Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 193 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Κατοχή - πώληση ναρκωτικών. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για τις άνω πράξεις.




ΑΡΙΘΜΟΣ 193/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φωτόπουλο και 2. Χ2 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Δημητριάδου, περί αναιρέσεως της 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Απριλίου 2008 και 23 Ιουνίου 2008, αντιστοίχως, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1138/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά της υπ' αριθμ. 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήθηκαν α) η από 3-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και β) η από 23-6-2008 αίτηση του Χ2. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, πωλεί, ή κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται η ινδική κάνναβις, κατά το άρθρο 4 Πιν. Α' περ. 6 του ίδιου πιο άνω νόμου, ενώ, εξάλλου, κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου " με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή (10.000.000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ.), τιμωρείται ο παραβάτης (μεταξύ άλλων) και του άρθρου 5, αν είναι υπότροπος. Ως πώληση ή αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος. Η κατοχή εξάλλου, πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του.
IΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται, για την ύπαρξη των επιβαρυντικών περιστάσεων, τη συνδρομή των οποίων δέχθηκε το δικαστήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, η ύπαρξη του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο ιερέας Α της ..... (μάρτυρας) γνώριζε το δεύτερο των κατηγορουμένων, Χ1, ο οποίος ασχολούνταν με τα ναρκωτικά. Συναντήθηκαν τυχαία σε μία καφετέρια και ο πρώτος απευθυνόμενος στον εν λόγω κατ/νο τον ρώτησε αν είχε ινδική κάνναβη. Ο τελευταίος, ο οποίος είχε προηγουμένως συμφωνήσει με τον πρώτο κατ/νο αυτός μεν (δεύτερος κατ/νος) να του βρίσκει αγοραστές για τα ναρκωτικά που κατείχε εκείνος δε (πρώτος κατ/νος) να τον προμηθεύει με την καθημερινή δόση του, του υποσχέθηκε (στον Α) να του φέρει ποσότητα. ινδικής κάνναβης, όμως ο Α, ακoλoύθως, μετέβη στην Αστυνομία, όπου προέβη στην ενημέρωση για το συμβάν και αποφασίσθηκε η κατάστρωση σχεδίου. Προς τούτο, προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα, τα οποία παραδόθηκαν στο μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος στις 18.10.2005 μετέβη στο χωριό ..... της ....., όπου ήταν το σημείο συνάντησης που είχε με το δεύτερο των κατηγορουμένων, έχοντας στο "πόρτ-μπαγκάζ" του αυτοκινήτου του τους αστυνομικούς υπαλλήλους Β και Γ. Η συμφωνηθείσα ποσότητα της αγοραπωλησίας ήταν 500 γραμμ. ινδικής κάνναβης (χασίς με φούντα) και το τίμημα είχε συμφωνηθεί σε 3.000 ευρώ. Εμφανίσθηκε ο ως άνω πωλητής (δεύτερος) κατηγορούμενος οδηγώντας μία μοτοσυκλέτα και ακολούθως, εισήλθε στο αυτοκίνητο του ιερέα, παρέδωσε την ποσότητα και παρέλαβε το τίμημα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κατά την οποία συντελέσθηκε η αγοραπωλησία, παρενέβησαν οι αστυνομικοί, οι οποίοι συνέλαβαν τον' κατηγορούμενο, τον οποίο στη συνέχεια μετέφεραν στο Αστυνομικό Τμήμα ..... . Εκεί, αυτός ισχυρίσθηκε, ότι "τα ναρκωτικά μου τα έδωσε ο Δ, για να τα πουλήσω και τα χρήματα θα τα έδινα στον Δ". Όμως, για τις σχέσεις του αυτές με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 δεν είχε κάνει καμία αναφορά στον ιερέα, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, που είχαν προηγηθεί, αλλ' ούτε και είχε διαπιστωθεί κάτι τέτοιο από την Αστυνομία. Επακολούθησε έρευνα στο σπίτι του κατηγορουμένου Χ2 και βρέθηκαν στον αύλειο χώρο της οικίας του ακατέργαστη ποσότητα ινδικής κάνναβης βάρους εννέα (9) κιλών και οκτακοσίων (800) γραμμαρίων, τοποθετημένη επάνω σε κρεβάτι της προαναφερόμενης οικίας του, σε παρακείμενο τραπεζάκι