Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1407 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Συναυτουργία, Εξακολουθούν έγκλημα.




Περίληψη:
α) Κατοχή ναρκωτικών από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. β) Πώληση ναρκωτικών από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. ΟΧΙ αναγκαίος προσδιορισμός α) χρόνου τελέσεως μερικότερων πράξεων αφού δεν τίθετο θέμα παραγραφής, και β) ταυτότητας αγοραστών και συμφωνηθέντος τιμήματος. ΟΧΙ υποχρέωση απαντήσεως σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς (έτσι όχι έλλειψη ακροάσεως) και σε απαράδεκτο (αόριστο) αυτοτελή ισχυρισμό για ελαφρυντικό 84 § 2α ΠΚ. ΟΧΙ έλλειψη νόμιμης βάσεως. Ούτε υπέρβαση εξουσίας, λόγω χειροτέρευσης θέσεως κατηγορουμένου. Ούτε απόλυτη ακυρότητα λόγω δήθεν παραβιάσεως άρθρου 171 § 1 περ. β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ. . Απορρίπτει την αναίρεση.





Αριθμός 1407/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βασιλειάδη, περί αναιρέσεως της 709-710/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.12.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 177/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των εδαφ. β' και ζ' της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει, προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά, η πώληση και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την, κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και τη, για το σκοπό αυτό, παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ως κατοχή δε θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου ν. 1729/1987, προκύπτει ότι με τις αναφερόμενες σ' αυτήν ποινές τιμωρείται ο δράστης των εγκλημάτων της κατοχής και της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, εκτός άλλων περιπτώσεων, αν ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη, Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού", νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες η διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (Ολ. ΑΠ 50/90). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, για την αιτιολόγηση της τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς, πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του χρόνου τελέσεως των πράξεων αυτών, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς ούτε έλλειψη αιτιολογίας, β) της ταυτότητας των πωλητών ή των αγοραστών του συμφωνηθέντος τιμήματος, του τρόπου καταβολής αυτού και του τρόπου παραδόσεως των ναρκωτικών ουσιών και γ) επί κατ' εξακολούθηση τελέσεως των επί μέρους πράξεων. Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο η το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό η σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 709-710/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι "αποδείχθηκε πλήρως η ενοχή των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 για τα αδικήματα της κατοχής ναρκωτικών (του πρώτου) και της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών (του δεύτερου) που τους αποδίδονται. Συγκεκριμένα: Τα δύο αυτά πρόσωπα συνεργάζονταν από το έτος 2001 μεταξύ τους και με τον παρόντα συγκατηγορούμενό τους Χ (που καταδικάστηκε πρωτοδίκως και παρητήθη της εφέσεώς του), καθώς και με τον αδελφό του τελευταίου Γ1, που ήταν εγκατεστημένος στην Αλβανία, για την εισαγωγή από την Αλβανία και την διάθεση στην Ελλάδα ναρκωτικών ουσιών. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας τους, ο πρώτος και ο δεύτερος: (α) έλαβαν στην κατοχή τους στο διάστημα από 1-11-2001 μέχρι 31-12-2001 (τουλάχιστον) 3 χιλιόγραμμα ινδικής κάνναβης και 2 χιλιόγραμμα ηρωίνης. Τα παρέλαβε ο Χ1 και τα τοποθέτησε για φύλαξη στο σπίτι του Χ2, καθένας τους δε είχε την εξουσία να παραλαμβάνει εκείθεν και να πωλεί ποσότητες αναλόγως των εκάστοτε ευκαιριών και των μεταξύ τους συμφωνιών. Τα συγκεκριμένα ναρκωτικά ανέλαβε και πώλησε ο Χ1, εντός του αυτού διαστήματος, προς άγνωστα άτομα. (β) Έλαβαν στην κατοχή τους (με τον ίδιο τρόπο και υπό την εκτεθείσα έννοια) 950 περίπου χιλιόγραμμα ινδικής κάνναβης περί το τέλος Ιανουαρίου του 2002. Εξ αυτής ένα μέρος, και δη 300 περίπου χιλιόγραμμα, ανέλαβε