005 κ.α.
Επί της ως άνω περιπτώσεως αρμόδιο να αποφανθεί είναι το συμβούλιο του Αρείου Πάγου -άρθρο 137 § 1 στοιχ. 1 Κ.Π.Δ.--βλ. και ΑΠ 1011/2005, ΑΠ 1304/2004 κ.α.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως παραπεμφθεί η κρίση επί της υπ'αριθμ. 160/2008 προσφυγής του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 392.2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Πειραιά, εάν συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Αθήνα 4 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε'του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμό και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Αρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακολούθως. Με την από 30-4-2007 έγκληση του Χ1 κατοίκου ..., κατά των: 1) Ζ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών (που εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), 2) Ζ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 3) Ζ3, αστυνομικού της προσωπικής ασφάλειας του πρώτου αυτών, ζητήθηκε η ποινική δίωξή της για τις αναφερόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις. Με το υπ' αριθμ. 2702/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε η υπόθεση, λόγω της ιδιότητας των πρώτων των εγκαλουμένων στις Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την ως άνω έγκληση, μετά την εξέτασή της, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας απέρριψε με την υπ' αριθμ. 392/2008 διάταξή του ως καταφανώς αβάσιμη κατ' ουσία (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ) και επέβαλε στον εγκαλούντα τα δικαστικά έξοδα. Κατά της προαναφερόμενης Εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την υπ' αριθμ. 160/24-12-2008 προσφυγή του, για την οποία είναι κατ' αρχήν αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί. Ο τελευταίος (Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών) με το υπ' αριθμ. πρωτ. 24/4-2-2009 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητάς της, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω της ως άνω προαναφερόμενης ιδιότητας του πρώτου των εγκαλουμένων (Αντεισαγγελέα Εφετών) και τον τόπο της υπηρεσίας του και λόγω συναφείας για τους λοιπούς δύο εγκαλουμένους. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε'και 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τύπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και όταν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 24/4-2-2009 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και αφορά τους εγκαλουμένους: 1) Ζ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Ζ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 3) Ζ3, αστυνομικό, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να κρίνει και αποφανθεί επί της υπ' αρ. 160/2008 προσφυγής του Χ1 κατά της υπ' αρ. 392/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