και κάτω στο πάτωμα, ποσότητα, η οποία εντοπίστηκε και κατασχέθηκε από τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Ασφαλείας ....., την οποία είχε τοποθετήσει αυτός, καθώς επίσης δεκαπέντε (15) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης τεμαχισμένα, διαφόρου ύψους, πλήρως ανεπτυγμένα και έτοιμα προς αποξήρανση, συνολικού μικτού βάρους, δέκα (l0) περίπου κιλών, τα οποία βρίσκονταν τοποθετημένα κάτω στο πάτωμα της προαναφερόμενης οικίας του και στην τουαλέτα αυτής. Τις ανωτέρω ποσότητες, τις οποίες κατείχε ο κατηγορούμενος με πρόθεση και με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και κατά τρόπο που να μπορεί να διαπιστώνει κάθε στιγμή την ύπαρξη της, κατασχέθηκαν από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους, οι οποίοι επιλήφθηκαν της υποθέσεως συντάσσοντας τις σχετικές εκθέσεις, οι οποίες αναγνώσθηκαν. Ακόμη αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατ/νος είναι υπότροπος, διότι έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, με την υπ' αριθ. 37/7.6.2001 απόφασn του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου σε κάθειρξη εννέα (9) ετών για την πράξη της καλλιέργειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, ήτοι για κακούργημα και μάλιστα εντός της τελευταίας δεκαετίας. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε όμως ότι Α κατά τις συναντήσεις του με το δεύτερο κατ/νο παρότρυνε πειστικά τον τελευταίο να του πωλήσει ναρκωτικά. Ο όψιμος ισχυρισμός του Α στο ακροατήριο ότι πίεσε το δεύτερο κατ/νο να του βρει ναρκωτικά δεν μπορεί να γίνει πιστευτός από το δ/ριο, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις απολογίες του δευτέρου κατ/νου (ανακριτική και προανακριτική), οι οποίες κρίνονται αξιόπιστες, ο τελευταίος όχι μόνο δεν ισχυρίστηκε ότι τον πίεσε ο Α, αλλά αντίθετα. ισχυρίστηκε ότι πιεζόμενος ο ίδιος (δεύτερος κατ/νος) από την εξάρτηση του από τα ναρκωτικά προσφέρθηκε ο ίδιος να βρει την ποσότητα των ναρκωτικών που ήθελε ο Α. Επομένως όπως αποδείχθηκε, ο Α ενήργησε χωρίς να υπερβεί τα όρια της επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσης του και χωρίς να παροτρύνει το δεύτερο κατ/νο να τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του δευτέρου κατ/νου και ο συναφής πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός αυτού, σύμφωνα και με τη σκέψη που προηγήθηκε πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι στο πρόσωπο του, δευτέρου κατ/νου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' και ε' Π.Κ., που επικαλείται. Ειδικότερα προκειμένου για τη συνδρομή της ελαφρυντική ς περίστασης του στοιχ. δ' της ως άνω διάταξης, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται έμπρακτα, δηλαδή να συνδυάζεται με περιστατικά που μαρτυρούν ότι ο τελευταίος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγνώμης (ΑΠ 1519/2005 ΠοινΔνη 2006. 349). Στην προκειμένη περίπτωση η απλή έκφραση λύπης του δευτέρου κατηγορουμένου δεν αρκεί για την αναγνώριση το πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης. Περαιτέρω, για την ελαφρυντική περίσταση από το στοιχ. ε' της ίδιας ως άνω διάταξης απαιτείται μετά την αξιόποινη πράξη, καλή γενικά συμπεριφορά που να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Στην κρινόμενη περίπτωση, από μόνο το γεγονός της καλής συμπεριφοράς του δευτέρου κατηγορουμένου στη φυλακή, που αποτελεί συμμόρφωσή του προς τους κανονισμούς και χωρίς να αποδεικνύεται συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής διαβίωσής του μετά την πράξη του, δεν θεμελιώνεται η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση (ΑΠ 1053/2006 Ποιν. Δνη 2006, 1363, ΑΠ 1519/2005 ό.π.). Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατ/νος της πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών ως υπότροπος, ο δε δεύτερος κατ/νος ένοχος κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Θα πρέπει ν' αναγvωρισθεί όμως στο δεύτερο κατ/νο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, επειδή συντρέχουν οι σχετικές νόμιμες προϋποθέσεις ...".