Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 642 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Αναβολής αίτημα.




Περίληψη:
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για: α) έλλειψη αιτιολογίας σε παρεμπίπτουσα απόφαση, η οποία απορρίπτει αίτημα αναβολής, β) απόλυτη ακυρότητα εκ της λήψεως υπόψη παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Δικαστηρίου, οι οποίες δεν αναγνώστηκαν και εκ της λήψεως υπόψη κατάθεσης, η οποία προκύπτει από έγγραφο που αναγνώσθηκε.




Αριθμός 642/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 7/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε ο ίδιος ως δικηγόος.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 694/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον πολιτικώς ενάγοντα με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κ.Π.Δ., ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του θα αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως (ΟΛ. Α.Π. 7/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 7/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η εκκαλούσα κατηγορουμένη ζήτησε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, διότι "ο συνήγορός της Κων/νος Πλεύρης, αδυνατεί να προσέλθει σήμερα στο Δικαστήριο για να την υπερασπιστεί, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεών του στο δικαστήριο του Α.Π.", κατέθεσε δε την από 7-1-2008 επιστολή του, καθώς και τις από 26-11-2007 και 12-12-2007 κλήσεις του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, που αναγνώσθηκαν. Το Δικαστήριο απέρριψε ακολούθως το αίτημα της αναβολής, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης για το λόγο ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Πλεύρης αδυνατεί να παραστεί και να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, λόγω ανειλημμένης επαγγελματικής του υποχρεώσεως προς υποστήριξη δύο άλλων υποθέσεων πελατών του ενώπιον του Αρείου Πάγου. Προς απόδειξη δε του κωλύματος που επικαλείται προσκομίζει την από 7-1-2008 επιστολή προς αυτήν του προαναφερομένου δικηγόρου και αντίγραφα δύο κλήσεων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Από την αναγνωσθείσα ως άνω επιστολή και από τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι υφίσταται σοβαρό κώλυμα που να δικαιολογεί την αιτουμένη αναβολή, αλλ' ότι η κατηγορουμένη επικαλείται προσχηματικά την απουσία του προειρημένου δικηγόρου προκειμένου να επιτύχει την αναβολή της δίκης, η οποία έχει ήδη αναβληθεί με αίτησή της τρεις φορές, με κίνδυνο να υποκύψουν σε παραγραφή οι αξιόποινες πράξεις που έχουν χρόνο τελέσεως τους μήνες Μάρτιο και Ιούλιο του έτους 2001. Συγκεκριμένα η εκδίκαση της υποθέσεως είχε αρχικώς ορισθεί για τη δικάσιμο της 5-6-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε, κατ' άρθρο 349 Κ.Π.Δ., με την υπ' αριθμ. 730/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν αιτήματος της κατηγορουμένης που επικαλέσθηκε λόγους υγείας ορίσθηκε δε με την ίδια απόφαση νέα ρητή δικάσιμος η 30-1-2007. Κατ' αυτήν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο η κατηγορουμένη και ζήτησε αναβολή για το λόγο ότι ο δικηγόρος της Σπύρος Χρυσανθακόπουλος δεν μπόρεσε να την εκπροσωπήσει, διότι υπερασπιζόταν άλλον πελάτη του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Το αίτημα της έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ. 180/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 15-10-2007, κατά την οποία η κατηγορουμένη υπέβαλε και πάλι αίτημα αναβολής για το λόγο ότι δεν είχε και ήθελε να διορίσει δικηγόρο και επί πλέον αισθανόταν ζάλη και υπνηλία και δεν μπορούσε να παραμείνει στο ακροατήριο και να συμμετάσχει στην εκδίκαση της υποθέσεως. Το Δικαστήριο δέχθηκε και πάλι το περί αναβολή αίτημα της και με την υπ' αριθμ. 1281/2007 απόφασή του ανέβαλε για τρίτη φορά την εκδίκαση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε η κατηγορουμένη είχε τη δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, ο οποίος θα μπορούσε να παραστεί στο Δικαστήριο κατά την παρούσα δικάσιμο και να την υπερασπισθεί κατά την εκδίκαση της υποθέσεως. Με τα δεδομένα αυτά το αίτημα της κατηγορουμένης για νέα αναβολή της δίκης και μάλιστα για τους ίδιους λόγους αποσκοπεί στην παρέλκυση και μόνο της δίκης και ως εκ τούτου τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, διότι αναφέρονται σ'αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και τις αποδείξεις που τις στηρίζουν. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη της η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση, την από 7-1-2008 επιστολή του κωλυομένου δικηγόρου, καθώς και τα αντίγραφα δύο κλήσεων του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθόσον, στο σκεπτικό αυτής, γίνεται ρητή αναφορά αυτών και αιτιολογείται στη συνέχεια, γιατί αυτά δεν επαρκούν για την ουσιαστική βασιμότητα του προβαλλόμενου αιτήματος αναβολής. Αβασίμως, επίσης, υποστηρίζεται ότι δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε η ως άνω απόφαση, αφού, τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκόμισε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να στηρίξει το αίτημα της αναβολής, ήταν η ατομική επιστολή του κωλυομένου συνηγόρου της και τα δύο αντίγραφα των κλήσεων του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, ρητά μνημονεύει, αξιολογεί και στη συνέχεια αιτιολογεί γιατί δεν μπορεί να στηρίξουν επαρκώς το ως άνω αίτημα, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν, αναφορικά με τα έγγραφα αυτά, και επιπρόσθετα στοιχεία για την αξιολόγησή τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ', 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας επιφέρει η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου, που δεν είχε αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία, εφόσον αυτό γίνεται προς σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, ως προς την ενοχή ή αθώωση του κατηγορουμένου ή για την ποινή και όχι η λήψη υπόψη, χωρίς ανάγνωση, διαδικαστικού εγγράφου, όπως είναι η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης. Περαιτέρω, αν τα μη αναγνωσθέντα έγγραφα, λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης χωρίς να αναγνωσθούν, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης, λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να αναγνωσθούν, οι υπ' αρ. 730/2006, 180/2007 και 1281/2007 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με τις οποίες έγιναν δεκτά αντίστοιχα προηγούμενα αιτήματα της κατηγορουμένης, για αναβολή της δίκης. Οι αποφάσεις αυτές, ορθώς λήφθηκαν υπόψη, ως παρεμπίπτουσες, διότι συνιστούσαν διαδικαστικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν επήλθε η επικαλούμενη ακυρότητα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου του υπ' αρ. 787/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο, σύμφωνα με τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται σε αυτό η κατ' αντιπαράσταση εξέταση της Γραμματέως Α με την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη. Η κατάθεση αυτή δόθηκε στις 20.6.2002, κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς.
Συνεπώς, με τη μνησθείσα ανάγνωση του υπ' αρ. 787/2003 βουλεύματος, η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της ως άνω περικοπής αυτού, η οποία αναφέρεται στην κατ' αντιπαράσταση εξέτασή της με τη γραμματέα Α και μπορούσε, καθόσον παρέστη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με την κατάθεσή της αυτή, μη παραβιασθέντος έτσι του εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματός της. Εντεύθεν, δεν προκύπτει η επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα, εκ της λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, της πιο πάνω κατ' αντιπαράσταση εξέτασης της αναιρεσείουσας, χωρίς να έχει προηγηθεί η ανάγνωσή της στο ακροατήριο αφού η εξέταση αυτή προέκυπτε από το προαναφερόμενο βούλευμα. Πρέπει, λοιπόν, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του νομίμως παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (αρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. 203/2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 7/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του νομίμως παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή