Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 15 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Καλλιέργεια - συγκομιδή ινδικής κάνναβης. Δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 1δ ΚΠΔ και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), η αξιοποίηση προφορικών απαντήσεων του κατηγορουμένου, ούτε η επίκληση από το μάρτυρα κατηγορίας (αστυνομικό) πληροφοριών χωρίς να κατονομάζει τη πηγή των πληροφοριών του αυτών (άρθρο 224 παρ. 2 ΚΠΔ), όταν η εκτίμηση αυτή γίνεται συνδυαστικά με άλλα αποδεικτικά μέσα





Αριθμός 15/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 80/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παρ.2 του Κ.Π.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διατάξεως του άρθρ.224 παρ. 2 Κ.Π.Δ δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως των άρθρων 484 και 510 του ίδιου Κώδικα δεν περιέχεται τέτοιος λόγος. Εξ' άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974, 105 και 223 παρ.4 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε προανακριτικώς και πριν ή στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του, οπότε, αν κατά παράβαση της ως άνω απαγόρευσης, αξιοποιηθεί σε βάρος του καταθέσαντος και στη συνέχεια καταστάντος κατηγορουμένου, η εν λόγω κατάθεσή του, είτε κατά την προδικασία, είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τούτο επάγεται, κατ' άρθρο 171 παρ.1δ του Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης(ΑΠ 2/1999 σε Ολομέλεια). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ), διατεινομένου του αναιρεσείοντος α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κακώς αξιοποίησε τις σε βάρος του απαντήσεις, που έδωσε προφορικά ο ίδιος την 16-6-2006 στα αστυνομικά όργανα κατά τη σύλληψή του, β) ότι κακώς, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της, την από 16-6-2006 κατάθεσή του, που έδωσε ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου Ζ1 και γ) ότι κακώς η προσβαλλόμενη απόφαση συνεκτίμησε τις μαρτυρικές καταθέσεις των αστυνομικών οργάνων (μαρτύρων κατηγορίας), που αυτοί έδωσαν χωρίς να κατονομάσουν την πηγή των πληροφοριών τους. Ο σχετικός όμως λόγος αναιρέσεως κατά τις με στοιχεία (α) και (γ) αιτιάσεις του, προεχόντως είναι απαράδεκτος, γιατί, καθόσον μεν αφορά την αιτίαση υπό στοιχείο (α), η διάταξη του άρθρου 105 του Κ.Π.Δ, καταλαμβάνει μόνο εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες λήφθηκε υπόψη η προανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, που έδωσε με ή χωρίς όρκο, γεγονός το οποίο δε συμβαίνει στην υπόψη περίπτωση. 'Οσον δε αφορά την με στοιχείο (γ) αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικού, χωρίς να κατονομάσει την πηγή των πληροφοριών του, γιατί, ναι μεν το δικαστήριο οφείλει να μη λάβει υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα εκείνου που δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών, πλην όμως η εκτίμηση της κατάθεσης αυτής, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθιδρύουν λόγο αναιρέσεως. Τούτο, γιατί οι ως άνω καταθέσεις δεν αξιοποιήθηκαν ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο για την καταδίκη του αναιρεσείοντος, αλλά συνδυαστικά με τα αναγνωσθέντα έγγραφα και την απολογία του τελευταίου, όπως από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει. Τέλος, όσον αφορά την υπό στοιχείο (β) αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη του, την από 16-6-2006 ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου του Α.Τ Κυπαρισσίας Ζ1, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αναγνώσθηκε κατά τη σχετική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ.1 περ.δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α'του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέος.
Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, που δικάζοντας κατ' έφεση, εξέδωσε αυτή, κατά την επικρατήσασα γνώμη της πλειοψηφίας, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των, ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, την απολογία του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με τα έγγραφα του κατηγορητηρίου και όσα προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν, μεταξύ των οποίων και οι επιδειχθείσες φωτογραφίες, αποδείχθηκαν κατά την γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο αυτό τα ακόλουθα : Περί τις αρχές Ιουνίου 2002, περιήλθαν πληροφορίες στο Α.Τ. Κυπαρισσίας, ότι ο κατηγορούμενος καλλιεργούσε φυτά ινδικής κάνναβης, (χασίς) στην αγροτοδασική έκταση "........" του Δημοτικού Διαμερίσματος ........ του Δήμου Κυπαρισσίας. Στις 11-6-2002 και περί ώρα 06.00", αστυνομικοί του προαναφερθέντος Α.Τ., με βάση τις πληροφορίες που, κατά τα άνω, είχαν συλλέξει και ύστερα από σχετική αναζήτηση, εντόπισαν, στην πιο πάνω περιοχή, έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο εκτάσεως 4X7 μέτρων περίπου και εντός αυτού χασισοφυτεία, οποία αποτελείτο από 30 φυτά ινδικής κάνναβης, ύψους 0,50 έως 1,80 μέτρων περίπου. Μέσα στη χασισοφυτεία αυτή επίσης, οι αστυνομικοί εντόπισαν : α) ένα χαρτοκιβώτιο με 14 φυτώρια μέσα σε μαύρα πλαστική κύπελα, ύψους 15 εκ. περίπου, καθώς και 4 μαύρα πλαστικά κυπελάκια φυτωρίου κενά και β) ένα μεταλλικό βυτίο (βαρέλι) ειδικά διαμορφωμένο για το πότισμα της φυτείας, πρασίνου χρώματος και με την ένδειξη "DACUS BAIT 100, καθαρό βάρος 245 κιλά, έτος παραγωγής 2001", στου οποίου τη βάση είχε τοποθετηθεί μεταλλικός σωλήνας για την έξοδο του νερού. Ακόμη, σε απόσταση δύο (2) μέτρων περίπου από την είσοδο, διερχόταν λάστιχο αρδεύσεως F - 20, χρώματος μαύρου, το οποίο είχε ένωση δύο (2) κομματιών και ξεκινούσε από πηγή του βουνού, καταλήγοντας στο στάβλο του κατηγορουμένου. Επειδή η φυτεία είχε ποτιστεί την προηγούμενη ημέρα, οι αστυνομικοί έκριναν σκόπιμο να αρχίσει η φύλαξή της από 16-6-2002. Πράγματι την ημερομηνία αυτή και περί ώρα 05.40' μετέβησαν εκεί αστυνομικοί του ως άνω:Α.Τ. για φύλαξη. Με την είσοδό τους στο συγκεκριμένο χώρο της χασισοφυτείας, διεπίστωσαν ότι τα φυτά είχαν εκριζωθεί, ενώ επί του καλλιεργημένου χώρου είχαν τοποθετηθεί ξερά κλαδιά. Εκτός τούτου, διεπιστώθη επίσης, ότι είχε εξαφανιστεί και το προαναφερθέν βαρέλι. Μετά ταύτα, οι αστυνομικοί μετέβησαν στην οικία του κατηγορουμένου και εκεί βρήκαν, επί του με αριθμ. ....... ΙΧΦ αυτοκινήτου του, εκτός άλλων και φύλλα ινδικής κάνναβης βάρους 0,2 γραμμαρίων, καθώς και ένα συνδετικό λάστιχο ποτίσματος μαύρου χρώματος. Στη συνέχεια στο στάβλο του ανευρέθη το πράσινο βαρέλι που ήταν στη φυτεία κατά την ημέρα του εντοπισμού της και εχρησιμοποιείτο για την άρδευση της. Ύστερα απ' αυτά, ο κατηγορούμενος συνελήφθη. Με βάση τα πιο πάνω, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι εκείνος είναι ο δράστης των παρανόμων πράξεων της καλλιέργειας και συγκομιδής φυτών ινδικής κάνναβης, οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Την κρίση της αυτή η πλειοψηφούσα γνώμη, του Δικαστηρίου τη στηρίζει στα εξής αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά : α) Στο ότι το πράσινο βαρέλι που είχε εντοπιστεί, στις 11-6-2002, από τους αστυνομικούς στη χασισοφυτεία και το οποίο εχρησιμοποιείτο για τον ποτισμό της, βρέθηκε, στις 16-6-2002, στο στάβλο του κατηγορουμένου. Περί του γεγονότος αυτού κατέθεσαν και οι δύο μάρτυρες αστυνομικοί του κατηγορητηρίου, οι οποίοι επίσης ανέφεραν ότι αυτό έφερε "ξυσίματα" στο κάτω μέρος του, που έδειχναν ότι είχε συρθεί σε πέτρες και ότι το χρώμα από τον πάτο του βαρελιού έδειχνε να ταυτίζεται με το χρώμα που είχε μείνει επάνω στις πέτρες στο χώρο της φυτείας (βλ. & την από ..... Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης), β) Στο ότι, κατά την έρευνα που έλαβε χώρα, στις 16-6-2002, στο με αριθμ. ....... ΙΧΦ αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, ανευρέθησαν φύλλα ινδικής κάνναβης 0,2 γραμμαρίων. Ο κατηγορούμενος, σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών, ως προς την αιτία για την οποία υπήρχαν αυτά τα φύλλα στην καρότσα του αυτοκινήτου του, τη στιγμή που αυτά εντοπίστηκαν, δεν έδωσε καμία εξήγηση, ενώ ανέφερε ότι το είχε πλύνει το προηγούμενο βράδυ. Η τελευταία αυτή ενέργεια του ενισχύει την άποψη ότι επιχείρησε να καθαρίσει το όχημα από υπολείμματα φύλλων κάνναβης και λάσπης, η οποία είχε δημιουργηθεί από χώμα των φυτών που παρέμεινε επ' αυτών κατά την εκρίζωση τους και τα οποία φυτά μεταφέρθηκαν με το άνω αυτοκίνητο του. γ) Στο γεγονός ότι στο συγκεκριμένο όχημα βρέθηκαν επίσης ένα μαχαίρι (για την κατοχή του οποίου -ως όπλου- αθωώθηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος) και ένας συνδετήρας λάστιχου ποτίσματος, και δ) στο γεγονός ότι το λάστιχο που έφερνε νερό στη φυτεία ξεκινούσε από πηγή του βουνού, συνέχιζε περνώντας δίπλα από το στάβλο του κατηγορουμένου και κατέληγε στη χασισοφυτεία (περί όλων αυτών βλ. σχετικά τις καταθέσεις των δύο μαρτύρων αστυνομικών, που δεν αναιρούνται, κατά την κρίση της γνώμης αυτής του Δικαστηρίου, από τις γενικές, αόριστες και ασαφείς καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, σε συνδ. με α) τα υπ' αριθμ. πρωτοκ. ......... (2) έγγραφα του Α.Τ. Κυπαρισίας, β) το υπ1 αριθμ. πρωτοκ. ........ έγγραφο του Γεν. Χημείου του Κράτους, γ) την από .......... έκθεση αυτοψίας και κατασχέσεως και δ) την από ......... Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης). Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία, διατεινόμενος ότι όλα είναι προϊόν σκευωρίας και ότι δημιουργήθηκαν από κάποιον που ήθελε να τον ενοχοποιήσει. Οι ισχυρισμοί του αυτοί κρίνονται, από την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, ως αόριστοι και αβάσιμοι δυνάμει των ως άνω γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος, κατά την κρίση της πλειοψηφούσας γνώμης, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του ότι κατά τον παραπάνω χρόνο και κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, Α) με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος καλλιέργησε ινδική κάνναβη και δη 30 και 14 φυτά ινδικής κάνναβης, τα οποία πότιζε, λίπαινε, περιποιείτο και γενικώς επιμελείτο για την ανάπτυξη αυτών και Β) συγκόμισε από τα παραπάνω 30 φυτά ινδικής κάνναβης άγνωστη ποσότητα ινδικής κάνναβης. Πρέπει όμως να του αναγνωριστεί (και κατά την γνώμη αυτή), το ελαφρυντικό του άρθρου 84 ε του ΠΚ, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, επί σχετικώς μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις ως άνω παράνομες πράξεις του, συμπεριφέρθηκε καλά".Στη συνέχεια δε τον κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία. της πράξεως της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης κατ' εξακολούθηση και συγκομιδής της ίδιας ναρκωτικής ουσίας και τον καταδίκασε σε φυλάκιση (4) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω ποινικών αδικημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ποινικές διατάξεις, των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ και άρθρων 4 παρ.1 και 3 Πιν.Α-6 και 5 παρ.1 εδ. στ' και 2 του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με άρθρο 10 Ν. 2161/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα: Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει χωρίς να είναι αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία για το στοιχείο του δόλου, διότι αυτός, ενυπάρχει στη θέληση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά της υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων αυτών και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την έκθεση των περιστατικών αυτών.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που, με τον πρώτο από αυτούς, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ή η μη απάντηση σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως, αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 80/26-9-2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι( 220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