και πώλησε σε άλλα πρόσωπα ο Χ1, το μεγαλύτερο δε μέρος (668 χιλιόγραμμα) βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο σπίτι του Χ2 (αρμόδιοι αστυνομικοί οδηγήθηκαν εκεί από συνάδελφό τους, που εμφανίσθηκε ως ενδιαφερόμενος να αγοράσει 400 κιλά κάνναβης και διαπραγματεύθηκε σχετικώς με τον Χ1). Εξάλλου, με βάση την υποδομή που είχαν δημιουργήσει (και η οποία περιλάμβανε: συνεργασία με άτομο εγκατεστημένο στον τόπο της παραγωγής των ναρκωτικών, χρήση οχημάτων, αποθηκευτικών χώρων και σύγχρονων μέσων επικοινωνίας), τον συστηματικό τρόπο που ενεργούσαν και τις σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών που διακινούσαν, κρίνεται ότι και οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, αφενός μεν επιδίδονταν στη διακίνηση ναρκωτικών με σκοπό (και αποτέλεσμα) την αποκόμιση εύκολου και άκοπου εισοδήματος, αφετέρου δε είχαν αποκτήσει τη σχετική έξη ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Περαιτέρω, από τα ίδια στοιχεία συνάγεται ότι τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν ζήσει νομοταγώς μέχρι τη διάπραξη των ενδίκων αδικημάτων και, επομένως, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο το αίτημα του εξ αυτών Χ1 για αναγνώριση υπέρ αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου. Κατά συνέπεια, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι υπό τις εκτεθείσες επιβαρυντικές περιστάσεις, να αναγνωρισθεί όμως υπέρ εκάστου εξ αυτών, ως ελαφρυντική περίσταση η ειλικρινής μεταμέλειά τους". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 του ότι: Α)Στο ...... Θεσσαλονίκης κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας από κοινού με άλλους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατείχε ναρκωτικά, ήτοι είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά βούληση και πραγματικά ναρκωτικά, είναι δε άτομο που κατέχει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Γ1, Χ και Χ2 κατείχαν (1) εντός του χρονικού διαστήματος από 1.11.2001 έως 31.12.2001 και για ανεξακρίβωτο διάστημα κατειργασμένη ινδική κάνναβη (χασίς σε πλάκα), βάρους περίπου 3 κιλών, και ηρωίνη σε σκόνη, συνολικού βάρους 2 κιλών, (2) είκοσι (20) ημέρες πριν από την σύλληψή του (17.2.2002) εντός της ευρισκομένης στο ..... κατοικίας του Χ2 ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης (χασίς σε φούντα), συνολικού βάρους 950 χιλιόγραμμων, υπόλοιπο της οποίας είναι οι παρακάτω αναφερόμενες υπό στοιχείο ι και ιι ποσότητες ινδικής κάνναβης, που βρέθηκαν στη κατοικία του ανωτέρω, ήτοι ι) στις 17.2.2002, στην αυλή της ευρισκομένης στο ..... κατοικίας του κατείχαν ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 392.249 γραμμαρίων, συσκευασμένα σε 17 σάκκους, ήτοι: α) (1020), (1070), (980), (647), (975), (910), (1255), (690), (1160), (1000), (1050), (990), (900), (840), (1005), (875), (920), (995), (890), (1050), (1040), (965), (1015), (1025), (1060), (1030), (1015), (985), (1000), (980), (935), (1010), (965), (1025), (1040), β) (1025), (995), (925), (880)
, (1080), (1050), (965), (840), (1005), (1000), (990), 1015), (1300), (980), (1005), (1040), (990), (980), (1055), (975), (670), (985), (1030), (1010), (845), (940), (1010), (1020), (900), (970), (1040), (1065), (980), γ) (1060), (895), (975), (1060), (1005), (1000), (905), (1000), (1005), (1015), (1005), (935), (980), (1035), (995), (1020), (1030), (1095), (1030), (850), (1015), (975), (995), (1020), (1030), (1095), (1030), (850), (1015), 975), (985), ( (966), (972), (972), (962), (960), (877), (1004), (1134), (1008), (898), (1041), (922), (1010), (937), (992), (994), δ) (1003), (940), (1012),
(990), 1029), (974), (849), (1517), (990), (1013), (987),
(1039), (947), (1012), (1012), (988), (960), (997), (927), (933), (976), (947), ε) (1070), (855), (983), (992), (930), (941),
(906), (1030), (1090), (962), (964), (985), (906), (1000), (1139), (1070), (997), (1170), (967), (967), (1012), (1139), (1000), (933), (1038), στ) (1036), (972), (998), (986), (1010), (864), (984), (1357), (1019), (973), (959), (1084), (1059), (1004), (1035), (996), (1027), ζ) (976), (1003), (971), (963), (940), (1147), (980), (1070), (970), (974), (968), (897), (983), (989), (1165), (1137), (1061), η) (1022), (900), (1000), (890), (850), (993), (1012), (861), (1050), (938), (906), (1000), (1023), (980), (896), (975), (921), (985), (885), (980), (1036), (1035), (1023), (923), (1049), (978), (998), (993), (801), (735), θ) (1009), (825), (936), (973), (976), (1020), (971), (1004), (1104), (870), (1027), (944), (995), (1001), (969), (987), (978), (967), (943), (1000), (1022), (909), (1023), (954), (1011), (941), (1150), (1027), (991), (1018), ι) (939), (945), (1040), (1005), (969), (782), (811), (993), (1018), (963), (968), (1032), (978), (969), (782), (811), (993), (1018), (963), (968), (1032), (978), (958), (830), (900), (934), (921), (990), (920), (1008), (977), (952), (989), (1034), (877), (1070), (854), (1010), (1232), ια) (881), (1002), (907), (975), (990), (915), (1006), (972), (942), (920), (950), (896), (987), (1019), (896), ιβ) (809), (976), (950), (964), (982), (901), (999), (1017), (997), (1005), (1019), (934), (990), (976),(982), ιγ) (1022), (982), (1045), (895), (982), (857), (987), (1055), (1187), (975), (1006), (809), (897), (1027), (1032), ιδ) (1030), (984), (896), (1253), (1035), (993), (1023), (984), (1029), (997), (1013), (967), (1018), (926), (1016), ιε) (996), (1289), (943), (1001), (776), (745), (1032), (1064), (961), (982), (865), (1013), (951), (912), (850), ιστ) (989), (1016),(958), (986), (1033), (1156), (1046), (1028), (1023), (1001),(1028), (938), (916), (968), (903), ιζ) (1024), (975), (959), (1367), (998), (903), (992), (1030), (841), (1016), (991), (1004), (1257), (920), (979), (1055), (840), (1010), (1043), (929), (885), (965), (1046), (954), (1318), (1057), (916),(1084), (995), (968), αντίστοιχα, με τα περιτυλίγματα, ήτοι συνολικού βάρους (392.249) γραμμάρια. Και ιι) ποσότητα συνολικού βάρους 275.901 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένη σε 16 σάκκους: α) (1066), (972), (984), (1011), (901),(996), (101a), (969), (1018), (1051), (1026), (958), (893),(880), (936), (995), β) (1014), (1142), (956), (1008), (1012),(955), (934), (974), (919), (877), γ) (1017), (1274), (977),(904), (277), (785), (1084), (1021), (614), (891), (985), (1070), (987), (1294), (1221), (245), δ) (1006), (967), (941), (1036), (1177), (878), (955), (1052), (961), (944), (1042), (1046), (951), (980), (988), (1007), (1114), (1095), (1011), (921), ε) (1022), (930), (1043), (1024), (949), (803), (941),(1000), (1003), (1026), (868), (965), (863), (1097), (840), (1093), (929), (1134), (989), (989), στ) (1000), (894), (929), (964), (992), (1011), (996), (937), (1006), (1023), (991), (888), (939), (961), (761), ζ) (997), (1046), (873), (952), (1008), (1003), (1220), (1037), (981), (1037), (959), η) (793), (1000), (1020), (858), (780), (1014), (1000), (1033), (1064), (966), (1004), (896), (986), (984), θ) (1012), (1188), (1032), (893), (1018), (1006), (852), (1037), (965), (919), (1032), (1308), (995), (1031), (1003), (1009), (939), (969), (982), (1020), (967), ι) (1005), (989), (996), (983), (1044), (833), (965), (1035), (902), (947), (720), (947), (956), (867), (1227), (1016), (1172), (982), (1005), (915), (1057), (929), (1057), (916), (1017), (958), (1040), (1004), ια) (1013), (1028), (1023), (1017), (989), (1026), (987), (1039), (1009), (996), (1028), (964), (1009), (984), (1002), (1009), (954), (1041), (1042), (867), (966), (1146), (1030), (907), (956), (1000), (857), (1002), (87), ιβ) (1028), (976), (1000), (1050), (1023), (995), (936), (1006), (900), (992), (980), (1047), (947), (993), (1011), (1007), (930), (1017), ιγ) (1012), (940), (1003), (1058), (964), (981), (1060), (837), (1032), (1088), (974), (993), (966), (983), (962), (986), (1033), (980), (1009), (941), (955), (994), ιδ) (1020), (1047), (924), (925), (1036), (1010), (990), (981), (989), (1014), (942), (1024), (994), (1059), (1012), (966), (792), ιε) (908), (1004), (971), (1014), (1034), (811), (1000), (954), (985), (846), (1010), (1189), (955), (1316), (1001), (951), (996), (1011) και ιστ) (6500) γραμ., αντίστοιχα, με τα περιτυλίγματα, ήτοι συνολικού βάρους (275.901) γραμμάρια. Όλα τα παραπάνω ναρκωτικά απέκρυπτε ο Χ2 στην ανωτέρω οικία του, τόσο για δικό του λογαριασμό, όσο και εν γνώσει και για λογαριασμό δικό του αλλά και των προαναφερομένων συγκατηγορουμένων του. Από αυτά, βρέθηκαν οι ποσότητες ινδικής κάνναβης που είχαν στην κατοχή τους στις 17.2.2002, συνολικού βάρους 668.150 γραμμαρίων, από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα της ΥΔΝ/ΔΑΘ, υπό των οποίων και κατασχέθηκαν. Είναι δε άτομο που κατέχει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, αφού προβαίνει στην επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεώς του αυτής προκύπτει σταθερή ροπή για τη διάπραξη της ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. (Β) Στη Θεσσαλονίκη κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού με άλλον, πώλησε ναρκωτικά, είναι δε άτομο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και συνήθεια και συγκεκριμένα: Μετά από συναπόφαση, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Γ1, Χ, πώλησαν τα παρακάτω ναρκωτικά: (1) σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία εντός του χρονικού διαστήματος από 1.11.2001 έως 31.12.2001 πώλησαν κατεργασμένη ινδική κάνναβη (χασίς σε πλάκα), βάρους περίπου 3 κιλών και ηρωίνη σε σκόνη, συνολικού βάρους 2 κιλών, σε άγνωστα άτομα, έναντι αγνώστου έως τώρα τιμήματος. Και (2) σε ανεξακρίβωτες ημερομηνίες, εντός του προηγουμένου της συλλήψεως του (17.2.2002) εικοσαημέρου, πώλησε προς άγνωστα άτομα ακατέργαστη ινδική κάνναβη (χασίς σε φούντα), βάρους 300 χιλιόγραμμων, έναντι αγνώστου έως τώρα τιμήματος. Τις ποσότητες αυτές παρέδιδε αυτός στους αγοραστές και εισέπραττε το τίμημα, ενεργώντας και για λογαριασμό του αλλά και εν γνώσει και για λογαριασμό των Γ1 και Χ. Είναι δε άτομο που πωλεί ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, αφού προβαίνει στην επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεώς του αυτής προκύπτει σταθερή ροπή για τη διάπραξή της ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Είναι δε η ηρωίνη και η ινδική κάνναβη ναρκωτικές ουσίες, αφού περιλαμβάνονται στους πίνακες Α5, Α6 του άρθρου 4 παρ. 3 Ν. 1729/87, δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε (όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ, του επέβαλε για τις άνω αξιόποινες πράξεις ποινή καθείρξεως δεκαοκτώ (18) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων α) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ' εξακολούθηση και β) της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε ο αναιρεσείων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και για τα οποία (εγκλήματα) καταδικάσθηκε αυτός, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98 του ΠΚ και 4 παρ. 1, 3 Πιν. Α5, Α6, 5 παρ. 1 εδ. β', ζ' και 2 και 8 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 συμμετέσχε στην τέλεση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων ως συναυτουργός, και δη ότι συνέπραξε στην εκτέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων α) της κατοχής των ειρημένων ποσοτήτων ινδικής κάνναβης και ηρωίνης κατ' εξακολούθηση, ήτοι ότι είχε και αυτός τη φυσική εξουσίαση των ποσοτήτων αυτών των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών, κατά την προαναφερθείσα έννοια, μπορώντας να τις διαθέσεις σε τρίτους, όπως ήταν ο σκοπός του, και β) της πωλήσεως των αναφερομένων ποσοτήτων ινδικής κάνναβης και ηρωίνης κατ' εξακολούθηση σε άγνωστα άτομα αντί αγνώστου τιμήματος, και ήθελε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως των πράξεων αυτών, γνωρίζοντας ότι οι αναφερόμενοι συμμέτοχοι συγκατηγορούμενοί του έπρατταν με δόλο τελέσεως των ίδιων εγκλημάτων, ενώ δεν απαιτείτο εν προκειμένω και η εξειδίκευση των ενεργειών του κάθε δράστη. Επίσης, δεν απαιτείτο, κατά τα ανωτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακριβής προσδιορισμός α) του χρόνου τελέσεως καθεμιάς από τις πιο πάνω μερικότερες πράξεις των άνω εγκλημάτων, αφού δεν τίθετο για καμιά απ' αυτές θέμα παραγραφής τους και ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και κατά συνέπεια ούτε έλλειψη αιτιολογίας, και β) της ταυτότητας των αγοραστών των αναφερομένων ποσοτήτων των άνω ναρκωτικών ουσιών και του συμφωνηθέντος τιμήματος. Προς τούτοις, η διηγηματική