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και επέβαλε στον μεν Χ1, στον οποίο ανεγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση εκ του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ, ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, στο δε Χ2 την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία κατεδίκασε τους κατηγορουμένους, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή αυτών, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' και 8 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, διατυπούμενο στο σκεπτικό, δεν συνιστά απλή επανάληψη του διατακτικού ούτε είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην ουσιαστική κρίση ότι τόσον ο Χ2 είχε την φυσική εξουσία επί της ποσότητος των 9.800 χιλιογρ. ινδικής κάνναβης και των 15 δενδρυλλίων της ίδιας ναρκωτικής ουσίας βάρους περίπου δέκα κιλών, η οποία βρέθηκε και κατασχέθηκε εντός της οικίας του και στον προαύλιο χώρο αυτής, όσον και ο κατηγορούμενος Χ1 ο οποίος παρέλαβε από τον άνω συγκατηγορούμενό του ποσότητα 500 γραμμαρίων της ίδιας ναρκωτικής ουσίας και είχε επ' αυτής φυσική εξουσίαση μέχρι του χρόνου της πωλήσεώς της προς τον Α, το γεγονός δε ότι την άνω ποσότητα παρέλαβε από τον συγκατηγορούμενο προς τον οποίο τελικά, εάν δεν συνελαμβάνετο, θα παρέδιδε το τίμημα, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της πράξης ως πώλησης. Περαιτέρω επαρκώς αιτιολογείται για τον κατηγορούμενο Χ2 και ορθώς γίνεται από το δικαστήριο υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 του Π.Κ περί υποτροπής, αφού δέχεται αμετάκλητη καταδίκη αυτού την προηγούμενη δεκαετία σε ποινή κάθειρξης με την αναφερόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Κατ' ακολουθία, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ με τον οποίο πλήττεται η απόφαση και από τους δύο αναιρεσείοντες για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου και με την οποία καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως. Ενόψει της διατάξεως αυτής, πρέπει οι πράξεις των αστυνομικών υπαλλήλων που ενεργούν ως agents provocateurs, να μη υπερβαίνουν τα όρια της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης τους. Δηλαδή, πρέπει να μη είναι εκείνοι, οι οποίοι παρότρυναν τον κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται, ότι αυτή θα είχε διαπραχθεί ακόμη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επέμβαση των αστυνομικών. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως μιας δίκαιης διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ1, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που προήλθαν από την επ' ακροατηρίω εξέταση και αξιολόγηση της καταθέσεως του μάρτυρα Α για τον οποίο επικαλείται ότι αυτός, κατ' εντολή αστυνομικών οργάνων, του προκάλεσε την απόφαση, παραπείθοντάς τον, να του πωλήσει την άνω ποσότητα των 500 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως επιχειρεί να ανατρέψει τις αντίθετες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, αφού το δικαστήριο ρητώς και σαφώς δέχεται ότι ο Α ενήργησε, ως ενήργησε, χωρίς να παροτρύνει τον κατηγορούμενο, μη έχοντα οπωσδήποτε εκδηλωθέντα ενδοιασμό, να τελέσει τις πράξεις τις οποίες τελικά τέλεσε. Ενόψει αυτών, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, βάλλων κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Αλλά και αν ήθελε θεωρηθεί, ότι ως άνω μάρτυρας (υποψήφιος αγοραστής) ενήργησε, ως agent provocateur, δεν υφίσταται εκ μέρους του υπέρβαση της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης του και η ποινική ευθύνη του κατ' αυτόν τον τρόπο ενεργήσαντος δεν παύει υφισταμένη.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-4-2008 αίτηση του Χ1 και β) την από 23-6-2008 αίτηση του Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή