Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1497 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρεση μερική, Εξακολουθούν έγκλημα, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας λόγω κακής σύνθεσης δικαστηρίου. Μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων παρέδρων και πρωτοδικών με το άρθρο 77 §8 του Ν. 1756/1988 δεν απαιτείται πλέον για την αναπλήρωση πρωτοδίκη από πάρεδρο πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο δικαστή. Χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου. Αναιρείται η προσβαλλόμενη λόγω υπερβάσεως εξουσίας, διότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης τριών ετών για παράβαση του άρθρου 25 του Ν. 18882/1990 και συγκεκριμένα για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση για το χρονικό διάστημα από 31-5-2000 έως 30-1-2005 και αφορούσε είκοσι οκτώ επί μέρους πράξεις μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, του επεβλήθη η ίδια ποινή και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρότι έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για 19 επί μέρους πράξεις και κηρύχθηκε ένοχος της αυτής πράξης αλλά για εννέα μόνο επί μέρους πράξεις.





Αριθμός 1497/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπίμπα, περί αναιρέσεως της 473/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 925/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, ως λόγος, για ν' αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις, που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 5 παρ. 1 και 2, του Ν. 1756/1988 (Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), οι οποίες, εκτός των άλλων, ορίζουν, ότι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αν δεν υπάρχει πρωτοδίκως ή κωλύεται ή απουσιάζει, μπορεί να αναπληρωθεί με πάρεδρο πρωτοδικείου, οριζόμενο, με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το πρωτοδικείο. Με το άρθρο, όμως, 77 παρ. 8 του ίδιου Ν. 1756/1988, όπως ισχύει τούτο μετά την τροποποίησή του και την αντικατάστασή του με τα άρθρα 12 παρ. 3 Ν. 1968/1991 και 16α αριθ. 9γ' του Ν. 2479/1997, αντιστοίχως, ενοποιήθηκαν οι οργανικές θέσεις των παρέδρων και των πρωτοδικών και έτσι δεν είναι απαραίτητο η αναπλήρωση του πρωτοδίκη με πάρεδρο να γίνεται δια πράξεως του διευθύνοντος το πρωτοδικείο δικαστή.
Συνεπώς, σε περίπτωση, κατά την οποία στην αναφερόμενη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου μνημονεύεται ως μέλος της και πάρεδρος, χωρίς να διαλαμβάνεται, ότι αυτός ορίστηκε με πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο δικαστή προς αναπλήρωση πρωτοδίκη, τούτο δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη 473/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ως εκ του ότι, στη σύνθεση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, συμμετείχε η Ευδοκία Γκιόγκη, δικαστική πάρεδρος, σε αναπλήρωση πρωτοδίκη, χωρίς να διαλαμβάνεται στην εν λόγω απόφαση, ότι αυτή ορίστηκε με πράξη αναπλήρωσης του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Ηρακλείου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον κηρύξει αθώο ή παύσει την εναντίον του κατηγορία οριστικά για ένα από τα κεφάλαιά της ή για μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως, διατήρησε όμως την ίδια ποινή χωρίς να προβεί σε νέα επιμέτρηση αυτής. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 98 του ΠΚ προκύπτει ότι στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα το δικαστήριο επιβάλλει μία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο και τον αριθμό των μερικοτέρων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτοδίκως με την υπ' αριθ. 20-382/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου για παράβαση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και συγκεκριμένα για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για το χρονικό διάστημα από 31.9.2000, προφανώς από παραδρομή αντί του ορθού 31.5.2000 έως 30.1.2005 και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Κατόπιν εφέσεώς του, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, για το χρονικό διάστημα από 31.5.2000 έως 31.10.2000, που αφορούσε δέκα εννέα (19) επί μέρους μη καταβολές χρεών προς το Δημόσιο, ενώ κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στην ίδια ως άνω ποινή των τριών (3) ετών για το χρονικό διάστημα από 30.6.2004 έως 30.9.2004 που αφορούσε εννέα (9) επί μέρους μη καταβολές χρεών προς το Δημόσιο, δηλαδή για λιγότερες επί μέρους πράξεις. Έτσι όμως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπερβαίνοντας αρνητικά την εξουσία του, διότι διατήρησε την ποινή που είχε επιβληθεί σ' αυτόν πρωτοδίκως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των μερικοτέρων πράξεων που συγκροτούσαν το προαναφερόμενο έγκλημα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες για τις οποίες έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρεθεί δε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι καθόσον αφορά την ποινή που επιβλήθηκε και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτσης, μειοψήφησε, έχοντας τη γνώμη, ότι με το να επιβάλει το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο στον αναιρεσείοντα, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε, εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, ορισμένων επί μέρους πράξεων, την ίδια ποινή που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως, δεν χειροτέρευσε τη θέση του, αφού το Δικαστήριο, έχοντας τη δυνατότητα να επιβάλει μία ποινή, προέβη στην επιμέτρηση αυτής, αφού προηγουμένως έλαβε υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, για την επιμέτρησή της, το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων που απέμειναν, δεν προβάλλεται δε λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του άρθρου 79 ΠΚ, ως εκ του ότι η κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα εγκληματική πράξη απέκτησε ήσσονα αντικειμενική απαξία, ενόψει εξαλείψεως του αξιοποίνου επί μέρους πράξεων.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 473/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, ως προς την περί της ποινής διάταξη αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προκειμένου να ασκήσει κατά τούτο την ανωτέρω εξουσία του και να επιβάλει την προσήκουσα ποινή.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 473/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