αναφορά στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Χ2 "συνεργάζονταν από το έτος 2001 μεταξύ τους και με τον παρόντα συγκατηγορούμενό τους Χ, καθώς και με τον αδελφό του τελευταίου Γ1, που ήταν εγκατεστημένος στην Αλβανία, για την εισαγωγή από την Αλβανία και τη διάθεση στην Ελλάδα ναρκωτικών ουσιών" δεν αποτελεί και παραδοχή της αποφάσεως περί τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και της πράξεως της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια των άνω ναρκωτικών ουσιών και κατά συνέπεια δεν υπάρχει καμιά αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής, στο οποίο κηρύχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ένοχος ο αναιρεσείων των πιο πάνω περιγραφομένων εγκλημάτων της κατοχής και της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, εντεύθεν δε δεν χειροτέρευσε η θέση αυτού και, έτσι, δεν υπερέβη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την εξουσία του, αλλ' ούτε δημιουργήθηκε καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό δε και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των άνω πράξεων της κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, το Πενταμελές Εφετείο με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του τόσο στην επανειλημμένη τέλεση των εν λόγω πράξεων, η οποία συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όσο και στην ειρημένη υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αυτών, από τις οποίες προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Προς τούτοι, το αίτημα του συνηγόρου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου "να κηρυχθεί αθώος (ο τελευταίος) της πώλησης ναρκωτικών, για δε την πράξη της κατοχής ναρκωτικών να κριθεί χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 ν. 1729/1987" δεν εμπεριέχει αυτοτελή ισχυρισμό, αλλ' αρνητικό της κατηγορίας, και κατά συνέπεια το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, δεν υποχρεούτο να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Σε σχέση δε με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, ο ισχυρισμός αυτός, έτσι όπως είχε προβληθεί με μόνη την αναφορά της σχετικής αυτής διατάξεως και χωρίς τη μνεία οιουδήποτε περιστατικού από το οποίο να προκύπτει ο πρότερος έντιμος βίος του κατηγορουμένου, ήταν αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, εντεύθεν δε το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο, κατά τα ανωτέρω, να απαντήσει, μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, στον εν λόγω ισχυρισμό του και εκ περισσού προέβη στην απόρριψή του με ιδιαίτερη αιτιολογία. Τέλος, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η Εισαγγελέας "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε οι πρώτος και δεύτερος (αναιρεσείων) των κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι, όπως και πρωτοδίκως". Το περιεχόμενο αυτό της προτάσεως της Εισαγγελέως έχει προδήλως την έννοια ότι πρότεινε αυτή να κηρυχθεί ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για τις άνω αξιόποινες πράξεις με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων αυτών και να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ, όπως δέχθηκε η υπ' αριθ. 323/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης), που παραδεκτά επισκοπείται για τον αναιρετικό έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο, εντεύθεν δε δεν δημιουργήθηκε εν προκειμένω καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβιάσεως του άρθρου 171 παρ. 1 περ. β' και δ' του ΚΠοινΔ, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε', Α', Β' και Η' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση τόσο με την κατηγορία, όσο και με τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, γ) της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, δ) της ελλείψεως ακροάσεως και ε) της υπερβάσεως εξουσίας, λόγω χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφο 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Δεκεμβρίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 4/2.1.2007) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 709-710/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή