Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 930 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ακροάσεως έλλειψη, Απιστία περί την υπηρεσία.




Περίληψη:
Απιστία σχετική με την Υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου με ιδιαίτερη τεχνική με ζημία που υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ κατ' εξακολούθηση. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι όλοι οι προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο, κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, έλλειψη ακροάσεως.




Αριθμός 930/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της 608/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Παναγιώτα Παρασκευοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 10 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1651/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ, ( απιστία σχετική με την υπηρεσία), ο υπάλληλος που κατά τον προσδιορισμό την είσπραξη ή την διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιονδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, τη δημόσια, τη δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείρισή του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: 1) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) ή 2) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δραχμών ( 73.000 ευρώ). Κατά την παραπάνω διάταξη, ως δημόσια περιουσία νοείται κάθε περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα και το σκοπό που επιτελεί, ενώ η ελάττωση της περιουσίας του λαμβάνει χώρα κατά την υπό του υπαλλήλου διαχείριση αυτής, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών και διακρίσεων που αναπτύσσει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας του εισπράττοντος ή διαχειριζόμενου την περιουσία του Δημοσίου υπαλλήλου, ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου προς όφελος του υπαλλήλου ή άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η πράξη ή παράλειψή του είναι επιζήμια για την περιουσία του Δημοσίου και θέλησή του να την ζημιώσει. Ιδιαίτερα τεχνάσματα θεωρούνται ενέργειες ή παραλείψεις που τείνουν στην εξαπάτηση της αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία , αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων, με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση στους λογαριασμούς και γενικά ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, δηλαδή, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή του, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ.1 εδ. δεύτερο του ΚΠοινΔ, το δικαστήριο στην κατ' έφεση δίκη μπορεί, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν. Επίσης κατ' άρθρο 353 παρ.1 του ΚΠοινΔ, το δικαστήριο αν κρίνει ότι κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως είναι δυνατόν να προσέλθει μάρτυρας που δεν κλητεύθηκε ή του οποίου το όνομα δε γνωστοποιήθηκε και τη μαρτυρία του θεωρεί αναγκαία, μπορεί να διατάξει την άμεση εμφάνιση και εξέταση αυτού. Η απαιτούμενη δε κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. 'Ετσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα του κατηγορουμένου, α) για την άμεση κλήτευση και εξέταση αναγκαίου μη κλητευθέντος μάρτυρος που δεν ήταν παρών στο ακροατήριο και β) για τη μη λήψη υπόψη κάποιων εγγράφων, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριo αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ υποβάλλει κάποιο νόμιμο και ορισμένο αίτημα. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω κατά τρόπο νόμιμο υποβληθέντος αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού και απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 170 παρ.1 εδ. β,δ και παρ. 2 του ΚΠοινΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α και Β' του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως, είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β', δ', η οποία ιδρύει ομοίως τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 608/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων εφοριακός υπάλληλος κηρύχθηκε ένοχος σε βαθμό κακουργήματος, απιστίας στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ'εξακολούθηση, σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου, ποσού υπερβαίνοντος τα 50.000.000 δραχμές και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 6 ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων που αναφέρονται παραπάνω και αναγνώσθηκαν καθώς και τις εκθέσεις με τις παρατηρήσεις των τεχνικών συμβούλων του Δημοσίου και του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος ήταν δημόσιος υπάλληλος του κλάδου εφοριακών και υπηρετούσε κατά το χρονικό διάστημα από αρχών Οκτωβρίου 1991 μέχρι 17.6.1996 ως οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ... στην οποία ήταν προϊστάμενος. Στο διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος κατά το νόμο ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση της δημοσίας περιουσίας και ήταν αρμόδιος για τον προσδιορισμό του φόρου κληρονομίας, του φόρου μεταβίβασης ακινήτων και γονικών παροχών. Η δικηγόρος Ελένη Χαραλαμποκούλου, η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας με την από 20/2/1995 αναφορά της προς τον Υπουργό Οικονομικών, που περιλαμβάνεται στα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν κατήγγειλε τον κατηγορούμενο ότι κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων ως προϊσταμένου στη ΔΟΥ ... επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά προς την καταγγέλουσα την 1/2/1995 και με έγγραφο από 25/1/1995 που έστειλε ως προϊστάμενος της άνω ΔΟΥ προς τον ΟΤΕ ματαίωσε την πώληση ακινήτου της καταγγέλουσας στον ΟΤΕ και την ζημίωσε καθώς και το Δημόσιο και ακόμη την δυσφήμισε και της φέρθηκε υβριστικά και απειλητικά παραβιάζοντας και το φορολογικό απόρρητο επιδιώκοντας ο ίδιος να αυξήσει την δική του περιουσία και αυτών συγγενικών του προσώπων σε βάρος του Δημοσίου κατόπιν εντολής της Διεύθυνσης Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών διετάχθη η διενέργεια προανάκρισης - ανάκρισης κατά τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα και έλεγχος της περιουσιακής καταστάσεως του κατηγορουμένου ως δημοσίου υπαλλήλου από την επιθεωρήτρια της ΔΕΣ ΔΟΥ Ν. Πειραιά Ξ, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας η οποία μετά το πέρας της έρευνας υπέβαλε αρμοδίως την από 16/2/1998 πορισματική έκθεσή της, η οποία επίσης ανεγνώσθη. Στην έκθεση αυτή γίνεται λόγος ότι προέκυψαν κατά το στάδιο της διοικητικής έρευνας - προανάκρισης - κυρίας ανάκρισης μετά και από άλλες καταγγελίες μεταξύ των οποίων και ανώνυμες όπως ανέφερε εξεταζόμενη ως μάρτυρας η άνω επιθεωρήτρια αλλά και η έτερη μάρτυρας υπάλληλος της ΔΟΥ ... ... στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος είχε αποκτήσει ακίνητα από φορολογούμενους των οποίων τις υποθέσεις είχε χειρισθεί ως προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., ότι κατά τον χειρισμό υποθέσεων φορολογίας κεφαλαίου σε ορισμένες από αυτές ο κατηγορούμενος ενήργησε μεροληπτικά υπέρ των φορολογουμένων και σε βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου και ότι μετά από επανέλεγχο 81 υποθέσεων φορολογίας κεφαλαίου (ΦΜΑ - κληρονομιών - γονικών παροχών - δωρεών προέκυψαν ....... στοιχεία τέλεσης πειθαρχικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο και λοιπούς υπαλλήλους της ΔΟΥ ... όπως αυτά αναφέρονται στα πορίσματα - συμπεράσματα της άνω εκθέσεως της μεταξύ των οποίων και ότι ο κατηγορούμενος σε 70 υποθέσεις φορολογίας μεταβιβάσεων ακινήτων και γονικών παροχών ενεργών άλλοτε ως προϊστάμενος της ΔΟΥ και άλλοτε ως ελεγκτής και προϊστάμενος ενήργησε κατά παράβαση του υπαλληλικού του καθήκοντος με σκοπό να ωφελήσει παρανόμως τους φορολογούμενους και να βλάψει τα συμφέροντα του Δημοσίου προσδιορίζοντας για τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα αξίες πολύ χαμηλότερες από αυτές του επανελέγχου με πιθανή ζημία του δημοσίου από τις πράξεις και παραλείψεις του ανερχόμενη σε ποσό 71.902.559 δραχμών και σε 11 υποθέσεις φορολογίας κληρονομιών που επανελέγχθηκαν ο κατηγορούμενος άλλοτε ως προϊστάμενος και άλλοτε ως ελεγκτής και προϊστάμενος της άνω ΔΟΥ ενήργησε με σκοπό να ωφελήσει παρανόμως τους φορολογουμένους και να βλάψει τα συμφέροντα του Δημοσίου προσδιόρισε για τα κληρονομηθέντα ακίνητα αξίες πολύ χαμηλότερες από αυτές του επαναελέγχου με πιθανή ζημία του δημοσίου ανερχόμενη στο ποσό των 144.705.414 δραχμών. Το Β' Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείο Οικονομικών στη συνεδρίαση της 21.12.2001 με την 75/2001 απόφασή του έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο του αδικήματος της παραβάσεως καθήκοντος και της χαρακτηριστικής αναξίας υπαλλήλου διαγωγής εντός της Υπηρεσίας και έξω από αυτήν και επιβλήθηκε σ' αυτόν κατά πλειοψηφία η ποινή της προσωρινής παύσης πέντε μηνών, Στην άνω απόφασή του το Πειθαρχικό Συμβούλιο αναφέρει ως προς το αποτέλεσμα του επανελέγχου ότι ήταν ελλιπές διότι από τα στοιχεία στη δικογραφία και όσα κατατέθηκαν κατά τη διαδικασία προέκυπτε ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν τα ακριβή και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία δεν εξεδόθησαν φύλλα ελέγχου δεν διετάχθη η βεβαίωση των ανωτέρω φόρων, δεν υπήρξε διαδικασία μεταξύ φορολογικής αρχής και φορολογουμένων, δεν κατεγράφησαν οι απόψεις των φορολογουμένων δεν προσδιορίσθηκε εν τέλει η ζημία σε βάρος του Δημοσίου αλλά απλά έγινε ένας υπολογισμός φορολογητέας αξίας και φόρων χωρίς να υπάρξει συνέχεια της διαδικασίας με συνέπεια η φερόμενη ζημία σε βάρος του Δημοσίου να αμφισβητείται. Έχει απομακρυνθεί ο κατηγορούμενος από την υπηρεσία οριστικώς μετά από ένσταση του Υπουργού Οικονομικών κατά της άνω από 21.12.2001 απόφασης του Β' Πρωτοβαθμίου Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως 3420/2003 του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα εκδοθείσης της αποφάσεως για την οριστική παύση του από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο τον Ιούνιο του έτους 2005 και εκκρεμεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας η πειθαρχική υπόθεση του κατηγορουμένου για την ποινή της οριστικής παύσεώς του από την υπηρεσία. Για τις άνω υποθέσεις φόρου μεταβίβασης και κληρονομιών για τις οποίες η επιθεωρήτρια Ξ διενήργησε προανάκριση διετάχθη Επανέλεγχος της αξίας των ακινήτων. Ο έλεγχος αυτός ανετέθη στις υπαλλήλους της ΔΟΥ ... ... και ..., οι οποίες εξετάσθηκαν ως μάρτυρες και στο ακροατήριο. Αυτές οι υπάλληλοι εξετίμησαν τα περισσότερα από αυτά ακίνητα διαφορετικά από τον κατηγορούμενο από τον οποίο είχαν εκτιμηθεί χαμηλότερα. Καθυστερημένα μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως δόθηκε από την αρμόδια υπερκείμενη διεύθυνση και ειδικότερα τον Μάιο του έτους 2006 εντολή και κοινοποιήθηκαν στους υπόχρεους φορολογουμένους φύλλα ελέγχου με βάση τις εκθέσεις επανελέγχου για τις οφειλόμενες διαφορές φόρου μεταβιβάσεως και κληρονομιών, όπως ανέφερε στην κατάθεσή της η μάρτυρας ... και κοινοποιήθηκαν 312 φύλλα ελέγχου για τα 205 από τα οποία είπε η μάρτυρας αυτή ότι συμβιβάστηκαν οι φορολογούμενοι, για 65 από αυτά δεν εμφανίσθηκαν για να συμβιβασθούν οι φορολογούμενοι και οριστικοποιήθηκαν τα αντίστοιχα φύλλα ελέγχου ενώ για τα 38 από τα κοινοποιηθέντα φύλλα ελέγχου ασκήθηκαν προσφυγές που εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια. Ανέφεραν στις καταθέσεις των οι μάρτυρες υπάλληλοι της ΔΟΥ ... που έκαναν επανέλεγχο στις υποθέσεις μεταβιβάσεως ακινήτων και κληρονομιών που τους υπέδειξε η επιθεωρήτρια Ξ ότι διαπίστωσαν διαφορές στην εκτίμηση των ακινήτων που έλεγξαν σε σχέση με την εκτίμηση σε χαμηλότερα ποσά που είχε γίνει όταν είχε επιληφθεί ο κατηγορούμενος για τον έλεγχο και την φορολόγηση των και ότι υπήρχαν παρατυπίες κατά την εκτίμηση που έγινε δεκτή από τον κατηγορούμενο που οφειλόταν στα συγκριτικά στοιχεία που επέλεγε και ήταν σε αρκετές περιπτώσεις απρόσφορα ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπήρχαν και άλλα συγκριτικά στοιχεία που δεν συνεκτιμήθηκαν από τον κατηγορούμενο και ότι με βάση τα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία που αυτές έλαβαν υπόψη εκτιμώντας την έκταση, την απόσταση από τη θάλασσα τη μορφολογία του εδάφους τη θέση του κάθε ακινήτου κατά τον επανέλεγχο προέκυψαν αυτές οι μεγάλες διαφορές στις εκτιμήσεις από τις οποίες προέκυπταν και διάφορες στον φόρο που οφειλόταν. Η επιθεωρήτρια Ξ ανέφερε εξεταζόμενη ότι απέκτησε ο κατηγορούμενος και συγγενικά του πρόσωπα ακίνητα, καθώς και δύο συναδέλφους του που προέρχονταν από κληρονομίες ..., ... και ..., την φορολογία των οποίων χειριζόταν ο ίδιος και καταλόγισε επίσης στον κατηγορούμενο ότι δεν καταχωρούνταν στο βιβλίο συγκριτικών στοιχείων που ετηρείτο στη ΔΟΥ ... όλες οι υποθέσεις για διαφόρους κατά την άποψη της επιθεωρήτριας λόγους, καθώς και ότι για τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονταν ή ήταν κληρονομιαία δεν είχαν ληφθεί τα σωστά συγκριτικά στοιχεία και έτσι από τον επανέλεγχο που έκαναν οι υπάλληλοι της ΔΟΥ ... προέκυπταν διαφορές στην αξία και στη διαφορά φόρου που ήταν μεγάλη και δεν εδικαιολογείτο. Αναφέρθηκε η μάρτυρας ..., εξ αφορμής της καταγγελίας της οποίας ελέχθηκαν οι υποθέσεις φορολογίας μεταβιβάσεων και κληρονομικών ακινήτων κειμένων στην περιφέρεια αρμοδιότητος ΔΟΥ ... όσο ήταν προϊστάμενος σ' αυτήν ο κατηγορούμενος που οδήγησαν μετά την υποβολή της πορισματικής εκθέσεως της επιθεωρήτριας Ξ στην άσκηση ποινικής διώξεως κατά ου κατηγορουμένου και στην παραπομπή του στο ακροατήριο για κακουργηματική απιστία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με το υπ' αριθμό 3/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ότι διαφορετικά εκτιμήθηκε από τον κατηγορούμενο το ακίνητο που είχε αγοράσει η μητέρα της άνω μάρτυρος σε 2.800.000 δρχ. και διαφορετικά όμορο ακίνητο στην ...που είχε αγορασθεί στο όνομα της πεθεράς του κατηγορούμενου ... σε 400.000 δρχ αν και προέρχονταν αμφότερα τα ακίνητα από εκείνα της κληρονομιάς ... στην περιοχή ...και η έκταση καθενός των δύο ακινήτων δεν διέφερε παρά μερικά τετραγωνικά μέτρα και δεν μειονεκτούσε από άποψη θέσης το ακίνητο της πεθεράς του, το οποίο αγοράσθηκε από τον ΟΤΕ μετά την ματαίωση της αγοράς από τον ΟΤΕ του ακινήτου της μητέρας της μάρτυρος. Από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν κατά πρόταση του κατηγορούμενου υποστηρίχθηκε ότι δεν ήταν σωστές οι εκτιμήσεις των υπαλλήλων που έκαναν τον επανέλεγχο για τις μεταβιβάσεις και τις κληρονομίες ακινήτων που είχε χειρισθεί ο κατηγορούμενος ως Οικονομικός Έφορος ... και ότι είναι υποκειμενικό το ζήτημα της εκτιμήσεως των ακινήτων. Ακόμη από τους μάρτυρες υπεράσπισης αναφέρθηκε ότι είχαν ελλείψεις οι εκθέσεις επανελέγχου για τα ακίνητα στα οποία είχε βεβαιώσει τον φόρο βάσει δηλώσεων ο κατηγορούμενος και δεν αναφέρονταν ειδικότερα οι λόγοι για τους οποίους πλεονεκτούσε η μειονεκτούσε το κρινόμενο ακίνητο σε κάθε περίπτωση και παρακωλυόταν η σωστή εκτίμηση από το ότι δεν υπήρχαν προφανώς πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία ενώ ήταν δυσχερέστερη η εκτίμηση για τον έφορο στις περιπτώσεις προεκτιμήσεων στις οποίες δεν γίνονταν τις περισσότερες φορές αυτοψίες ενώ ο επανέλεγχος έχει τη δυνατότητα να προβεί στην εκτίμηση με βάση περισσότερα στοιχεία και με τα συμβόλαια για τα ακίνητα. Επίσης από την πλευρά των μαρτύρων υπεράσπισης εκφράσθηκαν αμφιβολίες για την προσαύξηση κατά 20% της τιμής των ακινήτων που δεν ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις αλλά εφαρμοζόταν στην φορολογία της μεγάλης ακίνητης περιουσίας για να διευκολύνεται η περαίωση υποθέσεων φορολογουμένων αν δέχονταν την αύξηση της αξίας της ακίνητης περιουσίας των κατά 20% προκειμένου να μη γίνει έλεγχος όπως διαφορετικά θα συνέβαινε και επισήμαναν ότι για την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων ήταν αυθαίρετη η μέθοδος να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της τιμής από περισσότερα συγκριτικά στοιχεία. Υποστήριξε ο κατηγορούμενος στην απολογία του ότι ήταν επινόηση των υπαλλήλων που έκαναν επανέλεγχο η μέθοδος του μέσου όρου από ετερόκλητα στοιχεία για να εκτιμήσουν την αξία των ακινήτων των υποθέσεων που είχε χειρισθεί ο ίδιος ως προϊστάμενος της ΔΟΥ ... και ότι με αυτή τη μέθοδο υπολόγιζαν την αξία των ελεγχόμενων ακινήτων σε ότι η αξία ήθελαν αντί να αναζητούν προσφορά στοιχεία για κάθε κρινόμενο και τις ειδικές συνθήκες στην περιοχή. Εξήγησε στην κατάθεση της η εκ των υπαλλήλων που διενήργησαν τον επανέλεγχο ... ότι υπολόγιζαν την αξία κάποιων ακινήτων που ήταν ικανής εκτάσεως με βάση το μέσο όρο της αξίας των ακινήτων που λήφθηκαν ως συγκριτικά στοιχεία από το ότι δεν υπήρχαν άλλα καταλληλότερα και το κρινόμενο για το οποίο γινόταν ο επανέλεγχος λόγω της μεγάλης έκτασης του ήταν μικρότερης αξίας. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν στην κατ' έφεση δίκη από το Πενταμελές Εφετείο ανέφεραν εξεταζόμενοι απέδωσαν τις διαφορές στις εκτιμήσεις ότι προέρχονται από την αξία της αρχικής τιμής μονάδος των ακινήτων και ότι απέκλεισαν από τη σύγκριση ορισμένα συγκριτικά στοιχεία για ακίνητα μικρής εκτάσεως όταν το κρινόμενο ήταν εκτάσεως πολλών στρεμμάτων και ότι από τα συγκριτικά στοιχεία που είχαν ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση των ακινήτων από τον κατηγορούμενο και τα συγκριτικά στοιχεία που είχαν επικαλεσθεί οι υπάλληλοι του επανέλεγχου επέλεγαν το πλέον πρόσφορο που δεν συνέπιπτε με το συγκριτικό στοιχείο του επανέλεγχου και επίσης ότι συμβουλεύθηκαν το βιβλίο που ετηρείτο στην εφορία ... με τις τιμές των ακινήτων που εχρησιμοποιούντο ως συγκριτικά στοιχεία. Ανέφεραν ακόμη οι πραγματογνώμονες ότι για τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων που αφορούσε αντάλλαξαν απόψεις σε τεχνικά θέματα όπως αυτό της απόστασης των ακινήτων από τη θάλασσα και ότι έγινε ο υπολογισμός της αξίας μετά την επιλογή του κατάλληλου συγκριτικού στοιχείου και την προσαρμογή της ανά τ.μ. αξίας του με επαύξηση ή απομείωση προς ανεύρεση της αξίας του κρινόμενου ύστερα από συζητήσεις με κατασκευαστές ή αγοραστές για το πόση ήταν η τάση μεταβολής των τιμών των ακινήτων στην περιοχή και δεν απέκλεισε τη χρήση διαφορετικών συντελεστών από την πλευρά των τεχνιτών συμβούλων του Δημοσίου και του κατηγορουμένου επισημαίνοντας ότι η διαφορά των συντελεστών επαύξησης και απομείωσης είναι δυνατό να οδηγήσει σε διαφορετικές εκτιμήσεις καθώς και τη δυσχέρεια του προσδιορισμού της αξίας ενός ακινήτου με κρίσιμο χρόνο αυτόν των δέκα ετών πριν από τότε που έγινε η πραγματογνωμοσύνη από το ότι ήταν ενδεχόμενο να είχε εντωμεταξύ αναπτυχθεί πάρα πολύ η περιοχή όπως στον ... που ήταν περιοχή υπό εξέλιξη. Ανέφερε ακόμη ο πραγματογνωμόνων Θ ότι για την εκ μέρους των πραγματογνωμόνων εκτίμηση των ακινήτων που αναφέρουν στην έκθεση που συνέταξαν αυτός και ο Ζ έλαβε υπόψη μετά των λοιπών στοιχείων και την εμπορευσιμότητα του κάθε ακινήτου για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος των που δεν είχε ληφθεί υπόψη από τον οικονομικό έφορο κατά τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων για τον προσδιορισμό του φόρου που οφειλόταν από τους υποχρέους. Έγινε επίσης λόγος από τους πραγματογνώμονες ότι δεν έπρεπε για ένα από τα ακίνητα που έπρεπε να ελεγχθούν εκτάσεως 765 στρεμμάτων που θεωρήθηκαν παραθαλάσσια να αθροισθεί η αξία ανά τ.μ. των ακινήτων έκτασης 4 στρεμμάτων και 126 στρεμμάτων των οποίων έγινε χρήση ως συγκριτικών στοιχείων όπως κατά τον επανέλεγχο οι υπάλληλοι της Εφορίας ... έκαναν για τον υπολογισμό της τιμής μονάδος με βάση την οποία προέβησαν σε αποτίμηση του κρινόμενου αλλά σε άλλο σημείο της καταθέσεως του ο πραγματογνώμονας Ζ δέχθηκε ότι για ορισμένα από τα κρινόμενα ακίνητα αυτά εκτεινόμενα προς το βουνό σε μεγάλη απόσταση προέβησαν και οι ίδιοι σε υπολογισμό της ανά τ.μ. τιμής των με βάση τη μέθοδο του μέσου όρου με κριτήριο ότι δεν ήταν δυνατό να είναι όλα δίπλα στην θάλασσα. Ο κατηγορούμενος ως Οικονομικός Έφορος κατά τον κρίσιμο χρόνο στην ... όπως αποδείχθηκε από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος στην απολογία του ήταν ο αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος που είχε την ιδιότητα του διαπιστευμένου την διαχείριση δημόσιας περιουσίας ως προς τον προσδιορισμό του φόρου κληρονομίας κατά την έννοια των διατάξεων του Κώδικα φορολογίας κληρονομιών και κατά τις διατάξεις που ίσχυαν τότε για τη φορολογία μεταβιβάσεως ακινήτων έχοντας την εξουσία να προσδιορίσει την αξία της κληρονομιάς περιουσίας και των μεταβιβαζόμενων ακινήτων και ακόμη να καθορίσει τον φόρο που αναλογούσε στον υπόχρεο για την καταβολή σε κάθε περίπτωση. Ο κατηγορούμενος ως Οικονομικός Έφορος ... γνώριζε ότι ήταν αρμόδιος να προέρχεται στον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονταν από επαχθή αιτία στην περιοχή αρμοδιότητας της ΔΥΟ ... στην οποία προϊστατο και ότι για τα ακίνητα αυτά που ευρίσκοντο σε περιοχές στις οποίες δεν ίσχυε το αντικειμενικό σύστημα προκειμένου να υπολογισθεί ο οικείος φόρος ελαμβάνετο υπόψη η αγοραία αξία που είχαν τα ακίνητα κατά την ημέρα μεταβίβασής των ή γένεσης της φορολογικής υποχρεώσεως. Επίσης γνώριζε αυτός ότι η αγοραία αξία των ακινήτων αυτών διαμορφωνόταν ελεύθερα σύμφωνα με την προσφορά και ζήτησή των σε συνάρτηση με τις ειδικές συνθήκες που διαμορφώνονταν στην περιοχή καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ιδιομορφίες των μεταβιβαζόμενων ακινήτων καθώς και ότι για τον προσδιορισμό της αξίας των λαμβάνονταν υπόψη και συνεκτιμώνταν τα στοιχεία μεταβίβασης παρόμοιων περιουσιακών στοιχείων πλησιοχώρων και ομοειδών προς αυτά τα οποία προέκυπταν από άλλα συμβόλαια ή κτήσεις αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή απαλλοτριώσεων ή δικαστικών διανομών που ήταν πρόσφορο και επαρκής και ασκούσαν ουσιαστική επιρροή στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας και ότι τα συγκριτικά στοιχεία καταχωρούντων σε ειδικό βιβλίο που ετηρείτο σε κάθε ΔΟΥ και έπρεπε να είναι στη διάθεση των φορολογουμένων. Επιβεβαιώνεται από όσα ανέφεραν εξεταζόμενοι ως μάρτυρες οι υπάλληλοι της ΔΟΥ ...που έκαναν τον επανέλεγχο της αξίας των κληρονομιαίων και μεταβιβασθέντων ακινήτων που είχαν εκτιμηθεί και είχε προσδιορισθεί από τον κατηγορούμενο ο οφειλόμενος από τους υπόχρεους γι' αυτά φόρος σε συνδυασμό με όσα κατέθεσε η επιθεωρήτρια Ξ και από τα στοιχεία του βιβλίου της Εφορίας ... με τις τιμές μονάδος των ακινήτων που είχαν μεταβιβασθεί ότι ο κατηγορούμενος ως Οικονομικός Έφορος ... αρμόδιος για τον προσδιορισμό του φόρου κληρονομιάς και του φόρου μεταβιβάσεως στις αναφερόμενες στο διατακτικό περιπτώσεις (τρεις (3) φορολογίας κληρονομιών μία (1) φορολογίας γονικής παροχής και τριάντα έξι (36) φορολογίας μεταβιβάσεως ακινήτων) προέβη στον προδιορισμό της αξίας των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας και στον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν σε ποσά μικρότερα της πραγματικής κατά τον χρόνο που γεννήθηκε η φορολογική υποχρέωση των κληρονόμων και κατά τον χρόνο που έγινε κάθε μεταβίβαση, ενεργώντας έτσι κατά παράβλεψη των στοιχείων που ήταν στο βιβλίο τιμών της Εφορίας ... και μπορούσαν να αποτελέσουν προσφορά συγκριτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας των ελεγχόμενων ακινήτων και τον προσδιορισμό και καταλογισμό με βάση αυτήν του φόρου κληρονομίας ή μεταβίβασης που οφειλόταν για να ελαττώσει τη δημόσια περιουσία τη διαχείριση της οποία είχε ως προς τον προσδιορισμό των φόρων αυτών θέλοντας να ωφελήσει τους υπόχρεους σε καταβολή των φόρων. Στην υπ' αριθμό φακέλου 341/3.10.1991 υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου παρασύρθηκε ο κατηγορούμενος από το ότι αγοράστρια του ακινήτου (αγροτεμάχιο 4000 τ.μ., στη θέση ... σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων από τη θάλασσα) ήταν η σύζυγος του ... και αποτίμησε την αξία του λιγότερο από την πραγματική με συνέπεια να καταβληθεί φόρος λιγότερος ήταν 305,910 δραχμές από τον οφειλόμενο δεχόμενος ότι ήταν εντός αρχαιολογικού χώρου όπως ανέφεραν και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν με την 422/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών παρά το ότι δεν υπήρχαν δικαιολογητικά ότι χαρακτηριζόταν η μεταβιβασθήσα έκταση ως εντός αρχαιολογικού χώρου ενώ με βάση τα συγκριτικά στοιχεία ΦΜΑ Γ43/1989 και ΦΜΑ 244/1987 η τιμή μονάδος για τα αγροτικά ακίνητα στην ίδια περιοχή ανερχόταν σε 900 δρχ ανά τετραγωνικό μέτρο και όχι σε λιγότερο όπως με βάση εσφαλμένες παραμέτρους υπολόγισαν οι πραγματογνώμονες και ο κατηγορούμενος και ήθελε να ευνοηθεί ως αγοράστρια η σύζυγός του και δεν προέβη ούτε σε αναγωγή μετά από ετήσια αναπροσαρμογή της τιμής μονάδας του συγκριτικού στοιχείου προκειμένου να αναχθεί στο έτος της δήλωσης μεταβίβασης. Στην υπ' αριθμό 348/1991 υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου που αφορούσε 2 αγροτεμάχια συνολικής επιφάνειας 9377,5 τ.μ. (ένα επιφάνειας 5267,5 τ.μ. σε απόσταση 500 μέτρων από τη θάλασσα) και έτερο επιφάνειας 4110 τ.μ. με πρόσβαση παλαιά από χωματόδρομο με αγοράστρια την ... συγγενή του κατηγορούμενου (μητέρα της συζύγου του) αποτιμώθηκε από αυτόν η αξία του μεταβιβαζόμενου λιγότερο κατά 7012500 δραχμές από την πραγματική δεχόμενος ότι η απόσταση από τη θάλασσα των μεταβιβαζόμενων ήταν 2000 μέτρα και με βάση συγκριτικά στοιχεία προγενέστερα κατά δύο έτη από εκείνο του χρόνου της κρινόμενης μεταβιβάσεως που απείχαν 1000 μέτρα από τη θάλασσα για να ευνοήσει την άνω συγγενή του που ωφελήθηκε τη διαφορά φόρου από 771123 δραχμές που απέφυγε να πληρώσει με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Εσφαλμένα από τους πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο αποτιμήθηκε η ανά τ.μ. αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων μόνον σε 670 δρχ. με βάση το συγκριτικό στοιχείο που είχε χρησιμοποιηθεί από τον κατηγορούμενο για ακίνητο που απείχε 1000 μέτρα από τη θάλασσα. Στην υπ' αριθμό 84/1992 υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου που αφορούσε αγροτεμάχιο 4079,75 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 700 μέτρων από θάλασσα αγοράστρια του οποίου ήταν η εξετασθείσα ως μάρτυρας ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, μικρότερη κατά 4899000 δρχ. από την πραγματική με βάση άλλο μεταβιβασθέν προηγουμένως το ίδιο έτος ακίνητο που απείχε 1000 μέτρα από τη θάλασσα και η ανά τ.μ. τιμή του οποίου είχε καθορισθεί σε 1300 δρχ από αυτόν ενώ με βάση τα συγκριτικά στοιχεία που έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο και αφορούσαν ακίνητα στην ίδια περιοχή που απείχαν λιγότερο από 750 μέτρα από τη θάλασσα η ανά τ.μ. τιμή του κρινόμενου δεν υπολειπόταν του ποσού των 2500 δρχ και έτσι καθόρισε ο κατηγορούμενος τον οφειλόμενο φόρο μικρότερο κατά 554683 δρχ οφελώντας την αγοράστρια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου κατά αντίστοιχο ποσό, δεν είναι δε εναρμονισμένη με την πραγματικότητα η άποψη των πραγματογνωμόνων που όρισε το δικαστήριο ότι η αξία ανά τ.μ. του μεταβιβασθέντος άνω αγροτεμαχίου ανερχόταν σε 1400 δρχ διότι παραβλέπουν ότι το κρινόμενο ακίνητο πλεονεκτούσε του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό στοιχείο το οποίου έκανε χρήση ο κατηγορούμενος για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του. Κατά τον ίδιο τρόπο ενήργησε ο κατηγορούμενος και στις υποθέσεις φόρου μεταβιβάσεως υπ' αριθμό φακέλου 85/1992 και 86/1992 με αγοραστές στην πρώτη τους ... - ... και στη δεύτερη τις ... ... που αφορούσαν μεταβίβαση αγροτεμαχίων 4343,73 τ.μ. στην πρώτη και 4053,31 τ.μ. στην δεύτερη περίπτωση σε απόσταση 900 μέτρων από τη θάλασσα στη θέση ... και προσδιόρισε την αγοραία αξία των μικρότερη κατά 5209000 δρχ στην πρώτη περίπτωση και κατά 413700 δρχ στη δεύτερη περίπτωση από την πραγματική αξία των με βάση το μεταβιβασθέν προηγουμένως το ίδιο έτος ακίνητο επιφάνειας 4055 τ.μ. που απείχε 1000 μέτρα από τη θάλασσα ενώ με βάση τα άλλα συγκριτικά στοιχεία που υπήρχαν στο βιβλίο τιμών μεταβίβασης ακινήτων που ετηρείτο στη ΔΟΥ ... και των οποίων έγινε χρήση από τον επανέλεγχο και των οποίων κανόνων μνεία και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο στην από 4/10/2000 έκθεσή των η ανά τ.μ. τιμή των κρινόμενων ακινήτων δεν υπολειπόταν κατά το χρόνο που έγιναν οι μεταβιβάσεις των του ποσού των 2500 τ.μ. και έτσι καθόρισε ο κατηγορούμενος τον οφειλόμενο φόρο μικρότερο κατά 507.780 δρχ στην πρώτη περίπτωση και κατά 494.740 δρχ στη δεύτερη περίπτωση για να ευνοήσει τους αγοραστές με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που όρισε το Δικαστήριο παρασύρονται από την άποψη ότι θεωρούν πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο που επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος για να καθορίσει την αξία των μεταβιβαζόμενων άνω αγροτεμάχιων παρά το ότι αυτά πλεονεκτούσαν του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό και καταλήγουν στο μη ορθό συμπέρασμα ότι η αγοραία αξία των δεν υπερέβαινε τις 5.864.000 δρχ στην πρώτη περίπτωση και τις 5472000 δρχ στη δεύτερη περίπτωση και ότι ήταν 24603 και 22966 δραχμές μόνον οι διαφορές ου φόρου, που οφειλόταν επιπλέον εκείνου που προέκυψε με βάση την αγοραία αξία των, όπως καθορίσθηκε από τον κατηγορούμενο. Επίσης στην υπόθεση μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 376/1992 για αγροτεμάχιο επιφανείας 34279 τ.μ. στη θέση ... με αγοραστή τον ... και την ... ο κατηγορούμενος υποτίμησε την αγοραία αξία του με κατά ποσό 13763000 δραχμών για να ωφελήσει τους αγοραστές κατά την προκύπτουσα διαφορά φόρου 1538750 δρχ με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου παραβλέποντας άλλα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... που έλαβαν υπόψη οι υπάλληλοι του επανελέγχου. Οι πραγματογνώμονες που διορίσθηκαν από το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη μόνο το συγκριτικό στοιχείο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος (434/91) ως πρόσφορο προσδιόρισαν την αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου που ήταν με ορεινή περιοχή στο κέντρο του νησιού μόνον σε 10282000 δρχ παραβλέποντας ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για τρία όμορα αγροτεμάχια 8468+9555+6249 τ.μ. που απείχαν 300 μ. από τον επαρχιακό δρόμο ... και ότι η ανά τ.μ. τιμή για τα ακίνητα αυτά στον κρίσιμο χρόνο ήταν 600 δρχ ανά τ.μ. . Περαιτέρω ο κατηγορούμενος στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 87/1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο στη θέση ..., επιφανείας 3275 τ.μ. με κάποιο ερειπωμένο κτίσμα εντός αυτού και συνόρευε με κοινοτικό δρόμο ... και προερχόταν από ακίνητα της κληρονομιάς ... για να ωφελήσει τον εαυτό του, που ήταν αγοραστής του άνω αγροτεμαχίου προσδιόρισε την αγοραία αξία του, με βάση τα συγκριτικά στοιχεία ΦΜΑ 365/1989 και 64/1991, που αφορούσαν αγροτικά ακίνητα που απείχαν 1500 μέτρα από τη θάλασσα και θεωρώντας ότι το κρινόμενο απείχε περί τα 1000 μέτρα από τη θάλασσα ενώ στην πραγματικότητα το εν λόγω ακίνητο απείχε περί τα 230 μέτρα από τη θάλασσα. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου σε 818750 δραχμές παραβλέποντας αλλά πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών μεταβιβαζόμενων ακινήτων της ΔΟΥ ... που έλαβαν υπ' όψη οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο και αφορούσαν αγροτικά ακίνητα 1003 τ.μ. 613,8 τ.μ. και 4036 τ.μ. καθώς και 435 τ.μ. και με βάση τα οποία η ανά τ.μ. τιμή μεταβίβασης των ακινήτων στη ίδια περιοχή ήταν 1200 δρχ και η πραγματική αξία του κρινόμενου ακινήτου κατά τον χρόνο μεταβίβασης ανερχόταν σε 392,000 δρχ όπως υπολογίσθηκε από τις υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο και έτσι ωφελήθηκε αυτό την διαφορά του φόρου από 288413 δραχμές με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο υπολόγισαν την αξία του μεταβιβασθέντος στον κατηγορούμενο ακινήτου σε 1.392.000 δρχ θεωρώντας ότι αυτό απείχε 1000 μέτρα από τη θάλασσα και δεν έλαβαν υπόψη ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο το υπ' αριθμό ΦΜΑ 247/1993 που αφορούσε μεταβίβαση ομόρου προς το κρινόμενο ακινήτου επιφάνειας 4036 τ.μ. προς 1250 δρχ ανά μ2 με αποτέλεσμα να μη θεωρείται ότι αυταποκρίνεται στην πραγματικότητα η αποτίμησή των. Ακόμη ο κατηγορούμενος στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 103/1993 που αφορούσε οικόπεδο επιφάνειας 677,95 τ.μ. στο ... με θέα στη θάλασσα σε απόσταση 200 μ. από αυτήν με αγοράστριες τις ... και ..., καθώς και την υπόθεση 109/1993 που αφορούσε αγορά οικοπέδου της αυτής εκτάσεως στην ίδια θέση από τους ... και .... προσδιόρισε την αγοραία αξία του με βάση συγκριτικό στοιχείο υπ' αριθμ. ΦΜΑ 84/1990 που αφορούσε μεταβίβαση ακινήτου που απείχε 753 μ2 προς 14500 δρχ ανά τ.μ., σε 10.158.750 δρχ παραβλέποντας ότι είχε παρέλθει τριετία από εκείνη τη μεταβίβαση και ότι το κρινόμενο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και ότι η πραγματική αξία του εν όψει της θέσεώς του και της αρτιότητος και της δυνατότητος να ανεγερθεί επ' αυτό οίκημα ήταν 13545000 δρχ. όπως δέχθηκαν οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο. Η κρίση των πραγματογνωμόνων που όρισε το δικαστήριο για το ότι η πραγματική αξία του κρινόμενου ήταν 11175000 δρχ ελέγχεται ως απέχουσα από την τιμή των εντός σχεδίου οικοδομήσιμων ακινήτων στον οικισμό ... κατά τον κρίσιμο χρόνο και επηρεάζεται από την στήριξη του συμπεράσματός των στο συγκριτικό στοιχείο που χρησιμοποίησε ο Χ, ο οποίος ενήργησε έτσι για να ωφελήσει τις αγοράστριες στην πρώτη περίπτωση και τις αγοράστριες στη δεύτερη την άνω υποθέσεων κατά την διαφορά φόρου που προέκυπτε από 383.662 δρχ. με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 121/28.5.1993 που αφορούσε μεταβίβαση δύο αγροτεμαχίων ενός εκτάσεως 5415 τ.μ. και ετέρου εκτάσεως 4868 τ.μ. (συνολική επιφάνεια 10.283 τ.μ.) στην θέση ... που δηλώθηκε ότι ήσαν σε απόσταση 1000 μέτρα από τη θάλασσα και 500 μέτρα από τη δημόσια οδό ... με θέα στη θάλασσα σε ορισμένα σημεία, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σε μικρότερη των 800 μέτρων από τη θάλασσα, με αγοραστή τον ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία των, με βάση το συγκριτικό στοιχείο υπ' αριθμό ΦΜΑ 63/1993 που αφορούσε σε μεταβίβαση ακινήτου σε απόσταση μεγαλύτερη από 500 μέτρα από τη θάλασσα σε 1110 δρχ ανά τ.μ. και συνολικά σε 11.300.000 δρχ παραβλέποντας ότι η πραγματική αξία των άνω ακινήτων εν όψει του ότι ήταν σε μικρότερη απόσταση από τη δηλωθείσα από την θάλασσα και είχαν θέα προς τη θάλασσα και με βάση και τα άλλα συγκριτικά στοιχεία υπ' αριθμ. 214/1988 και 61/1992 των οποίων έγινε χρήση από τους υπαλλήλους του επανελέγχου η πραγματική αξία των άνω ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τιμή 1300 δρχ ανά τ.μ. όπως αναφέρουν και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο στην από 4/12/2006 έκθεσή των και ανερχόταν η συνολική αξία των άνω μεταβιβασθέντων σε 13.367.900 δρχ. Ενήργησε δε έτσι ο κατηγορούμενος για να ωφελήσει τον αγοραστή κατά τη διαφορά φόρου που προέκυπτε από 233.013 δραχμές με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Περαιτέρω στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 196/1993 που αφορούσε την αγορά 1/4 αγροτεμαχίου επιφανείας 6681 τ.μ. στη θέση ... από τον υπάλληλο της ΔΟΥ ... ... και για το οποίο είχε δηλωθεί ότι είναι σε απόσταση 600 μέτρων από τη θάλασσα ενώ κατά τον επανέλεγχο και την αυτοψία των πραγματογνωμόνων έγινε δεκτό ότι απείχε 500 μέτρα από τη θάλασσα προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου άνω ακινήτου σε 200.000 δραχμές με τιμή εκτίμησης ανά τ.μ. 120 δρχ παραβλέποντας ότι με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... ΦΜΑ 18/1993 για αγροτεμάχιο 1000 τ.μ. προς 700 δρχ ανά μ2 σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα και ΦΜΑ 146/1993 για αγροτεμάχιο 4703 τ.μ. προς 1100 δρχ ανά μ2 που απείχε 200 μέτρα από τη θάλασσα που έλαβε υπόψη ο επανέλεγχος η πραγματική αγοραία αξία του κρινόμενου κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ανερχόταν σε 1670000 δραχμές με τιμή εκτίμησης 1000 δρχ ανά τετραγωνικό μέτρο, όπως ορθώς υπολογίσθηκε από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω με σκοπό να ωφελήσει τον άνω αγοραστή συνάδελφό του στην ΔΟΥ ... κατά το ποσό της διαφοράς φόρου από 136252 δραχμές, με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου ενώ υπολείπεται της πραγματικής αξίας του άνω ακινήτου κατά τον χρόνο μεταβίβασής του ο υπολογισμός εκ μέρους των πραγματογνωμόνων που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο της αγοραίας αξίας του σε 1002000 δραχμές με βάση μόνον το συγκριτικό στοιχείο από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ .... Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό 201/1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο εκτάσεως 146728,75 τ.μ. στη θέση... μέρος του οποίου εφάπτεται στη θάλασσα και εκτείνεται και σε δύσβατη περιοχή με υπόχρεο αγοραστή του ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία χρησικτησίας σε 40000000 δρχ με υπολογισμό της τιμής ανά τ.μ. σε 275 δρχ και στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό 202/1993 που αφορούσε μεταβίβαση του ίδιου αγροτεμαχίου αλλά εκτάσεως κατά νέα μέτρηση 150728,75 τ.μ. με πολλούς αγοραστές προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία του σε 45.000.000 δραχμές με υπολογισμό της τιμής ανά τ.μ. σε 299 δραχμές, παραβλέποντας πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... όπως τα ΦΜΑ 166/1992 για αγροτεμάχιο 9473 μ2 Χ 450 δρχ. σε απόσταση 1000 μέτρων από θάλασσα, ΦΜΑ 138/1993 για αγροτεμάχιο 4380 μ2 προς 500 δρχ σε απόσταση 60 μέτρων από τη θάλασσα, ΦΜΑ 130/1993 για αγροτεμάχιο 46760 τ.μ. Χ 350 δρχ., που έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο και εκτίμησαν ορθώς με τιμή εκτίμησης 350 δρχ ανά τ.μ. την αξία του ακινήτου που αφορούσε η ΦΜΑ 201/1993 σε 51.355.000 δρχ και την αξία του ακινήτου που αφορούσε η ΦΜΑ 2002/1993 σε 52750000 δρχ ο κατηγορούμενος ενήργησε όπως προαναφέρθηκε για να ωφελήσει τον υπόχρεο σε φορολογία της ΦΜΑ 201/1993 κατά την προκύπτουσα διαφορά φόρου από δραχμές 1286522 και για να ωφελήσει τους αγοραστές στην ΦΜΑ 202/1993 κατά την προκύπτουσα διαφορά φόρου από δραχμές 718886 με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο παρασυρόμενοι από το ότι το συγκριτικό στοιχείο που αναφέρουν ότι έκανε χρήση ο κατηγορούμενος υστερούσε τρία χρόνια της μεταβίβασής του υπό εκτίμηση ακινήτου και το ότι κατά την άποψή τους το ακίνητο που αφορούσε το συγκριτικό ΦΜΑ 130/1993 του οποίου έγινε χρήση από τους υπαλλήλους του επανελέγχου ήταν σε μεγαλύτερη απόσταση από τη θάλασσα από ότι το κρινόμενο εσφαλμένως με τιμή εκτίμησης μόνον 240 δρχ ανά τ.μ. προέβησαν σε προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου σε 35.215.000 δραχμές όσον αφορά τη δήλωση ΦΜΑ 201/1993 και σε 36175000 δραχμές ΦΜΑ 202/1993. Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 304/1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο επικλινές επιφάνειας 4007 τ.μ. σε απόσταση 200 μέτρων από τη θάλασσα στη θέση ..., το οποίο αποτελεί τμήμα των ακινήτων της κληρονομίας ... ολικής έκτασης 150568 τ.μ. στην περιοχή ... με αγοραστές τον ίδιο τον κατηγορούμενο και τους συναδέλφους τους στη ΔΟΥ ... ... και ... με βάση μη πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία (ΦΜΑ 258/93) για ακίνητο 4002 τ.μ. Χ 650 δρχ ανά τ.μ. και (ΦΜΑ 281/1993) για ακίνητο 4012 τ.μ. Χ 1400 δρχ ανά τ.μ. ο κατηγορούμενος προσδιόρισε με τιμή εκτίμησης 300 δρχ. ανά τ.μ. την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου σε 1.200.000 δρχ παραβλέποντας πρόσφορα έτερα στοιχεία από το βιβλίο τιμών ΔΟΥ ... όπως το στοιχείο ΦΜΑ 210/1993 για αγροτεμάχιο 4049 τ.μ. σε απόσταση μικρότερη από 500 μ. από τη θάλασσα προς 1400 δρχ ανά μ2, που έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι του επανελέγχου και το στοιχείο ΦΜΑ 211/1993 για αγροτεμάχιο 400 τ.μ. σε απόσταση μικρότερη από 500 μέτρα από τη θάλασσα προς 1300 δρχ ανά τ.μ. και το στοιχείο ΦΜΑ 192/1993 για αγροτεμάχιο 4011 τ.μ. σε απόσταση μικρότερη από τη θάλασσα προς 1200 δρχ ανά τ.μ. και με βάση τα οποία η πραγματική αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με τιμή εκτίμησης από 1000 δρχ ανά τ.μ. ανερχόταν σε 4007000 δρχ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον εαυτό του και τους λοιπούς συναγοραστές κατά την προκύπτουσα διαφορά φόρου από 259560 δραχμές με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο προσδιόρισαν την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου σε 3.125.000 δραχμές ακολουθώντας τη μέθοδο προσέγγισης της τιμής μονάδος ως τον μέσο όρο των συγκριτικών στοιχείων των οποίων έγινε χρήση από τον κατηγορούμενο και εκείνων των οποίων έγινε χρήση από τον επανέλεγχο με την ασαφή εκτίμηση ότι τα άνω συγκριτικά στοιχεία ήταν ανάλογα με το από εκτίμηση ενώ λαμβάνοντας υπόψη τα πλέον πρόσφορα από αυτά έπρεπε να προβούν στην αποτίμηση της αξίας του κρινόμενου ακινήτου με τιμή μονάδας, μη υπολειπόμενη των 1000 δρχ. για τον χρόνο μεταβίβασης. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 305/1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο 16303 τετραγωνικών μέτρων στη θέση ... σε απόσταση 900 μέτρων από τη θάλασσα σε περιοχή μεταξύ ... και ... όπου κατά την αυτοψία πραγματογνωμόνων υπήρχαν κατοικίες και περί τα 100 μέτρα αριστερά από την επαρχιακή οδό σε ύψωμα με εύκολη πρόσβαση και ήπιο ανάγλυφο έδαφος με αγοραστές τους ... και ..., ο κατηγορούμενος με βάση συγκριτικό στοιχείο την 400/1992 δήλωση φόρου για αγοραπωλησία που είχε γίνει το έτος 1992 και αφορούσε αγροτεμάχιο 4555 τ.μ. προς 1600 δρχ. ανά μ2, χρήση του οποίου έγινε και από τους υπαλλήλους που έκαναν του επανέλεγχο, προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβαζομένου ακινήτου στο ποσό των 21.300.000 δραχμών με τιμή εκτίμησης 1300 δρχ. ανά μ2 ενώ εν όψει του ότι το συγκριτικό στοιχείο ήταν του προηγουμένου έτους και αφορούσε μικρότερης έκτασης ακίνητο έπρεπε να υπολογισθεί η αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 27.715.000 δραχμές με βάση τιμή μονάδος από 1700 δρχ, όπως ορθώς εκτιμήθηκε από τους υπαλλήλους του επανελέγχου. Ο κατηγορούμενος ενήργησε έτσι για να ωφελήσει τους αγοραστές αυτού του ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου που προέκυπτε από 738852 δραχμές με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου, ενώ οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν με την 422/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών εσφαλμένως υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 26085000 δραχμές θεωρώντας ότι αν είχε 1200 μέτρα από τη θάλασσα το ακίνητο και παραβλέποντας ότι ο χρόνος μεταβιβάσεως του κρινόμενου ήταν ένα έτος αργότερα από εκείνον της μεταβίβασης του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 400/1992 που λήφθηκε υπόψη και έπρεπε να γίνει αναγωγή της τιμής μονάδος σε εκείνη του έτους μεταβίβασης του κρινόμενου πριν γίνει απομείωση από το ότι υστερούσε το κρινόμενο ακίνητο λόγω μεγαλύτερης εκτάσεως εκείνης του ακινήτου του συγκριτικού και έπρεπε να γίνει απομείωση της τιμής μονάδος που όμως σε ποσοστό ήταν μικρότερη από το ποσοστό αυξήσεως της τιμής μονάδος στα πλαίσια αναγωγής του στην τιμή του χρόνου μεταβίβασης του κρινόμενου. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 306/21.10.1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο 4023 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 900 μέτρων από τη θάλασσα με αγοραστή του ... ο κατηγορούμενος με βάση το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 400/1992 για ακίνητο επιφανείας 4555 τ.μ. που είχε μεταβιβασθεί το έτος 1992 αντί τιμής 1600 δραχμών ανά τ.μ. προσδιόρισε την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5229300 δραχμές με τιμή μονάδος 1300 δρχ ανά τ.μ. ενώ η πραγματική αγοραία αξία του υπό μεταβίβαση ακινήτου ανερχόταν σε 8046000 δραχμές, όπως ..... προσδιορισμένοι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τιμή μονάδος από 2000 δρχ ανά τ.μ. μετά από αναπροσαρμογή της τιμής εκτίμησης ανά μ2 λόγω διαφοράς ενός έτους της τιμής μονάδος του συγκριτικού στοιχείου από το έτος μεταβίβαση του κρινόμενου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο προσδιόρισαν την αξία του άνω ακινήτου κατά το χρόνο μεταβίβασης του σε 704000 δραχμές εσφαλμένα λαμβάνοντας υπόψη ως τιμή μονάδος αυτήν των 1750 δραχμών ανά τ.μ. ενώ η ποσοστιαία αναπροσαρμογή της τιμής του συγκριτικού λόγω διαφοράς έτους λόγω διαφοράς έτους που έπρεπε να λαμβάνει υπόψη ήταν 20% και όχι μικρότερη. Περαιτέρω σε σχέση με την υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 426/1993 για την μεταβίβαση 165,5/1000 αγροτεμαχίου 73000 τ.μ. στη θέση ... που απείχε από 250 μ. εώς 1500 μ. από τη θάλασσα προς την οποία είχε θέα και με πρόσβαση από χωματόδρομο σε εκτός σχεδίου περιοχή και με αγοράστρια την εταιρεία ΒΕΛΝΗΜ ΑΒΕΕ ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του υπό μεταβίβαση ακινήτου με βάση το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 387/1991 που αφορούσε μεταβίβαση το έτος 1991 τμήματος του ιδίου αγροτεμαχίου προς 2200 δρχ ανά μ2 σε 27000000 δραχμές, ενώ η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 269/90, 386/92, 64/1993 και 387/1991 ανερχόταν κατά το έτος 1993 σε 36.244500 δραχμές μετά από υπολογισμό με τιμή ανά τ.μ. από 3000 δρχ μετά από αναπροσαρμογή της τιμής ανά τ.μ. 2200 δρχ του έτους 1991 για τα ακίνητα στην άνω θέση ανά έτος για να αναχθεί στο έτος μεταβίβασης και συνεκτίμηση της συνιδιοκτησίας στην υπό μεταβίβαση έκταση που επιδρούσε μειωτικώς. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει την αγοράστρια του ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου που προέκυπτε από 903.548 δραχμές (4021853-3011435) με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Πενταμελές Εφετείο προσδιόρισαν την αξία του μεταβιβασθέντος σε μικρότερο ποσό (28996000) παραβλέποντας τα λοιπά συγκριτικά και στηριζόμενοι στο συγκριτικό 386/1992 που ελήφθη υπ' όψη μεταξύ άλλων και από τον επανέλεγχο αν και αφορούσε μικρότερης έκτασης ακίνητο (4500 τ.μ.) που μεταβιβάσθηκε το προηγούμενο του κρίσιμου έτους προς 3600 δρχ ανά μ2. Αποδείχθηκε, επίσης ότι στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 437/1993 για τη μεταβίβαση του 1/3 αγροτεμαχίου 20223 τ.μ. (αντιστοίχου σε 6741 τ.μ.) στη θέση ..., που εφαπτόταν με τη θάλασσα προήλθε ο κατηγορούμενος στον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του με τιμή μονάδος 5000 ανά μ2 σε 33705000 δρχ λαμβάνοντας υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία το ΦΜΑ 55/92 για ακίνητο 1482 τ.μ. σε απόσταση 60 - 70 μέτρα από θάλασσα που μεταβιβάσθηκε το έτος 1992 με τιμή μονάδος 3720 δρχ και το ΦΜΑ 159/1993 για ακίνητο 320 τ.μ. εφαπτόμενο στη θάλασσα που μεταβιβάσθηκε το ίδιο με το κρινόμενο έτος αντί τιμής μονάδος 12000 δρχ. ανά μ2 παραβλέποντας όπως και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο και εκτίμησαν με βάση τα ίδια συγκριτικά στοιχεία την αξία του άνω ακινήτου στο ίδιο ποσό ότι αφορούσαν σημαντικά μικρότερης έκτασης ακίνητα τα άνω συγκριτικά και ότι το κρινόμενο λόγω συνιδιοκτησίας έπρεπε να εκτιμηθεί με μειωμένη τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ η πραγματική αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος ποσοστού του άνω ακινήτου ανάλογα με τη θέση και τα λοιπά χαρακτηριστικά του ανέρχονταν σε 40446000 δραχμές με βάση τιμή μονάδας από 6000 δρχ ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστάς του άνω μεταβιβαζομένου ακινήτου ... και ... κατά το ποσό της διαφοράς φόρου που προέκυπτε από 630283 δραχμές (4449060-381877) με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου. Ακόμη στην υπόθεση φόρου μεταβιβάσεως υπ' αριθμό φακέλου 438/1993 του 1/3 αγροτεμαχίου επιφανείας 4397 τ.μ. (αντιστοίχου σε 1465,66 τ.μ.) στη θέση ..., παραθαλάσσιο σε πολύ καλό σημείο με αγοραστές τους ... και ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του με τιμή μονάδος από 5000 δραχμές ανά μ2 σε 7328333 δραχμές λαμβάνοντας υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία το ΦΜΑ 55/1992 για ακίνητο 60 - 70 μέτρα από τη θάλασσα επιφάνειας 1482 τ.μ. που είχε κληθεί το έτος 1992 αντί 3720 δραχμών ανά τ.μ. εφαπτόμενο της θαλάσσης που μεταβιβάσθηκε προηγουμένως το ίδιο έτος με το κρινόμενο αντί 12.000 δρχ ανά τ.μ. ενώ η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή μονάδος 6000 δρχ ανά μ2 λόγω της θέσεως και των λοιπών άνω χαρακτηριστικών του εν όψει του ότι τα συγκριτικά στοιχεία αφορούσαν μικρότερης έκτασης ακίνητα το ένα των οποίων δεν ήταν παραθαλάσσιο και το κρινόμενο λόγω καθεστώτος συνιδιοκτησίας υφίστατο απομείωση και ανερχόταν έτσι σε 8794000 δραχμές και όχι μόνον σε 8208000 δραχμές που την υπολόγισαν οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο με βάση τα ίδια συγκριτικά που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, που ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές της άνω εκτάσεως κατά τη διαφορά του φόρου που προέκυπτε από 148335 δραχμές (967340 - 819015), με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην υπόθεση μεταβίβασης λόγω γονικής παροχής υπ' αριθμό φακέλου Ζ 64/7.7.1993 για αγροτεμάχιο 1210 τ.μ. συνιδιοκτησία 198,2/1000 επί μεγαλυτέρου ακινήτου 610 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 650 μέτρων από τη θάλασσα και όχι 1000 μέτρων από αυτήν όπως αναγραφόταν στη δήλωση προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία του σε 5021900 δραχμές με τιμή μονάδος 4150 δραχμές ανά τ.μ. με βάση το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 129/1993 για ακίνητο 938,8 τ.μ. που μεταβιβάστηκε το ίδιο έτος με τιμή μονάδος 3800 δρχ ανά τ.μ. παραβλέποντας ότι με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία τιμών της ΔΟΥ ... υπ' αριθμό φακέλου Ξ 88/86/1992 για αγροτεμάχιο 537,50 τ.μ. που μεταβιβάστηκε το έτος 1992 με τιμή μονάδος 6000 δρχ. ανά τ.μ. και υπ' αριθμό φακέλου 36/37/1993 για αγροτεμάχιο 1000 τ.μ. που μεταβιβάστηκε το έτος 1993 αντίτιμης μονάδος 5500 δρχ ανά τ.μ., και ήταν σε απόσταση 1000 μέτρων από τη θάλασσα η πραγματική αγοραία αξία του άνω αγροτεμαχίου κατά το ποσοστό που μεταβιβαζόταν ανερχόταν στον κρίσιμο χρόνο σε 7260000 δρχ με βάση τιμή μονάδος 6000 δρχ ανά τ.μ.. Ο κατηγορούμενος ενήργησε έτσι για να ωφελήσει τον υπόχρεο ... κατά το ποσό της διαφοράς του φόρου γονικής παροχής από 169500 δραχμές (257000-87500) με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου ενώ οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο υπολόγισαν με βάση το συγκριτικό Ξ 36/37/1993 την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε μικρότερο ποσό (6050000 δραχμές) παραβλέποντας ότι αφορούσε το άνω συγκριτικό ακίνητο που απείχε περισσότερο από ότι το κρινόμενο από τη θάλασσα και δεν δικαιολογούσε να γίνει ο υπολογισμός από τους πραγματογνώμονες της αξίας του ακινήτου με τόσο μειωμένη τιμή μονάδος 4950 δρχ ανά μ2 το γεγονός ότι το ακίνητο που αφορούσε η γονική παροχή ήταν συνιδιόκτητο. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 137/1994 για αγροτεμάχιο 301,20 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 100 μέτρων από τη θάλασσα επικλινές πάνω από το ομώνυμο λιμάνι με αγοραστή τον ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του, κάνοντας χρήση του συγκριτικού ΦΜΑ 2116/1993 για αγροτεμάχιο 137 τ.μ. που ήταν σε απόσταση 100 μ. από τη θάλασσα και μεταβιβάσθηκε πριν ένα έτος με τιμή μονάδος 25.000 δρχ σε 4.510.000 δραχμές παραβλέποντας τα συγκριτικά στοιχεία ΦΜΑ 114/1994 και Ζ 2/1994 από το βιβλίο τιμών της ΔΥΟ ... για αγροτεμάχια που είχαν επιφάνεια 114 μ2 και 50 μ2 και ήσαν σε απόσταση μικρότερη από τη θάλασσα αντιστοίχως, μεταβιβάσθηκαν δε με τιμή 35000 δρχ και 30000 δρχ ανά μ2 και ότι η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (19.5.1994) σε 9036000 δραχμές όπως ορθώς υπολογίσθηκε από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον αγοραστή του εν λόγω ακινήτου κατά το ποσό της διαφοράς φόρου που προέκυπτε από 441829 δραχμές (858979-417150) με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, ενώ οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο προσδιόρισαν την αξία του άνω ακινήτου σε 6024000 δρχ. με βάση την τιμή μονάδος 20000 δρχ / μ2 για το χρόνο εκτίμησης (1994) παραβλέποντας ότι η τιμή μονάδος του συγκριτικού 116/1993 από 25000 δρχ. για ακίνητο στην ίδια απόσταση από τη θάλασσα αφορούσε ακίνητο που είχε μεταβιβασθεί το προηγούμενο έτος 1993. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβιβάσεως υπ' αριθμό 238/1994 που αφορούσε τρία αγροτεμάχια, από τα οποία ένα στη θέση ... επιφάνειας 20224 τ.μ. κατά ένα εφαπτόμενο με τη θάλασσα, έτερο στην ίδια θέση, επιφάνειας 4394,70 τ.μ. εφαπτόμενο με τη θάλασσα και τρίτο ακίνητο στη θέση ... επιφανείας 2149,60 τ.μ., επικλινές, με θέα στη θάλασσα και ικανοποιητικό πρόσβαση, (παραθαλάσσιο) με αγοραστές τους ..., ..., ... - ... προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία των με βάση τα συγκριτικά ΦΜΑ 437/1993, ΦΜΑ 438/1993 όσον αφορά το ακίνητο των 20224 τ.μ. σε 141568000 δρχ (7000 x 20223), όσον αφορά το δεύτερο αγροτεμάχιο σελ. 30762900 (7000 Χ 43994,7) και συνολικά στο ποσό των δραχμών 177060020. Όμως η πραγματική αγοραία αξία των άνω ακινήτων με βάση τα συγκριτικά στοιχεία που έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι κατά τον επανέλεγχο (ΦΜΑ 309/88 για ακίνητο 12090 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από θάλασσα που είχε μεταβιβασθεί με τιμή μονάδος 100 δρχ.), (ΦΜΑ 228/1987 για ακίνητο 23110 τ.μ. που ήταν σε 600 μ. από τη θάλασσα και είχε μεταβιβασθεί με τιμή μονάδος 400 δρχ ανά μ2), (ΦΜΑ 414/1989 για ακίνητο 48182 τ.μ. εφαπτόμενο με τη θάλασσα, που είχε μεταβιβασθεί με τιμή μονάδος 700 δρχ. ανά μ2), (ΦΜΑ ΣΕ 78/1994 για ακίνητο 628 τ.μ. που είχε μεταβιβασθεί αντί 16000 δρχ ανά μ2) η πραγματική αγοραία αξία των μεταβιβαζόμενων ακινήτων) κατά τον κρίσιμο χρόνο (20.9.1994) ανερχόταν, για το πρώτο από αυτά σε 202.240.000 δρχ (20224 τ.μ Χ 10.000 δρχ ανά μ2), για το δεύτερο αγροτεμάχιο σε 637231150 δρχ. (4394,7 μ2 Χ 2500 δρχ) και για το τρίτο ακίνητο σε 5.374.000 δρχ (2149,6 τ.μ. Χ 2500 δρχ ανά μ2) και συνολικά σε 271337150. Τα συγκριτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος δεν ήταν ακριβή διότι και στις μεταβιβάσεις που αφορούσαν οι υποθέσεις με αριθμό φακέλου 437/1993 και 438/1993 αυτός είχε υποτιμήσει την πραγματική των αξία προκειμένου να καθορίσει τον οφειλόμενο φόρο όπως προαναφέρθηκε. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές ..., ... και ... κατά το ποσό της διαφοράς του φόρου που προέκυπτε και ανερχόταν, για το πρώτο ακίνητο σε 1717018 δρχ (5723392 - 4006374) για το δεύτερο ακίνητο σε 932775 δρχ (1803.365 - 807590) και για το τρίτο ακίνητο σε 18250 δρχ (152084+133834) και συνολικά σε δραχμές 2651618, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Δεν κρίνεται η αποτίμηση της αξίας των τριών άνω ακινήτων από τους πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο σε 178808000 δραχμές συνολικά ως αποδίδουσα την πραγματική αξία των κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβίβασης των διότι η αποτίμηση αυτή των πραγματογνωμόνων στηρίζεται στα άνω συγκριτικά στοιχεία ΦΜΑ 437/1993, 438/1993 για ακίνητα η αξία των οποίων είχε υπολογισθεί εσφαλμένα από τον κατηγορούμενο. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 260/1994 για αγροτεμάχιο 4011 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 350 μέτρων από τη θάλασσα εκτός σχεδίου, αριστερά πάνω από το λιμάνι ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με τιμή μονάδος 3300 δρχ. ανά τ.μ., με βάση το συγκριτικό στοιχείο Ξ 98/1993 για ακίνητο 4000 τ.μ. σε απόσταση 300 μ. από θάλασσα, του οποίου η αξία είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3300 δρχ ανά μ2) σε 13236000 δραχμές, ενώ η πραγματική αξία του άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβίβασής του (6.10.1994) με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία της ΔΥΟ ... ΦΜΑ 153/1989 (για ακίνητο 350 μ από τη θάλασσα, επιφανείας 4139 τ.μ., του οποίου η αξία έχει εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2200 δρχ. ανά τ.μ.), ΦΜΑ 359/1989 (για ακίνητο 6000 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα του οποίου η αξία είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2300 δρχ. ανά τ.μ.) και ΦΜΑ Ξ 84/1993 για ακίνητο 4060 τ.μ. η αξία του οποίου υπολογίσθηκε με τιμή μονάδος 4000 δρχ, από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο, ανερχόταν σε 19252800 δραχμές (4011 Χ 4800 δρχ. ανά μ2). Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές του άνω ακινήτου ... - ... και ... κατά το ποσό της διαφοράς του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τους υπόχρεους από 681669 δραχμές (2181342 - 1499673) με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο προσδιόρισαν την αγοραία αξία του σε 14400000 δραχμές χωρίς να υπολογίσουν σωστά την ανά τετραγωνικό μέτρο τιμή εκτίμησης κατά την αναγωγή της άνω τιμής μονάδος στην αξία κατά το έτος δήλωσης μεταβίβασης. Αποδείχθηκε ακόμη ότι στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης με αριθμό φακέλου 262/1994 για οικόπεδο εντός του οικισμού ... σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων πάνω από το λιμάνι και ειδικότερα για τα 10/12 του εν λόγω οικοπέδου που είχε επιφάνεια 662 τ.μ.. με αγοράστριες της ... και ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του κατά 10/12 αυτού με βάση τιμή μονάδος από 12000 δραχμές σε 6.620.000 δραχμές, χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ΦΜΑ 228/1994 για αγροτεμάχιο 800 τ.μ. σε απόσταση 200 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου αποτιμήθηκε με τιμή ανά μ2 από 12000 δρχ., παραβλέποντας τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών ΔΟΥ ... για όμορα ή παραπλήσια ακίνητα και ειδικότερα το ΦΜΑ 84/1990 για όμορο ακίνητο επιφάνειας 753 τ.μ. του οποίου η αξία όταν είχε γίνει η μεταβίβαση του είχε υπολογισθεί προς 14500 δρχ. ανά τ.μ., το ΦΜΑ 179/1990 για παραπλήσιο ακίνητο επιφανείας 392 τ.μ. του οποίου η αξία όταν έγινε η μεταβίβαση του είχε υπολογισθεί με τιμή 14500 δρχ. ανά τ.μ. και το ΦΜΑ 109/1993 για παραπλήσιο ακίνητο επιφανείας 677 τ.μ. του οποίου η αξία επανεκτιμήθηκε από τους υπαλλήλους επανελέγχου με τιμή από 20.000 δρχ ανά τετραγωνικό μέτρο. Με βάση αυτά τα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία η αξία του κρινόμενου ακινήτου κατά το χρόνο μεταβίβασής του (7-10-1994) ανερχόταν στο ποσό των 12.958.000 δραχμών όσον αφορά τα 10/12 αυτού όπως ορθώς υπολογίσθηκε από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τις αγοράστριες κατά την προκύπτουσα διαφορά του φόρου που βάρυνε τις υπόχρεες από 589457 δραχμές (1201207-611820) με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο προήλθαν σε εκτίμηση της αξίας ολόκληρου του άνω ακινήτου και όχι μόνο του μεταβιβασθέντος ποσοστού σε 10.923.000 δρχ κατά στρογγυλοποίηση με τιμή μονάδος 16.500 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο 228/1994 που είχε χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος παραβλέποντας τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία που ήταν προσφορά για τον υπολογισμό της πραγματικής αξίας του μεταβιβασθέντος ποσοστού του άνω ακινήτου. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 353/1994 για ακίνητο επιφανείας 500 τ.μ. στη θέση ... πάνω από το ομώνυμο λιμάνι και η απόσταση του οποίου από τη θάλασσα ήταν μικρότερη από 1500 μ. που αναγραφόταν στη δήλωση φόρου μεταβίβασης διότι ο οικισμός ... εκτείνεται σε μικρότερη από 1500 μ. από τη θάλασσα απόφαση, ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 700.000 δραχμές με τιμή εκτίμησης 1400 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο κάνοντας χρήση ως συγκριτικού του ΦΜΑ 297/1992 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4250 τ.μ. σε απόσταση 1000 μέτρων από τη θάλασσα και η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί όταν μεταβιβάσθηκε προς 1100 δρχ, ενώ η πραγματική αξία του άνω ακινήτου με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ..., ΦΜΑ 359/1989 για ακίνητο 6000 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα που η αξία του είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδας 2300 δρχ ανά τ.μ., ΦΜΑ 153/1989 για ακίνητο 4139 τ.μ. σε απόσταση 350 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 2200 δρχ ανά τ.μ., ΦΜΑ 43/1993 για ακίνητο 682 τ.μ. η αξία του οποίου επανεκτιμήθηκε με τιμή 3500 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 513/1992 για ακίνητο 4950 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 3500 δρχ και έπρεπε να συνεκτιμήσει ο κατηγορούμενος ως αρμόδιος για τον προσδιορισμό του φόρου προϊστάμενος της ΔΟΥ ... (διότι το δηλούμενο προς μεταβίβαση ακίνητο εμφανιζόταν ανακριβώς να απέχει περισσότερο από ότι στην πραγματικότητα από τη θάλασσα), ανερχόταν σε 2.500.000 δραχμές (500 τ.μ. Χ 5000) καθόσον δεν ήταν αγροτεμάχιο αλλά οικόπεδο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον αγοραστή του ακινήτου αυτού ... κατά το ποσό της διαφοράς του φόρου μεταβίβασης που βάρυνε τον υπόχρεο από 166.860 δραχμές (231750-64890). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκν από το δικαστήριο εσφαλμένως αποτίμησαν την αξία του άνω ακινήτου σε 1250000 δραχμές κατά τον χρόνο εκτίμησης με τιμή μονάδας 2500 δραχμές μόνον παραβλέποντας τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία παρότι το ακίνητο ήταν σε μικρότερη απόσταση από τη θάλασσα, από αυτήν που είχε δηλωθεί. Επίσης στην υπόθεση μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 57/1995 για αγροτεμάχιο 5022 τ.μ. στη θέση ...σε απόσταση 1000 μέτρων από τη θάλασσα αριστερά πάνω από το λιμάνι με αγοραστές ..., ..., ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του σε 10.055.000 δραχμές με τιμή εκτίμησης 2500 δραχμές ανά τ.μ. κάνοντας χρήση ως συγκριτικού του ΦΜΑ 260/1994 για ακίνητο 4011 τ.μ. που απείχε 350 μέτρα από τη θάλασσα και στην εκτίμηση της αξίας του οποίου είχε προέλθει με τιμή μονάδος 3300 δραχμές ανά τ.μ. και από μειώνοντας την τιμή μονάδος του άνω συγκριτικού κατά 40% λόγω της μικρότερης αποστάσεως του ακινήτου που αφορούσε σε σχέση με το κρινόμενο από τη θάλασσα. Όμως η πραγματική αγοραία αξία του άνω αγροτεμαχίου για τον προσδιορισμό της αξίας του οποίου παρέβλεψε ο κατηγορούμενος να λάβε υπόψη του πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... και ειδικότερα το ΦΜΑ 153/1989 για ακίνητο επιφάνειας 4139 τ.μ. σε απόσταση 350 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή 12.200 δρχ. ανά τ.μ. το ΦΜΑ 359/1989 για ακίνητο επιφάνειας 6000 τ.μ., σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή 2300 δρχ., ανά τ.μ., το Ξ 84/1993 για ακίνητο επιφανείας 4068 τ.μ. η αξία του οποίου είχε επανεκτιμηθεί με τιμή 4000 δρχ ανά τ.μ. και ΦΜΑ 360/1992 για ακίνητο 5342 τ.μ. η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή μονάδος από 2500 δρχ ανά τ.μ. ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (29.3.1995) σε 22.121.000 δραχμές (4022 τ.μ. Χ 5500), όπως ορθώς εκτιμήθηκε από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές του μεταβιβαζομένου ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που βαρύνει τους υπόχρεους από δραχμές 1332109 (2259109 - 927000). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο εκτίμησαν την αξία του άνω ακινήτου σε 10.055.000 δραχμές με τιμή μονάδας για το 1995 ως χρόνο εκτίμησης 2500 δραχμές ανά τ.μ. θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο από άποψη χρόνου και λοιπών χαρακτηριστικό εκείνο του οποίου έκανε χρήση ο κατηγορούμενος του οποίου όμως της τιμή μονάδας απομειώνουν λόγω πολύ μικρότερης απόστασης του ακινήτου του άνω συγκριτικού από τη θάλασσα από ότι το κρινόμενο. Όμως εσφαλμένως από τον κατηγορούμενο είχε υποτιμηθεί και η αξία και του ακινήτου που αφορούσε τον άνω συγκριτικό για τον υπολογισμό του οφειλομένου φόρου μεταβίβασής του κατά τα προαναφερθέντα και οδηγούνται έτσι και οι πραγματογνώμονες σε συμπέρασμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του κρινόμενου ακινήτου κατά τον χρόνο μεταβίβασής του κατά το έτος 1995. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 58/1995 για αγροτεμάχιο εκτάσεως 4044 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1000 μέτρα από τη θάλασσα αριστερά πάνω από το λιμάνι με αγοραστές τους ίδιους (... - ... - ...) ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του σε 10.110.000 δραχμές με τιμή εκτίμησης 2500 δρχ. ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ΦΜΑ 260/1994 για ακίνητο 4011 τ.μ. σε απόσταση 350 μ. από τη θάλασσα και στην εκτίμηση της αξίας του οποίου είχε προέλθει με τιμή μονάδος 3300 δρχ ανά τ.μ. και απομειώνοντας την τιμή μονάδος του άνω συγκριτικού κατά 40% λόγω της μικρότερης αποστάσεως του ακινήτου που αφορούσε από τη θάλασσα σε σχέση με το κρινόμενο. Όμως η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (29.3.1995) σε 22.242.000 δραχμές (4044 τ.μ. Χ 5500 δρχ. ανά τ.μ.) όπως ορθώς εκτιμήθηκε από τους υπαλλήλους προέβησαν στον επανέλεγχο της μεταβίβασής του με βάση και τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο ΔΟΥ ... ήτοι το ΦΜΑ 153/1989 για ακίνητο 4139 τ.μ. σε απόσταση 350 μ. από τη θάλασσα του οποίου η αξία εκτιμήθηκε με τιμή μονάδος 12200 δρχ ανά μ2, το ΦΜΑ 359/1989 για ακίνητο 6000 τ.μ. σε απόσταση 500μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 2300 δρχ ανά τ.μ., το ΦΜΑ Ξ 84/1993 για ακίνητο επιφανείας 4068 τ.μ. η αξία του οποίου είχε επανεκτιμηθεί με τιμή 4000 δρχ ανά τ.μ. και το ΦΜΑ 360/1992 για ακίνητο 5342 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 2500 δρχ. ανά τ.μ. και τα οποία παρέβλεψε να συνεκτιμήσει ο κατηγορούμενος. Αυτός ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές του μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά την προκύπτουσα διαφορά του φόρου μεταβίβασης που βάρυνε τους υποχρέους από δραχμές 1345818 (2272818-927000) με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αξία του παραπάνω ακινήτου σε 10.055.000 δραχμές με τιμή μονάδος για το χρόνο εκτίμησης (1995) 2500 δραχμές ανά τ.μ., θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, εκείνο του οποίου έκανε χρήση και ο κατηγορούμενος και δεχόμενοι ότι έπρεπε να απομειωθεί αυτή η τιμή μονάδος επειδή το ακίνητο που αφορούσε το συγκριτικό εκείνο απείχε πολύ μικρότερη απόσταση από τη θάλασσα. Πρέπει να σημειωθεί ως προς την εκτίμηση αυτή των πραγματογνωμόνων ότι ο κατηγορούμενος εσφαλμένως είχε υποτιμήσει σκόπιμα την αξία του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό 260/1994 τότε που έγινε η μεταβίβαση του κατά τα όσα ανωτέρω είχαν αναφερθεί και έτσι εσφαλμένως οδηγούνται οι πραγματογνώμονες που όρισε το Δικαστήριο στην άνω εκτίμησή τους, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία και του αγροτεμαχίου των 4044 τ.μ. στο ... που μεταβιβάσθηκε στις 29/3/1995. Ακόμη αποδείχθηκε ότι στην υπόθεση μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 69/1995 για τρείς αγρούς, έναν εκτάσεως 227156 τ.μ. στη θέση ... χωρίς πρόσβαση από το δρόμο, έτερο εκτάσεως 28247 τ.μ. στη θέση ... χωρίς πρόσβαση από το δρόμο και τρίτο αγρό εκτάσεως 85677 τ.μ. στη θέση ... από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι σε απόσταση έως 1000 μέτρα από τη θάλασσα και ο τρίτος αγρός ξεκινά από το βουνό και καταλήγει στη θάλασσα με καλή θέα χωρίς πρόσβαση από δρόμο προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία των προς καθορισμό του φόρου μεταβίβασης σε 45.431.000 δραχμές για τον πρώτο αγρό 5.649.400 δραχμές για τον δεύτερο και σε 17.135.400 δραχμές για τον τρίτο με τιμή εκτίμησης 200 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση ως συγκριτικό στοιχείο αφ' ενός την δήλωση ΦΜΑ 202/1993 για αγροτεμάχιο επιφανείας 150728,75 τ.μ. εφαπτόμενο στη θάλασσα για την αγοραπωλησία του οποίου είχε εκτιμηθεί η αξία του το έτος 1993 με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ. και αφ' ετέρου τη δήλωση 264/1990 για αγροτεμάχιο επιφανείας 12276 τ.μ. σε απόσταση 700 μ. από τη θάλασσα για την αγοραπωλησία του οποίου που είχε γίνει το έτος 1994 είχε εκτιμηθεί η αξία του. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ... ήτοι το υπό στοιχεία ΦΜΑ 130/1993 για ακίνητο επιφάνειας 46760 τ.μ. που απείχε περισσότερο από τη θάλασσα (2000 μ.) και για την μεταβίβαση του το έτος 1993 είχε υπολογισθεί η αξία του με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ., το υπό στοιχεία ΦΜΑ 166/1992 για ακίνητο 9473 τ.μ. σε απόσταση 1000 μ. από τη θάλασσα για την μεταβίβαση του οποίου το έτος 1990 είχε εκτιμηθεί η αξία του προς 450 δρχ. ανά τ.μ., του υπό στοιχεία ΦΜΑ 264/1990 για ακίνητο 12276 τ.μ. σε απόσταση 700 μ. από τη θάλασσα για τη μεταβίβαση του οποίου είχε γίνει εκτίμηση του προς 244 δρχ. ανά τ.μ. και του υπό στοιχεία 263/1990 για ακίνητο 40000 τ.μ. σε απόσταση 700 μ. από τη θάλασσα για την μεταβίβαση του οποίου είχε γίνει εκτίμηση του προς 100 δρχ. ανά τ.μ. και του υπό στοιχεία 430/1993 για ακίνητο 658 τ.μ. σε απόσταση 1000 μ. από τη θάλασσα για τη μεταβίβαση του οποίου είχε γίνει εκτίμηση προς 500 δρχ. ανά τ.μ. , τα οποία παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ο κατηγορούμενος η πραγματική αγοραία αξία των άνω αγρών ανερχόταν σε 113.578.000 δρχ. για τον πρώτο (227.156 Χ 500 δρχ. ανά τ.μ.), σε 14.123.500 δραχμές για τον δεύτερο (28.247 τ.μ. Χ 500 δρχ. ανά τ.μ.) και σε 42.838.500 δρχ. (85677 τ.μ. Χ 500 δρχ. ανά τ.μ.) για τον τρίτο αγρό και συνολικά σε 170.540.000 δραχμές, όπως ορθώς εκτιμήθηκαν από τους υπαλλήλους του επανελέγχου. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον αγοραστή των αγρών αυτών ... κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που προέκυπτε και εβάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 9.804.982 συνολικά (18722182-88717100). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία των τριών αυτών αγρών σε 45.431.000 δρχ. για τον πρώτο, σε 5.649.000 δρχ. για τον δεύτερο και σε 17.135.000 δρχ. για τον τρίτο, συνολικά δε σε 68.215.000 δρχ. με τιμή εκτίμησης 200 δρχ. ανά τ.μ. θεωρώντας ως πρόσφορο περισσότερο το υπ' αριθμό φακέλου δηλώσεως 202/1993 συγκριτικό στοιχείο. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος εσφαλμένα είχε υποτιμήσει με τον σκοπό που προαναφέρθηκε την αξία του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό 202/1993 τότε που έγινε η μεταβίβαση του σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκε και κατά συνέπεια εσφαλμένως οδηγήθηκαν οι πραγματογνώμονες που όρισε το δικαστήριο στην ίδια εκτίμηση για το κρινόμενο ακίνητο με αυτήν του κατηγορούμενου που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία των τριών άνω αγρών κατά το χρόνο μεταβίβασης των στις 12-4-1995.
Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβιβάσεως υπ' αριθμό φακέλου 195/1995 για αγροτεμάχιο 141,12 τ.μ. (τρία λακίδια από 47,04 τ.μ. το καθένα) στην ... σε απόσταση πλέον των 500 μέτρων από τη θάλασσα με αγοράστριες τις ... και ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου σε 2.399.400 δραχμές με τιμή εκτίμησης 17.000 δρχ. ανά τ.μ. προκειμένου να καθορισθεί ο οφειλόμενος φόρος μεταβίβασης. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία Ζ 132/1993 για ακίνητο 47 τ.μ. σε απόσταση 100 μ. από τη θάλασσα του οποίου η αξία είχε υπολογισθεί κατά το 1993 με τιμή μονάδος 30.000 δρχ. ανά τ.μ., 423/1993 για ακίνητο 47,04 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από τή θάλασσα του οποίου η αξία είχε υπολογισθεί όταν μεταβιβάσθηκε το 1993 με τιμή μονάδος 30.000 δρχ. έπρεπε να υπολογισθεί από τον κατηγορούμενο η πραγματική αγοραία του άνω αγροτεμαχίου σ 3.528.000 δρχ. με τιμή εκτίμησης 25.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος παρέβλεψε την ορθή αξιολόγηση των άνω συγκριτικών και υποτίμησε την αγοραία αξία του ακινήτου αυτού για να ωφελήσει τις αγοράστριες κατά την προκύπτουσα διαφορά στον φόρο μεταβίβασης που βάρυνε τις υπόχρεους από δραχμές 104.655 (327046-222391). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο εκτίμησαν την αξία του μεταβιβαζομένου ακινήτου σε 2.822.000 δρχ. με τιμή μονάδος για τον χρόνο εκτίμησης 20.000 δρχ. ανά τ.μ. ύστερα από αναπροσαρμογή της τιμής μονάδος του συγκριτικού Ζ 132/1993 που θεωρούν πρόσφορο λόγω μεταγενεστέρου χρόνου εκτίμησης αλλά μεγαλύτερη στη συνέχεια απομείωση της τιμής μονάδος λόγω μεγαλύτερης απόστασης από τη θάλασσα του κρινόμενου από ότι το ακίνητο του συγκριτικά από αυτήν που εδικαιολογείτο.
Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ'αριθμό φακέλου 233/1995 για αγροτεμάχιο στη θέση ... επιφάνειας 765.065 τ.μ. εφαπτόμενο στη θάλασσα στο νοτιοδυτικό τμήμα της νήσου ... με θέα στο Αιγαίο και με αγοραστή την εταιρεία Ιωάννης Τσούρτης Α.Ε. ο κατηγορούμενος προέβη στον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του προς υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης σε 325.152.625 δρχ. με τιμή μονάδος 425 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση ως συγκριτικών στοιχείων το υπ'αριθμό δήλωσης μεταβίβασης 397/1992 για ακίνητο επιφάνειας 4080 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα η εκτίμηση της αξίας του οποίου όταν έγινε η μεταβίβαση του το έτος 1990 με τιμή μονάδος 300 δρχ. ανά τ.μ. και το υπ'αριθμό 544/1992 για ακίνητο επιφανείας 4004 τ.μ. που ήταν όμως στην θέση ... η αγοραπωλησία του οποίου έγινε το 1992 και η εκτίμηση του έγινε με τιμή μονάδος 500 δρχ. ανά τ.μ. . Με βάση όμως το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 545/1990 από τα βιβλία τιμών ΔΟΥ ... που ήταν πρόσφορο διότι αφορούσε όμορο με το κρινόμενο ακίνητο επιφάνειας 126360 τ.μ. μη εφαπτόμενο στη θάλασσα για την εκτίμηση του οποίου όταν έγινε η πώληση του το έτος 1990 είχε γίνει υπολογισμός της αξίας του με τιμή μονάδος 301 δρχ. ανά τ.μ. η πραγματική αξία του άνω ακινήτου έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή μονάδος 500 δρχ. ανά τ.μ. σε 382.532.500 δρχ. μετά από αναπροσαρμογή της τιμής του συγκριτικού ανά έτος προκειμένου να αναχθεί στην τιμή του χρόνου μεταβίβασης του κρινόμενου και με μείωση της λόγω μεγαλύτερης έκτασης (εξαπλασίας) του κρινόμενου από αυτήν του συγκριτικού. Ο κατηγορούμενος παρέβλεψε να προβεί στην εκτίμηση με βάση αυτό το πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο ως άνω για να ωφελήσει την αγοράστρια κατά την προκύπτουσα διαφορά του φόρου που βάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 5.238.803 (42.078.575-36.839.772). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Πενταμελές Εφετείο υπολόγισαν την αγοραία αξία του υπό εκτίμηση άνω ακινήτου σε 325.153.000 δρχ. με τιμή μονάδος 425 δρχ. ανά τ.μ. παραλείποντας να προέλθουν στην άνω αναπροσαρμογή της τιμής του θεωρούμενου ως πρόσφορου συγκριτικού στοιχείου 545/1990 και σε μείωση στη συνέχεια της τιμής μονάδος λόγω μικρότερης έκτασης του συγκριτικού από το κρινόμενο.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι στην υπόθεση μεταβίβασης υπ' αριθμό Φακέλου 316/19&5. για μεταβίβαση αγροτεμαχίου επιφανείας 407 τ.μ. στον ... παραθαλάσσιο απέναντι από την εκκλησία με αγοραστή τον ... , ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του άνω ακινήτου προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 2.971.100 δρχ. με τιμή μονάδος 7.300 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση ως συγκριτικού του υπ'αριθμ. ΦΜΑ για ακίνητο 1253 τ.μ. σε απόσταση 500 μέτρων από τη θάλασσα η αξία του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε υπολογίσθηκε με τιμή μονάδος 6.000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... 75/1994 για αγροτεμάχιο 462 τ.μ. που απείχε 600 μ. από τη θάλασσα και είχε υπολογισθεί η αξία του όταν μεταβιβάσθηκε με 6.000 δρχ ανά τ.μ., 290/1994 για ακίνητο 3010 τ.μ., η αξία του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε υπολογίσθηκε με τιμή μονάδος 11.000 δρχ. ανά τ.μ. και ΞΕ 78/1994 για ακίνητο 628 τ.μ. σε απόσταση 600 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε είχε υπολογισθεί με τιμή 16.000 δρχ. ανά τ.μ. και τα οποία παρέβλεψε ο κατηγορούμενος αλλά ελήφθησαν υπόψη κατά τον επανέλεγχο η πραγματική αξία του άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβίβασης (30.12.1995) ανερχόταν σε 4.477.000 δρχ. με τιμή εκτίμησης 11.000 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον αγοραστή του άνω ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 139.597 (415018-275421) με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου.
Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του υπό εκτίμηση ακινήτου σε 3.663.000 δρχ. με βάση τιμή μονάδος από 9.000 δρχ. ανά τ.μ. θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο υπ' αριθμό δήλωσης ΦΜΑ 75/94 αλλά δεν συνεκτίμησαν άλλα συγκριτικά στοιχεία που αφορούσαν μεταβιβασθέντα το προηγούμενο έτος 1994 που ήταν σε ίδια απόσταση με το κρινόμενο από τη θάλασσα και ελέγχεται ως προς την ακρίβεια του το πόρισμα τους για την αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο που έγινε η εκτίμηση του για να πληρωθεί ο οφειλόμενος φόρος.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ'αριθμό φακέλου 11/24^1996 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4166 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μέτρων από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή του ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του σε 4.600.000 δρχ. σε τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ. χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για το οποίο είχε υποβληθεί δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο 4000 τ.μ. σε ίδια απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του όταν μεταβιβάσθηκε το έτος 1995 ως τιμή μονάδος υπολογίσθηκε αυτή των 1000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία, 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2.500 δρχ. ανά τ.μ., 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ. και 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 τ.μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. τα οποία ως πρόσφορα παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ο κατηγορούμενος που ήταν επί σειρά ετών προϊστάμενος της ΔΟΥ ... η πραγματική αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανερχόταν με βάση τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. σε 8.332.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και εκτίμησε την αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου σε μικρότερο από την πραγματική ποσό για να ωφελήσει τον αγοραστή του ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης από την υποτίμηση της αξίας του ανερχόμενη σε 410.520 δρχ. (916520-506000), με αντίστοιχη ζημία του ελληνικού δημοσίου.
Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.207.000 δρχ. με τιμή μονάδος από 1250 δρχ. ανά τ.μ. θεωρώντας ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο το ΦΜΑ 303/1995 που είχε χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος παραβλέποντας την συνεκτίμηση και των άλλων συγκριτικών στοιχείων για μεταβιβάσεις έτερων αγροτεμαχίων στην ίδια περιοχή με συνέπεια να μην είναι ακριβής η εκτίμηση των για το κρινόμενο ακίνητο.
Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 12/1996 με αντικείμενο αγροτεμάχιο επιφανείας 4059 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μ. από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.464.900 δρχ. με τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για τη μεταβίβαση του οποίου το 1995 είχε υποβληθεί η δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο επιφανείας 4000 τ.μ. σε ίδια απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε είχε ληφθεί υπόψη τιμή μονάδος από 1000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία τιμών, ΦΜΑ 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δρχ. ανά τ.μ., ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ., ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδας 2000 δρχ. ανά τ.μ., τα οποία παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ως πρόσφορα ο κατηγορούμενος αν και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ..., η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24-1-1996) ανερχόταν σε 8.118.000 δρχ. με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να υποτιμήσει την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 465.530 δρχ. (892980-427450) με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.074.000 δρχ. με τιμή μονάδος 1250 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο, αλλά η εκτίμηση των δεν κρίνεται ακριβής διότι θεώρησαν ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο περισσότερο εκείνο που είχε χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος ενώ έπρεπε να συνεκτιμήσουν και τα άλλα συγκριτικά στοιχεία για τα έτερα πλησιόχωρα ακίνητα που είχαν μεταβιβασθεί το ίδιο έτος 1995 με εκείνο του θεωρηθέντος εκ μέρους των ως πλέον πρόσφορου συγκριτικού.
Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ'αριθμό φακέλου 13/1996 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4020 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μέτρα από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.422.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το υπό ΦΜΑ 303/1995 που αφορούσε όμορο ακίνητο 4000 τ.μ. σε ίδια με το κρινόμενο απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε είχε ληφθεί υπόψη τιμή μονάδος από 1000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία της ΔΟΥ υπό ΦΜΑ 919/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δρχ. ανά τ.μ., υπο ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα , η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. και υπό ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ., τα οποία ως πρόσφορα παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ο κατηγορούμενος αν και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ..., η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24.1.1996) ανερχόταν σε 8.040.000 δραχμές με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να υποτιμήσει την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από 400.000 δραχμές (884400-484400) με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.025.000 δρχ. με τιμή μονάδος 1250 δρχ. ανά τ.μ. αλλά η εκτίμηση των στηρίχθηκε στο συγκριτικό στοιχείο 303/1995 χωρίς να συνεκτιμήσουν όπως έπρεπε και τα λοιπά άνω συγκριτικά στοιχεία για έτερα πλησιόχωρα ακίνητα που είχαν μεταβιβασθεί το ίδιο έτος 1995 και έτσι δεν κρίνεται ακριβής η εκτίμησή των.
Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 14/1996 με αντικείμενο αγροτεμάχιο επιφανείας 4091 τ.μ. στη θέση ..., σε απόσταση 1300 μ. από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.500.100 δραχμές με τιμή μονάδος 1100 δραχμές ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για τη μεταβίβαση του οποίου το 1995 είχε υποβληθεί η δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο επιφάνειας 4000 τ.μ. σε ίδια με το κρινόμενο απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του ως τιμή μονάδος είχε ληφθεί αυτή των 1000 δραχμών ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία τιμών ΦΜΑ 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δρχ. ανά τ.μ., ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ., ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. τα οποία παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ως πρόσφορα, ο κατηγορούμενος αν και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ... η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24.1.1996) ανερχόταν σε 8.118.000 δραχμές με τιμή μονάδος 2000 ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και υποτίμησε την αγοραία αξία του μεταβιβαζομένου αγροτεμαχίου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 405.009 (900020-495011). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.114.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1250 δραχμές θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο το ίδιο ως άνω που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος παράλειψαν όμως να συνεκτιμηθούν και τα λοιπά άνω συγκριτικά στοιχεία για τα πλησιόχωρα ακίνητα ως κατάλληλα για την ανεύρεση της πραγματικής αξίας του εν λόγω ακινήτου που είχαν μεταβιβασθεί το ίδιο έτος 1995 και έτσι δεν κρίνεται ακριβής η εκτίμησή των.
Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 15/1996 με αντικείμενο αγροτεμάχιο επιφανείας 4004 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μ., από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.404.400 δραχμές με τιμή μονάδος 1100 δραχμές ανά τ.μ. χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για τη μεταβίβαση του οποίου είχε υποβληθεί το έτος 1995 η δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο επιφανείας 4000 τ.μ. σε ίδια με το κρινόμενο απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του ως τιμή μονάδος είχε ληφθεί αυτή των 1000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών για άλλες μεταβιβάσεις ήτοι την υπό ΦΜΑ 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφανείας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δρχ. ανά τ.μ. , την υπό ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ., και την υπό ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ., τα οποία έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο και παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ως πρόσφορα ο κατηγορούμενος, αν και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ... η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24.1.1996) ανερχόταν σε 8.008.000 δραχμές με τιμή μονάδος 2000 δρχ.
ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και υποτίμησε την αγοραία αξία του μεταβιβαζομένου αγροτεμαχίου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης, που εβάρυνε τον υπόχρεο από
δραχμές
404.880
(880.880-416.120). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.005.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1250 δρχ. θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο το ίδιο άνω που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος αλλά παρέλειψαν να συνεκτιμήσουν και τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία για τα πλησιόχωρα ακίνητα που ήταν κατάλληλα προς εκτίμηση της πραγματικής αγοραίας αξίας του εν λόγω ακινήτου που είχαν μεταβιβασθεί επίσης το 1995 και έτσι δεν κρίνεται ακριβής η εκτίμησή των.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 16/1996 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4120 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μέτρων από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.532.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1100 δραχμές ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για τη μεταβίβαση του οποίου το 1995 είχε υποβληθεί η δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο επιφανείας 4000 τ.μ. σε ίδια απόσταση από τη θάλασσα με το κρινόμενο και για την εκτίμηση της αξίας του ως τιμή μονάδος είχε ληφθεί αυτή των 1000 δραχμών ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών, ήτοι :α)ΦΜΑ 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δραχμές ανά τ.μ. β)ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. και γ)ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ. τα οποία ως πρόσφορα παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ο κατηγορούμενος και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ..., η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24-1-1996) ανερχόταν σε 8.240.000 δραχμές με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και υποτίμησε την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από 407.880 δραχμές (906400-498520), με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.150.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1.250 δρχ. ανά τ.μ. αλλά η εκτίμηση των στηρίχθηκε στο συγκριτικό στοιχείο 303/1995, που είχε χρησιμοποιήσει και ο κατηγορούμενος κατά παράλειψη συνεκτίμησης και των άλλων άνω συγκριτικών στοιχείων για τα έτερα πλησιόχωρα ακίνητα που είχαν μεταβιβασθεί επίσης το έτος 1995 και ήταν κατάλληλα για τον υπολογισμό της αξίας του κρινόμενου και έτσι δεν κρίνεται ακριβής η εκτίμησή των.
Απεδείχθη επίσης όσον αφορά την υπόθεση φόρου κληρονομίας, ... υπ' αριθμό φακέλου Θ7/1994 ότι στα περιουσιακά στοιχεία που κατέλειπε ο κληρονομούμενος στους επτά κληρονόμους (..., ..., ..., ..., ..., ... και ...) περιλαμβάνονταν τα εξής: α)αγροτεμάχιο 3500 τ.μ. σε απόσταση πλέον των 2000 μ. από τη θάλασσα με στάβλο στη θέση ..., σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, β) αγροτεμάχιο 300 τ.μ. σε απόσταση 2000μ. από τη θάλασσα, στη θέση ... πλησίον του χωρίου ..., που επρόκειτο για περιβόλι, γ) αγροτεμάχιο με στάβλο εκτάσεως 2500 τ.μ., παραθαλάσσιο στη θέση ..., σε πολύ καλό σημείο επί της οδού ..., δ) αγροτεμάχιο 4000 τ.μ. με οικία ερειπωμένη και στάβλο σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα και πλέον στη θέση ...., ε)αγροτεμάχιο 7000 τ.μ. στη θέση Ελληνικά, σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, στ)αγρός 50 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα πλησίον του ... που επρόκειτο για περιβόλι, ζ)αγροτεμάχιο 18000 τ.μ. με στάβλο στη θέση ... σε ορεινή περιοχή σε απόσταση περί τα 3000 μ. από τη θάλασσα, εκτός σχεδίου πόλεως κοντά σε χωματερή και κοντά σε αγροτικό δρόμο, η)αγροτεμάχιο 10.000 τ.μ. στη θέση ... με στάβλο εκτός σχεδίου πόλεως σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα, θ)αγροτεμάχιο 100 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα πλησίον χωρίου ... (περιβόλι-3 σκάλες ρέμα), ι)αγροτεμάχιο 2000 τ.μ. με στάβλο στη θέση ... σε απόσταση άνω των 2000 μ. από τη θάλασσα, εκτός σχεδίου πόλεως επί δημοσίας οδού ..., ια)αγροτεμάχιο 4000 τ.μ. στη θέση ... με απόσταση 2000 μ. και πλέον από τη θάλασσα, σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως κοντά στη δημόσια οδό, ιβ)αγροτεμάχιο 4000 τ.μ. με στάβλο στη θέση ... εκτός σχεδίου πόλεως με απόσταση 2000 μ. και πλέον από τη θάλασσα με δουλεία διόδου.
Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με κρίσιμο χρόνο εκτίμησης το έτος 1994 προς καθορισμό του φόρου κληρονομιάς όσον αφορά το πρώτο αγροτεμάχιο με τιμή ανά τ.μ. 350 δρχ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου Ζ 4/1994, που αφορούσε αγροτεμάχιο 1313 τ.μ. η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή μονάδος 400 δρχ. ανά τ.μ., όσον αφορά το δεύτερο αγροτεμάχιο με τιμή ανά τ.μ.700 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου 276/1988, που αφορούσε αγροτεμάχιο 5424,23 τ.μ. , η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή μονάδος 350 δρχ. ανά τ.μ., όσον αφορά το τρίτο ακίνητο με τιμή ανά τ.μ.300 δρχ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 143/1994, που αφορούσε αγροτεμάχιο 4974 τ.μ. , η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 3000 δρχ. ανά τ.μ.
Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του τετάρτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση των συγκριτικών Ζ4/1994, για αγροτεμάχιο 1313 τ.μ. προς 400 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 294/1988 για αγροτεμάχιο 5424 τ.μ. προς 350 δρχ. ανά τ.μ., την αξία του πέμπτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή ανά τ.μ. 350 δρχ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού Ζ4/1994, την αξία του έκτου των κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή 700 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού ΦΜΑ 276/1988 για αγροτεμάχιο 5000 τ.μ. προς 350 δρχ. ανά τ.μ., την αγοραία αξία του εβδόμου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή 400 δρχ. ανά τ.μ., κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου 112/1991 για ακίνητο 5000 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 250 δρχ. ανά τ.μ. , του ογδόου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου Ζ4/1994 (για ακίνητο 313 τ.μ. προς 400 δρχ. ανά τ.μ., του ενάτου κληρονομιαίου ακινήτου με τιμή 700 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου 276/1988 για ακίνητο 5424,23 τ.μ. προς 350 δρχ. ανά τ.μ., του δεκάτου κληρονομιαίου ακινήτου με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του ίδιου άνω συγκριτικού στοιχείου Ζ4/1994 του ενδέκατου κληρονομιαίου ακινήτου με τιμή μονάδος 350 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου Ζ4/1994 (ακίνητο 1313 τ.μ. Χ 400 δρχ. ανά τ.μ.) και την αγοραία αξία του δωδέκατου κληρονομιαίου ακινήτου προσδιόρισε με τιμή μονάδος 350 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ τα οποία έλαβαν οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο υπόψη αλλά παρέβλεψε να συνεκτιμήσει ως πρόσφορα ο κατηγορούμενος ως προϊστάμενος της ΔΟΥ ... κατά τον χρόνο εκτίμησης η αξία των άνω κληρονομιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί όσον αφορά το πρώτο με τιμή μονάδος 750 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει των συγκριτικών ΦΜΑ 483/1992 για ακίνητο 3280 τ.μ. που είχε εκτιμηθεί προς 750 δρχ. ανά τ.μ. ως εντός οικισμού και Ζ 23/1992 για ακίνητο 1876,60 τ.μ. που είχε εκτιμηθεί προς 350 δρχ. ανά τ.μ., όσον αφορά το δεύτερο ακίνητο με τιμή μονάδος 4000 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει του συγκριτικού στοιχείου 153/1988 για ακίνητο 1000 τ.μ. προς 2200 δρχ. ανά τ.μ. και όσον αφορά το τέταρτο από τα άνω ακίνητα έπρεπε να υπολογισθεί η αξία του με τιμή μονάδος 750 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει των συγκριτικών στοιχείων ΦΜΑ 483/1992 για αγροτεμάχιο 3280 τ.μ. η αξία του οποίου υπολογίσθηκε προς 350 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 153/1988 για ακίνητο 1000 τ.μ. η αξία του οποίου υπολογίσθηκε προς 2200 δρχ. ανά τ.μ. Επίσης η αξία του πέμπτου των άνω κληρονιμιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή 750 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει των άνω συγκριτικών στοιχείων 483/1992 και Ζ23/1992, η αξία του έκτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή 4000 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 153/1988 για ακίνητο 1000 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί προς 2200 δρχ. ανά τ.μ., η αξία του εβδόμου αγροτεμαχίου έπρεπε να υπολογισθεί προς 900 δρχ. ανά τ.μ., ενόψει των συγκριτικών στοιχείων 415/1992 για ακίνητο 4750 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί προς 750 δρχ. ανά τ.μ., Θ20/1991 για όμορο με το κρινόμενο αγροτεμάχιο 33602 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί προς 3950 δρχ. ανά τ.μ. και 43/1994 για ακίνητο 40000 τ.μ. η αξία του οποίου εκτιμήθηκε προς 1110 δραχμές ανά τ.μ.
Επίσης η αξία του ογδόου των άνω ακινήτων κληρονομιάς ... έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή 750 δρχ ανά τ.μ. εν όψει των συγκριτικών στοιχείων 483/1992 (3280 τ.μ. χ 700), Ζ23/1992 (1876 τ.μ. με οικία χ 350 δρχ) και 156/1993 (1240 τ.μ. άρτιο χ 600 δρχ ανά τ.μ.), του ενάτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή μονάδος 4000 δρχ ανά τ.μ εν όψει του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 153/1988 για ακίνητο 1000 τ.μ. η αξία του οποίου εκτιμήθηκε προς 2.200 δρχ ανά τ.μ., του δεκάτου κληρονομιαίου ακινήτου η αξία έπρεπε να εκτιμηθεί με τιμή 750 δρχ ανά τ.μ. εν όψει του συγκριτικού στοιχείου Ζ 23/1992 (1876 τ.μ. χ 350 δρχ) και του συγκριτικού στοιχείου 483/1992 (3280 τ.μ. χ 700 δρχ ανά τ.μ) και του ενδεκάτου των κληρονομιαίων ακινήτων η αξία έπρεπε να εκτιμηθεί με τιμή 750 δρχ ανά τ.μ εν όψει των ίδιων άνω συγκριτικών στοιχείων Ζ 23/1992 και 483/1992, ενώ δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις ως προς την εκτίμηση της αξίας των τρίτου και δωδεκάτου των κληρονομιαίων αυτών ακινήτων μεταξύ του κατηγορουμένου και των υπαλλήλων που έκαναν τον επανέλεγχο καθώς και των πραγματογνωμόνων που όρισε το δικαστήριο. Για το αγροτεμάχιο 1.000 τ.μ. στη θέση ... με στάβλο ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του σε 4.050.000 δρχ από τις οποίες δρχ. 1.020.000 η αξία της επικαρπίας 2.470.000 η αξία ψιλής κυριότητας και 20.000 δρχ η αξία του στάβλου ενώ έπρεπε να προσδιορισθεί η αγοραία αξία του σε 7.550.000 δρχ από τις οποίες 3.000.000 δρχ η αξία επικαρπίας 4.500.000 δρχ η αξία ψιλής κυριότητας και 50.000 δρχ, η αξία του στάβλου ενώ για το ακίνητο στη θέση ... επιφανείας 100 τ.μ ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του σε 70.000 δρχ από τις οποίες 28.000 δρχ η αξία της επικαρπίας και 28.000 δρχ η αξία ψιλής κυριότητος παρά το ότι η πραγματική αγοραία αξία του έπρεπε να εκτιμηθεί σε 400.000 δρχ από τις οποίες 160.000 δρχ η αξία της επικαρπίας και 240.000 δρχ η αξία της ψιλής κυριότητος. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και εξετίμησε την κληρονομιαία περιουσία ... συνολικά σε 27.595.000 δραχμές ενώ η πραγματικά αξία του ανερχόταν συνολικά σε 50.525.000 δραχμές για να ωφελήσει τους υπόχρεους από τους κληρονόμους ..., ..., ..., ..., ..., και ... των οποίων προσδιόρισε την ανάλογη προς την μερίδα την αξία επί των κληρονομιαίων όπως στο διατακτικό κατά τη διαφορά του προκύπτοντος φόρου και ειδικότερα τον κληρονόμο ... κατά το ποσό φόρου των 96.388 δραχμών, τον κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 539.850 δραχμών, την κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 1.249.767 δραχμών, τον κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 10.732 δραχμών, την κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 73.606 δραχμών και τον κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 188.325 δραχμών, με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο εκτίμησαν την αξία των κληρονομιαίων αυτών ακινήτων με τιμές μονάδος που είτε είναι ίδιες με τις τιμές με τις οποίες ο κατηγορούμενος προέβη στην εκτίμηση των είτε είναι λίγο μεγαλύτερες κατά 10 κατά 50 και κατά 100 δρχ ανά τ.μ. θεωρώντας ως προσφορά τα συγκριτικά στοιχεία των οποίων έκανε χρήση κυρίως ο κατηγορούμενος και σε αγροτικά ακίνητα μικρής εκτάσεως θεωρούν προσφορά τα συγκριτικά στοιχεία με την επίκληση μικρής εμπορευσιμότητας των υπό εκτίμηση ακινήτων παρά το ότι δεν αποκλειόταν η εκμετάλλευση των με καλλιέργειες με συνέπεια η εκτίμηση των σε 30.800.000 δρχ του συνόλου της αξίας της κληρονομιάς ... από αυτούς μαζί με τα κτίσματα να υπολείπεται της πραγματικής. Περαιτέρω στην υπόθεση φόρου κληρονομίας ... υπ' αριθμό φακέλου Θ7/1990 αποδείχθηκε ότι στα περιουσιακά στοιχεία που κατέλειπε ο κληρονομούμενος στους κληρονόμους του ήτοι στον υιό του ... στη θυγατέρα του... και στην ... περιλαμβάνονταν α) αγροτεμάχιο εκτάσεως 5.000 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση άνω των 500μ από τη θάλασσα στην επαρχιακή οδό ...,
προγενέστερα
αμαξιτή,
β) αγροτεμάχιο εκτάσεως 1.500 τ.μ σε απόσταση 500μ από τη θάλασσα επί της επαρχιακής αμαξιτής οδού στη θέση ..., γ) αγροτεμάχιο εκτάσεως 500 τ.μ ,ε οικία επιφανείας 90 τ.μ. στη θέση ... στην ... σε απόσταση 2.000 μ από τη θάλασσα, δ) αγροτεμάχιο 10.000 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση πλέον των 1000 μ. από τη θάλασσα σε ορεινή περιοχή, ε) αγροτεμάχιο (παλαιά άμπελος σε τέσσερις σκάλες) στη θέση ... πριν τις ... εκτάσεως 1.500 τ.μ σε ρεματιά σε απόσταση πλέον των 10ΟΟμ από τη θάλασσα, στ) αγροτεμάχιο 8.000 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση 2.000 μ από τη θάλασσα... με δουλεία διόδου, ζ) αγροτεμάχιο 3.000 τ.μ με στάβλο στη θέση ... και με πηγάδι σε απόσταση 200μ από τη θάλασσα, η) αγροτεμάχιο 10.000 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση 2.500 μ από τη θάλασσα και που συνορεύει με επαρχιακή οδό ..., θ) αγροτεμάχιο 6.000 τ.μ στη θέση ... σε ορεινή περιοχή, σε απόσταση πλέον των 2.000 μ από τη θάλασσα, ι) αγροτεμάχιο 200.000 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση 750 μ. από τη θάλασσα επί δημοσίας οδού εντός του οποίου έχουν γίνει περί τοιχίσες διαχωρισμού με ερειπωμένη άσκεπη οικία. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία των άνω ακινήτων με κρίσιμο χρόνο το έτος 1990 προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου από κάθε κληρονόμο με τιμή μονάδος 400 δρχ ανά τ.μ για το πρώτο αγροτεμάχιο σε 2.000.000 δρχ κάνοντας χρήση των συγκριτικών στοιχείων ΦΜΑ 41/1988 και 40/1988 για αγροτεμάχιο 400 τ.μ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα με τιμή μονάδος 328-360 ανά τ.μ. Επίσης αυτός προσδιόρισε την αξία του δεύτερου των άνω ακινήτων με τιμή μονάδος 1000 δρχ ανά τ.μ σε 1.500.000 δραχμές κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 156/1986 για αγροτεμάχιο 1000 τμ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή εκτιμήσεως 500 δρχ ανά τ.μ Ακόμη ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του τρίτου των άνω ακινήτων με τιμή μονάδος 1600 δρχ ανά τ.μ σε 800.000 δρχ και της οικίας σ' αυτό σε 1.350.000 δρχ κάνοντας χρήση ως συγκριτικού στοιχείου του ΦΜΑ 158/1986 για ακίνητο 1000 τ.μ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 500 δρχ ανά τ.μ. Από τον κατηγορούμενο εκτιμήθηκε η αγοραία αξία του τετάρτου των άνω ακινήτων σε 1.200.000 με τιμή μονάδος 120 δραχμές ανά τ.μ χωρίς να προκύπτει αν και ποιο συγκριτικό έλαβε υπόψη του ενώ το πέμπτο των άνω κληρονομιαίων ακινήτων εκτιμήθηκε από τον κατηγορούμενο με τιμή μονάδος 260 δρχ ανά τ.μ σε 390.000 δραχμές χωρίς να προκύπτει αν χρησιμοποίησε συγκριτικό στοιχείο. Επίσης προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία του έκτου των άνω ακινήτων της κληρονομιάς ... με τιμή μονάδος 500 δρχ ανά τ.μ σε 1.200.000 δρχ όσον αφορά την επικαρπία και σε 2.800.000 δρχ όσον αφορά την ψιλή κυριότητα, κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 399/1989 για ακίνητο σε απόσταση 10Ομ από το δρόμο που η αξία του εκτιμήθηκε με τιμή 302 δρχ ανά τ.μ και του συγκριτικού 156/1986 για ακίνητο 1000 τ.μ σε απόσταση 10Ομ από το δρόμο η αξία είχε εκτιμηθεί προς 500 δρχ ανά τ.μ ενώ την αξία του έβδομου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων προσδιόρισε ο κατηγορούμενος με τιμή μονάδος 500 δρχ ανά τ.μ σε 600.000 δρχ για την επικαρπία και σε 1.400.000 για την ψιλή κυριότητα πλέον 20.000 δρχ για τον στάβλο κάνοντας χρήση του ίδιου συγκριτικού 399/1989 καθώς και του συγκριτικού στοιχείου 156/1986. Επίσης προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία του ογδόου των κληρονομιαίων άνω ακινήτων με τιμή 300 δρχ ανά τ.μ σε 3.000.000 δρχ από τις οποίες 900.000 δρχ την επικαρπία και 2.100.000 δρχ την ψιλή κυριότητα κάνοντας χρήση των συγκριτικών στοιχείων 158/1986 (ακίνητοι 100 τ.μ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα χ 500 δρχ ανά τ.μ) και του συγκριτικού στοιχείου 156/1986. Επίσης προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία του ογδόου των κληρονομιαίων άνω ακινήτων με τιμή 300 δρχ τ.μ σε 3.000.000 δρχ από τις οποίες 900.000δρχ την επικαρπία και 2.100.000 δρχ την ψιλή, κυριότητα κάνοντας χρήση των συγκριτικών στοιχείων 158/1986 (ακίνητοι 100 τ.μ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα χ 500 δρχ ανά τ.μ) και του συγκριτικού 399/1989 (ακίνητο που η αξία του εκτιμήθηκε προς 302 δρχ ανά τ.μ). Ακόμη προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία του προαναφερθέντος ενάτου των ακινήτων κληρονομιάς ... με τιμή μονάδος 150 δρχ σε 900.000 δρχ χωρίς να χρησιμοποιηθεί συγκριτικό στοιχείο. Ο κατηγορούμενος υπολόγισε την αγοραία αξία του δεκάτου ακινήτου της κληρονομιάς ... με τιμή μονάδος 400 δραχμές ανά τ.μ σε 80.000.000 δρχ πλέον 200.000 δραχμών την αξία της οικίας εντός αυτού κάνοντας χρήση των συγκριτικών στοιχείων 270/1989 για ακίνητο 43.000 τ.μ σε απόσταση 300μ από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με 380 δρχ ανά τ.μ, 40 και 41/1988 για αγροτεμάχια 4.000 τ.μ έκαστο σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα η αξία των οποίων είχε υπολογισθεί με 328 και με 360 δρχ ανά τ.μ και 200/1989 για ακίνητο 1675 τ.μ σε μακρινή απόσταση από τη θάλασσα η αξία των οποίων είχε υπολογισθεί με 400 δρχ ανά τ.μ. Με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... τα οποία έλαβαν υπόψη των υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο αλλά παρέλειψε να συνεκτιμήσει ως προσφορά ο κατηγορούμενος που ήταν προϊστάμενος στη ΔΟΥ ... κατά τον χρόνο εκτίμησης η αξία των άνω κληρονομιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί σε 3.500.000 δρχ, για το αγροτικό ακίνητο στον ... εκτάσεως 5.000 τ.μ με τιμή μονάδος 700 δρχ ανά τ.μ. Εν όψει και του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 168/1987 (ακίνητο 9.468 τ.μ σε 250 μ από τη θάλασσα η αξία του οποίου υπολογίσθηκε με τιμή 400 δρχ ανά τ.μ) σε 2.100.000 δρχ για το αγροτεμάχιο 1.500 τ.μ στη θέση ... εν όψει του προαναφερθέντος ότι είχε χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση του και από τον κατηγορούμενο συγκριτικού 156/1986, με τιμή 1400 δρχ ανά τ.μ, για το αγροτικό ακίνητο 10.000 τ.μ στη θέση ... σε 1.500.00 δρχ με τιμή μονάδος 500 δρχ ανά τ.μ εν όψει του συγκριτικού ΦΜΑ 119/1987 για ακίνητο 11.000 τ.μ η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί προς 60 δρχ ανά τ.μ, του συγκριτικού 396/1989 για ακίνητο 800 τ.μ σε πλαγιά η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί προς 437 δρχ ανά τ.μ και 515/1992 για ακίνητο 11116 τ.μ η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί προς 300 δρχ ανά τ.μ, για το αγροτεμάχιο (παλαιά άμπελος) στη θέση ... σε 750.000 δρχ με τιμή μονάδος 500 δρχ ανά τ.μ. Εν όψει των συγκριτικών στοιχείων 515/1992 (11116 τ.μ χ 300 δρχ/τ.μ) και 396/1989 (800 τ.μ χ 437 δρχ/τ.μ). Επίσης έπρεπε να υπολογισθεί η πραγματική αγοραία αξία του αγροτεμαχίου 8000 τ.μ. στη θέση ... σε 264.000 δραχμές η επικαρπία και 6160.000 δρχ.η ψιλή κυριότητα με τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ., ενόψει των συγκριτικών στοιχείων ΦΜΑ 304/1989 για ακίνητο 400 τ.μ. σε απόσταση 100 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου εκτιμήθηκε με 1000 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 158/1986 για ακίνητο 1000 τ.μ.σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου εκτιμήθηκε με τιμή μονάδος 500 δρχ. ανά τ.μ., ενώ η πραγματική αξία του αγροτεμαχίου 3000 τ.μ. με στάβλο στοις ... και με πηγάδι έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή μονάδος 1200 δρχ. σε 1.080.000 δρχ. για την επικαρπία και σε 2.520.000 δρχ. για την ψιλή κυριότητα πλέον της από 60.000 δρχ. αξίας του στάβλου ενόψει του ότι πέραν του συγκριτικού στοιχείων 158/1986 που χρησιμοποίησε και ο κατηγορούμενος έπρεπε να συνεκτιμηθεί και το συγκριτικό ΦΜΑ 304/1989 (για ακίνητο 400 τ.μ. Χ 1000 δρχ. ανά τ.μ.). Επίσης έπρεπε να υπολογισθεί η πραγματική αγοραία αξία για το αγροτεμάχιο 10000 τ.μ. στη θέση ... με τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ. σε 7.700.000 δρχ. για την ψιλή κυριότητα και σε 3.300.000 δρχ. για την επικαρπία ενόψει συγκριτικών στοιχείων ΦΜΑ 304/1989 για ακίνητο 400 τ.μ. σε απόσταση 100 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου υπολογίσθηκε προς 1000 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 158/1986 για ακίνητο 1000 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου υπολογίσθηκε με τιμή 500 δρχ. ανά τ.μ., ενώ έπρεπε ακόμη να υπολογισθεί η αξία του αγροτεμαχίου εκτάσεως 200.000 τ.μ. στον ... με τις εντός αυτού διαχωριστικές περιστοιχίσεις με τιμή μονάδος 750 δραχμών ανά Γ.μ. σε 150.000.000 δρχ. ενόψε< των σννκρ<τ<κών στοιχείων ΦΜΑ 228/1987 για ακίνητο 23110 τ.μ. σε απόσταση 600 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 400 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 414/1989 για ακίνητο 48182 τ.μ. παραθαλάσσιο η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 700 δρχ. ανά τ.μ. Δεν υπήρξαν διαφοροποιήσεις ως προς την εκτίμηση της αξίας του αγροτεμαχίου 500 τ.μ. με οικία 90 τ.μ. στις ... και του αγροτεμαχίου στη θέση ... για το οποίο ο επανέλεγχος έκανε χρήση και του συγκριτικού 119/1987 (1100 τ.μ. Χ 60 δρχ. τ.μ.) μεταξύ του κατηγορουμένου και των υπαλλήλων που έκαναν τον επανέλεγχο καθώς και των πραγματογνωμόνων που ορίσθηκαν από το δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και εξετίμησε την κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος ... σε μικρότερη της πραγματικής αξίας του ήτοι σε 97.340.000 δρχ. συνολικά αντί σε 185.000.000 δρχ. που ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο για να ωφελήσει τους υπόχρεους κληρονόμους κατά τη διαφορά του φόρου κληρονομιάς που προέκυπτε και ειδικότερα τον φόρο που αναλογούσε στον κληρονόμο ... μικρότερο κατά το ποσό των 18.591.540 δραχμών, τον φόρο που αναλογούσε στην κληρονόμο ... μικρότερο κατά ποσό 331.400 δραχμών και τον φόρο που αναλογούσε στην κληρονόμο ... μικρότερο κατά το ποσό των 916.300 δραχμών. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν με την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών εξετίμησαν τα ακίνητα της κληρονομιάς ... στα οποία διαφοροποιούνται από την εκτίμηση του κατηγορουμένου και εκείνη των υπαλλήλων που έκαναν τον επανέλεγχο με τιμή μονάδος 400 δρχ. ανά τ.μ. για το πρώτο ακίνητο, με τιμή 800 δρχ. ανά τ.μ. για το δεύτερο ακίνητο, με τιμή 100 δρχ. ανά τ.μ. για το τέταρτο ακίνητο με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ. για το πέμπτο ακίνητο με τιμή 500 δρχ. ανά τ.μ. για το πέμπτο ακίνητο, με τιμή 500 δρχ. ανά τ.μ. για το έκτο ακίνητο, με τιμή 1000 δρχ. ανά τ.μ. για το έβδομο ακίνητο, με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ. για το όγδοο ακίνητο και με τιμή 400 δρχ. για το δέκατο ακίνητο και αποτίμησαν την συνολική αξία των ακινήτων της άνω κληρονομιάς σε 97.900.000 δραχμές και τον αναλογούντα φόρο σε 21.642.500 δρχ. από τον οποίο 20.705.500 στο μερίδιο ..., 666.000 δρχ. στο μερίδιο ... και 271.000 δρχ. στο μερίδιο ... θεωρώντας ως πρόσφορα ορισμένα συγκριτικά στοιχεία την τιμή μονάδος των οποίων προσαυξάνουν είτε λόγω παλαιότητος του συγκριτικού είτε απομείωναν από το ότι το συγκριτικό είναι νεότερο είτε είναι μικρότερη η έκσταση του υπό εκτίμηση ακινήτου είτε είναι μεγαλύτερη η απόσταση του κρινόμενου από τη θάλασσα αλλά κατά τις αυξομειώσεις από τις άνω αιτίες της τιμής μονάδας τείνουν χωρίς να είναι ακριβείς να μη διαφοροποιούνται σημαντικά από τις τιμές μονάδας με τις οποίες έγινε από τον κατηγορούμενο η εκτίμηση των ακινήτων και έτσι να χωρούν σε υπολογισμό εκ των υστέρων της τιμής των άνω ακινήτων σε ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην αγοραία αξία των στις περισσότερες περιπτώσεις κατά τον κρίσιμο χρόνο. Απεδείχθη ότι στην υπόθεση φόρου κληρονομίας ... υπ' αριθμό φακέλου Θ12/1991 στα περιουσιακά στοιχεία που κατέλειπε ο κληρονομούμενος στους τρείς κληρονόμους ήτοι ... ... και ... περιλαμβάνονταν τα παρακάτω ακίνητα: α) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου 340 τ.μ με ασκεπές κτίσμα στη θέση ..., παραθαλάσσιο β) 50 % εξ αδιαιρέτου οικοπέδου 50 τ.μ με οικία επιφανείας 50 τ.μ παραθαλάσσιο στον οικισμό ..., γ) 50% εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου 50.000 τ.μ στη θέση ..., παραθαλάσσιο και με όριο στη δημόσια οδό ... δ) 50% εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου επιφανείας 261160 τ.μ στη θέση ... με όριο στη δημόσιο οδό και εφαπτόμενο και με τη θάλασσα ε) 50 % εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου επιφανείας 459059 τ.μ στη θέση ... με θέα στη θάλασσα και σε απόσταση 1.200 μ έως 1.300 μ από αυτή με όριο και σε δημοσία οδό. Στ) εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου επιφανείας 51500 τ.μ στη θέση ... σε περιοχή δύσβατη και σε απόσταση από τη θάλασσα 1500μ ζ) 50 % εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου εμβαδού 32.500 τμ στη θέση ... σε δύσβατη περιοχή αλλά και με όριο στη δημοσία οδό σε απόσταση 1600μ από θάλασσα η) 50 % εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου 1326 τ.μ με κτίσμα στη θέση ... σε απόσταση 1300μ από τη θάλασσα θ) Αγροτεμάχιο 4.00 τ.μ στον ... σε ορεινή περιοχή σε απόσταση 2.000 μέτρων από τη θάλασσα με θέα προς αυτήν, ι) Αγρός 23800 τ.μ στη θέση ... στα όρια με την περιοχή ... και ... σε απόσταση 10ΟΟμ από τη θάλασσα με θέα προς αυτήν ια) Αγροτεμάχιο 9830 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση 10ΟΟμ από τη θάλασσα με όριο προς τη δημόσια οδό ... ιβ) Αγροτεμάχιο επιφανείας 159.543 τ.μ στη θέση ... ένα μέρος του οποίου είναι σε επαφή με τη θάλασσα και εκτείνεται προς ορεινή περιοχή μέχρι 1500μ ιγ) Μονοκατοικία από ημιυπόγειο 29,85 τ.μ πρώτο όροφο επιφανείας 76,49 τ.μ αποθήκη επιφανείας 42 τ.μ και δύο δωμάτια χωριστά, εμβαδού 34,56 τ.μ καθένα σε οικόπεδο επιφανείας 190 τ.μ στο ... σε απόσταση 600μ από τη θάλασσα ιδ) αγροτεμάχιο Επιφανείας 100 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση 1.300μ από τη θάλασσα. Από τον κατηγορούμενο προσδιορίσθηκε η αγοραία αξία των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με χρόνο εκτίμησης το έτος 1991 προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου κληρονομιάς όσον αφορά το πρώτο των άνω ακινήτων με τιμή μονάδος 1600 δρχ σε 272000 δραχμές ενώ κατά τον επανέλεγχο και τους ορισθέντες από το δικαστήριο πραγματογνώμονες η τιμή μονάδος για την εκτίμηση μα βάση τα συγκριτικά στοιχεία 91/1989 (50% εξ διαιρέτου αγροτεμαχίου 700 τ.μ χ 770 δρχ ανά τ.μ) και 288/1988 (1092 τ.μ χ 850 δρχ ανά τ.μ) η τιμή μονάδος για εκτίμηση του άνω κληρονομιαίου ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου δεν ήταν πλέον των 1500 δρχ ανά τ.μ και η αξία του επ' αυτού κτίσματος ανερχόταν σε 40.000 δρχ.
Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του δευτέρου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων όσον αφορά το οικόπεδο σε 375.000 δρχ. με τιμή μονάδος 15.000 δρχ. ανά τ.μ. και όσον αφορά την επ' αυτού οικία σε 450.000 δρχ. με τιμή μονάδος 6.000 τ.μ. με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 84/1990 (για ακίνητο 753,5 τ.μ. σε απόσταση 130μ. από τη θάλασσα Χ 14.500 δρχ. ανά μ2) και 111/1989 (για αγροτεμάχιο 124,16 τ.μ. σε απόσταση 40 μ. από τη θάλασσα Χ 15.000 δρχ. ανά μ2 ) ενώ κατά τους υπαλλήλους του επανελέγχου με βάση τα άνω συγκριτικά στοιχεία έπρεπε να υπολογισθεί η αγοραία αξία των με τιμή μονάδος 18000 δρχ. ανά μ2 για το οικόπεδο και με τιμή μονάδος 12.000 δρχ. ανά μ2 για την οικία, οι δε πραγματογνώμονες που όρισε το δικαστήριο θεωρώντας πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο 111/1989, μετά από προσαύξηση της τιμής λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και από μείωση της λόγω μικρότερης επιφάνειας του κρινόμενου και λόγω της συνιδιοκτησίας επ' αυτού και της οικίας υπολόγισαν την αξία του με τιμή μονάδος 17.000 δρχ. ανά μ2 για την οικία. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του τρίτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή μονάδος 250 δρχ. ανά τ.μ. σε 6.250.000 δρχ. άνευ συγκριτικών στοιχείων, ενώ οι υπάλληλοι του επανελέγχου με βάση τα συγκριτικά ΦΜΑ 334/1988 (για ακίνητο 6000 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα Χ 560 δρχ. ανά μ2 ) και 116/1990 (για αγροτεμάχιο 500 τ.μ. σε απόσταση έως 20 μ. από τη θάλασσα Χ 1050 δρχ. ανά τ.μ.) προέβησαν σε υπολογισμό της αξίας του ακινήτου αυτού με τιμή 800 δρχ. ανά τ.μ. οι δε πραγματογνώμονες που όρισε το Δικαστήριο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο 334/1988 μετά προσαύξηση της τιμής του λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και σημαντική μείωση της τιμής εκτίμησης λόγω μεγαλύτερης έκτασης του κρινόμενου και του επ' αυτού καθεστώτος συνιδιοκτησίας υπολόγισαν την αξία του με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του τετάρτου των άνω ακινήτων σε 24.404.400 δρχ. με τιμή μονάδος 180 δρχ. ανά τ.μ. άνευ συγκριτικών στοιχείων ενώ κατά του υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (για ακίνητο 5123 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα Χ 293 δρχ. ανά μ2 ) και 190/1989 (για ακίνητο 225 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα Χ 900 δρχ. ανά τ.μ.) έπρεπε να υπολογισθεί η αγοραία αξία του με τιμή μονάδος 600 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο θεωρώντας πιο πρόσφορο το συγκριτικό 172/1989 υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου μετά προσαύξηση της τιμής του συγκριτικού λόγω παλαιότητος και λόγω μεγαλύτερης έκτασης του ακινήτου που αφορούσε σε σχέση με το κρινόμενο με τιμή μονάδος 160 δρχ. ανά τ.μ. Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του πέμπτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων σε 34.429.425 δρχ. με τιμή μονάδος 150 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/19789 (για ακίνητο 5123 τ.μ. σε 2000 μ. από τη θάλασσα Χ 293 δρχ. ανά μ2 ) και 190/1988 (για ακίνητο 225 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα με τιμή 900 δρχ. ανά μ2 ) έκριναν ότι έπρεπε να υπολογισθεί η αγοραία αξία του με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό 179/1989 την τιμή του οποίου προσαυξάνουν λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και μειώνουν λόγω μεγάλης επιφάνειας του κρινόμενου και για το λόγο ότι ήταν συνιδιοκτησία περισσοτέρων υπολόγισαν την αγοραία αξία του με τιμή 130 δρχ. ανά τ.μ. Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του έκτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων σε 5.150.000 δραχμές με τιμή μονάδος 200 δρχ. ανά τ.μ. άνευ συγκριτικών στοιχείων ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (για ακίνητο 5123 μ2 σε 2000 μ. από τη θάλασσα Χ 293 δρχ. ανά τ.μ.) και 190/1988 (για ακίνητο 295 μ2 σε απόσταση 400μ. από τη θάλασσα Χ 900 δρχ. ανά τ.μ.) προσδιόρισε την αξία του κληρονομιαίου αυτού ακινήτου με τιμή μονάδος 400 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό 172/1989 την τιμή του οποίου προσαυξάνουν λόγω παλαιότητος και απομειώνουν λόγω μεγαλύτερης έκτασης και του καθεστώτος συνιδιοκτησίας για το κρινόμενο υπολόγισαν την αξία του με τιμή μονάδος 200 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του εβδόμου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων σε 3.250.000 δραχμές με τιμή μονάδος 200 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (5123 τ.μ. Χ 293 ανά μ2 ) και 190/1988 (225 τ.μ. Χ 900 δρχ/μ2 ) έκριναν ότι έπρεπε να προσδιορισθεί η αξία του άνω ακινήτου με τιμή 400 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο, θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό 172/1989, την τιμή του οποίου προσαύξησαν λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και μείωσαν λόγω καθεστώτος συνιδιοκτησίας και μεγαλύτερης έκτασης του κρινόμενου, υπολόγισαν την αξία του με τιμή 200 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος επίσης προσδιόρισε την αξία του ογδόου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων σε 497250 δρχ. με τιμή μονάδος 750 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (για ακίνητο 5123 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα Χ 293 δρχ. ανά μ2 ) υπολογίσθηκε η αγοραία αξία του άνω ακινήτου με τιμή 800 δρχ. ανά μ2 ) υπολογίσθηκε η αγοραία αξία του άνω ακινήτου με τιμή 800 δρχ/μ2) υπολογίσθηκε η αγοραία αξία του άνω ακινήτου με τιμή 800 δρχ. ανά μ2 σε 530.400 δρχ. πλέον δρχ. 30.000 η αξία του επ' αυτού κτίσματος, οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αξία του σε 398.000 δρχ. μόνον με τιμή μονάδος 600 δρχ. ανά τ.μ.
Επίσης από τον κατηγορούμενο προσδιορίσθηκε η αξία του κληρονομιαίου ακινήτου στον ... σε 2.000.000 δρχ. με τιμή μονάδος 1000 δρχ. ανά μ2 χωρίς να διαφοροποιείται η εκτίμηση των υπαλλήλων του επανελέγχου, που έλαβαν υπόψη τους το συγκριτικό 450/1991 (για ακίνητο 4138,75 τ.μ. σε 3000 μ. από τη θάλασσα Χ 750 δρχ. ανά μ2 ) και η εκτίμηση των πραγματογνωμόνων που ορίσθηκαν από το δικαστήριο ως προς την αξία του εν λόγω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο από εκείνη στην οποία προήλθε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος επίσης προσδιόρισε την αξία του δεκάτου των κληρονομιαίων ακινήτων σε 35.700.000 δραχμές με τιμή μονάδος 150 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (ακίνητο 5123 τ.μ. Χ 293 δρχ. ανά μ2 ) και 190/1988 (ακίνητο 225 τ.μ. Χ 900 δρχ. ανά μ2 ), προσδιόρισαν την αξία του με τιμή 600 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο υπολόγισαν την αξία του άνω ακινήτου με τιμή 150 δρχ. ανά τ.μ. Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του ενδεκάτου των κληρονομιαίων ακινήτων σε 2.949.000 δρχ. με τιμή εκτίμησης 300 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (5123 τ.μ. Χ 293 δρχ/μ2 ) και 190/1988 (225 τ.μ. Χ 900 δρχ/μ2) έκριναν ότι έπρεπε να προσδιορισθεί η αγοραία αξία του ακινήτου αυτού με τιμή 800 δρχ. ανά τ.μ. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο, θεωρώντας ως πρόσφορο το άνω συγκριτικό στοιχείο 172/1989 και αφού προσαύξησαν την τιμή μονάδος του λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και μεγαλύτερης απόστασης αυτού από τη θάλασσα από ότι το κρινόμενο ακολούθως δε απομείωσαν λόγω μεγαλύτερης επιφάνειας του κρινόμενου την τιμή μονάδος υπολόγισαν την αγοραία αξία του με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ακόμη προσδιόρισε την αγοραία αξία του δωδεκάτου των κληρονομιαίων ακινήτων στη θέση ... σε 47.862.960 δραχμές με τιμή μονάδος 300 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο, με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 334/1988 (ακίνητο 6000 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα Χ 1050 τ.μ. ανά τ.μ.) εξετίμησαν την αξία του κρινόμενου σε 16.546.400 δρχ. με τιμή 1050 δρχ. με τιμή 1050 δρχ. ανά τ.μ. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο υπολόγισαν, με βάση το άνω συγκριτικό 334/1988 ύστερα από προσαύξηση και στη συνέχεια απομείωση της τιμής του για τους ίδιους αμέσως παραπάνω αναφερόμενους λόγους, την αγοραία αξία του άνω ακινήτου με τιμή μονάδος 350 δρχ. ανά τ.μ. Ακόμη ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία της μονοκατοικίας σε δύο ορόφους στο ... και του οικοπέδου επί του οποίου είχε κτισθεί αυτή σε 152.000 δρχ. για το οικόπεδο με τιμή μονάδος 8000 δρχ. ανά μ2 και σε 5.200.000 δρχ. για την μονοκατοικία με τιμή μονάδος 5200 δρχ. ανά κυβικό μέτρο, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση το συγκριτικό στοιχείο 62/1989 για αγροτεμάχιο 79,60 τ.μ. η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή 7000 δρχ. ανά μ2 προσδιόρισαν την αξία του ακινήτου σε 1.900.000 δρχ. με τιμή μονάδος 10000 δρχ. ανά τ.μ. και την αξία της οικίας σε 7.083.000 δρχ. με τιμή 7.100 δρχ. ανά κυβικό μέτρο. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο 61/1989 μετά από προσαύξηση της τιμής εκτίμησης λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και απομείωση στη συνέχεια λόγω μεγαλύτερης έκτασης του υπό εκτίμηση από το ακίνητο που αφορούσε το συγκριτικό υπολόγισαν την αξία του οικοπέδου σε 1.520.000 δρχ. για το οικόπεδο με τιμή 8.000 δρχ. ανά τ.μ. και την αξία της οικίας σε 6.100.000 δραχμές. Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του αγροτεμαχίου 100 τ.μ. στη ... σε 5000 δρχ. με τιμή μονάδος 500 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση το συγκριτικό στοιχείο 190/1988 (ακίνητο 225 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα Χ 900 δρχ. ανά μ2 ) προσδιόρισαν την αξία του σε 80.000 δρχ. με τιμή μονάδος 800 δρχ. ανά τ.μ. στο ίδιο δε ποσό προσδιόρισαν και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο την αξία του άνω κληρονομιαίου ακινήτου με τιμή μονάδος 800 δρχ/μ2 . Με βάση τη θέση, την έκταση, την απόσταση από τη θάλασσα και τη θέα σ' αυτήν των άνω ακινήτων και των λοιπών ειδικότερων χαρακτηριστικών τους καθώς και το καθεστώς συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου στα πρώτα οκτώ από τα ακίνητα αυτά σε συνδυασμό με τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία ΔΟΥ ... και εκείνα του επανελέγχου που παρέβλεψε να εκτιμήσει ο κατηγορούμενος, η πραγματική αγοραία αξία των ακινήτων της κληρονομιάς ... κατά τον χρόνο εκτίμηση της (1991) ανέρχονταν, για το πρώτο ακίνητο σε δραχμές 265.000 πλέον δραχμών 40.000 για το επ' αυτού κτίσμα, για το δεύτερο ακίνητο σε 45.000 δραχμές όσον αφορά το οικόπεδο και σε 607.000 δραχμές όσον αφορά την επ' αυτού οικία για το τρίτο ακίνητο σε 15.044.000 δραχμές, για το τέταρτο ακίνητο σε 62.000.000 δραχμές, για το πέμπτο ακίνητο σε 50.000.000 δραχμές, για το έκτο ακίνητο σε 7.000.000 δραχμές, για το έβδομο ακίνητο σε 51.000.000 δραχμές, για το όγδοο ακίνητο σε 530.000 δραχμές από τις οποίες δρχ. 30.000 για το επ' αυτού κτίσμα, για το ένατο ακίνητο σε 2.000.000 δραχμές, για το δέκατο ακίνητο σε 63.000.000 δραχμές, για ενδέκατο ακίνητο σε 5.000.000 δραχμές, για το δωδέκατο ακίνητο σε 89.000.000 δραχμές, για το δέκατο τρίτο ακίνητο σε δραχμές 1.600.000 όσον αφορά το οικόπεδο και σε 6.100.000 δραχμές για την επ' αυτού οικία και για το δέκατο τέταρτο ακίνητο σε δραχμές 80.000 και συνολικά σε δρχ. 352.721.000. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και εξετίμησε την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας ... σε 169.770.225 δρχ. συνολικά υποτιμώντας την αξία των περιλαμβανόμενων σ' αυτήν ακινήτων κατά το ποσό 248.693.000 δραχμών συνολικά κατά παράβλεψη των προαναφερθέντων στοιχείων για να ωφελήσει τους υπόχρεους κληρονόμους κατά τη διαφορά του φόρου που προέκυπτε από 151.109.996 δραχμές για την ... από 21.673.912 δραχμές για την ... και από 21.444.958 δραχμές για την ... με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο εξετίμησαν τα ακίνητα της κληρονομίας ... σε μικρότερη αξία και όρισε ο δεύτερος από αυτούς με τη συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη τον οφειλόμενο φόρο συνολικά σε 43.164.500 δραχμές θεωρώντας ως προσφορά συγκριτικά ορισμένα μόνον από τα στοιχεία από τα βιβλία της ΔΟΥ ... ενώ και τα λοιπά που αναφέρθηκαν ήταν κατάλληλα και κατά την προσαύξηση και την απομείωση της τιμής εκτίμησης των συγκριτικών δεν προήλθαν σε ακριβείς προσδιορισμούς κατά την αναγωγή της τιμής των συγκριτικών στο χρόνο εκτίμησης της άνω κληρονομιάς και έτσι τα ποσά αξίας των περισσοτέρων των επιμέρους ακινήτων αυτής της κληρονομιάς πλην εκείνων όπου δεν παρατηρούνται διαφορές με τις εκτιμήσεις των υπαλλήλων του επανελέγχου και του κατηγορουμένου υπολείπονται από την πραγματική αγοραία αξία των άνω ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το όφελος που επιδιώχθηκε με τις άνω πράξεις του κατηγορουμένου υπέρ των υπόχρεων σε φόρο μεταβίβασης και φόρο κληρονομιάς στις άνω περιπτώσεις υπερέβαινε τα 500.000 δραχμές. Ανερχόταν το όφελος αυτό και η αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του δημοσίου σε 113.852.100 δραχμές που συνιστούσε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ελάττωση της περιουσίας του δημοσίου κατά την έννοια του άρθρου 256 περ. γ εδ. αα Π.Κ. όπως ισχύει μετά το ν. 2721/1999 από την κατ' εξακολούθηση τέλεση της απιστίας στην υπηρεσία από τον κατηγορούμενο ως δημόσιο υπάλληλο που ήταν αρμόδιος για τον προσδιορισμό του φόρου που οφειλόταν από κάθε υπόχρεο. Δεν είναι όμως η ζημία αυτή ιδιαίτερα μεγάλη κατά την έννοια του νόμου 1608/1950 όπως ισχύει μετά το άρθρο 24 παρ. 3 του νόμου 2298/1995, καθόσον η σχετική ρήτρα της ιδιαιτέρα μεγάλης ζημίας στον άνω νόμο περιορίζεται στις εξαιρετικές και ακραίες περιπτώσεις καταχρήσεως της δημόσιας περιουσίας με αντικείμενο πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Εξ άλλου δεν συμπίπτει εννοιολογικά η κατά το άρθρο 98 Π.Κ. κατ' εξακολούθηση τέλεση του άνω εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία με την έτερη διακεκρινόμενη μορφή τέλεσης της, υπό τις συνεπαγόμενες την εφαρμογή του ν.1608/1950 εξακολούθηση του εγκλήματος. Στο εξακολουθούν έγκλημα οι μερικότερες πράξεις μπορούν να τελεσθούν σε βραχύ σχετικά χρονικό διάστημα. Στην επί μακρόν χρόνον εξακολούθηση της πράξεως επί του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία που υπάγεται στον νόμο 1608/1950 μόνον να στρέφεται κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων που προκάλεσαν ελάττωση της δημοσίας περιουσίας ιδιαίτερα μεγάλη ανώτερη των 5.000.000 δρχ. υπάγονται εν όψει της απειλής βαρύτατων ποινών κατά του δράστη και της κατ' άρθρο 56 παρ. 2 ν.δ. 2756/1953 αθροίσεως των αντικειμένων των μερικότερων πράξεων μόνον εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις πολυετούς και οπωσδήποτε δεκαετούς εγκληματικής δραστηριότητας που δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε στην συγκεκριμένη περίπτωση όσον αφορά τον κατηγορούμενο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί για τις αναφερόμενες στο διατακτικό περιπτώσεις ένοχος του στρεφομένου κατά του Ελληνικού Δημοσίου κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία από δημόσιο υπάλληλο στον οποίο είχε ανατεθεί η διαχείριση της δημόσια περιουσίας κατά τον προσδιορισμό φορών και την οποία εν γνώσει του ελάττωσε κατά το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό που υπερέβαινε τα 5.000.000 δραχμές για να ωφεληθούν τρίτοι μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα και με πρόκληση από τις άνω επί μέρους πράξεις του στο Ελληνικό Δημόσιο ζημίας (προξενηθείσης ή απειληθείσης) που υπερέβαινε το ποσό των 50.000.000 δραχμών χωρίς τις άνω ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950.... Ιδιαίτερα τεχνάσματα υπό την άνω έννοια αποτελούν και η μη λήψη υπόψη
από τον κατηγορούμενο στις άνω περιπτώσεις όλων των προσφορών συγκριτικών στοιχείων από τα τηρούμενα στη ΔΟΥ ... για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που επρόκειτο να μεταβιβασθούν ή περιλαμβάνοντο στην κληρονομιά που περιερχόταν στους υπόχρεους και έπρεπε να εκτιμηθεί η αξία των για τη υπολογισθεί ο φόρος καθώς και των ακριβών στοιχείων θέσεως, προσανατολισμού αποστάσεως από θάλασσα και λοιπών ειδικών χαρακτηρισμών των υπό μεταβίβαση ή των κληρονομιαίων ακινήτων αλλά εσφαλμένων με συνέπεια να μη προσδιορίζεται η πραγματική αγοραία αξία των αλλά μικρότερη στην οποία με τη θέληση του προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία αυτών των ακινήτων με συνέπεια και ο φόρος μεταβίβασης καθώς και ο φόρος κληρονομιάς να είναι μικρότερος εκείνου που αναλογούσε στην πραγματική αγοραία αξία των κατά τον κρίσιμο χρόνο εκτίμησης και να οφελούνται οι υπόχρεοι κατά το ποσό της διαφοράς μεταξύ του φόρου που έπρεπε να πληρώσουν και εκείνου που βεβαιώθηκε με βάση τις άνω δόλιες ενέργειες του κατηγορουμένου (σχ. ΑΠ 523/1984 π.χ. ΛΔ' 933 επ.)".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ως άνω πράξεως της απιστίας στην υπηρεσία, όσον και για την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή τελέσθηκε, της τελέσεως κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με ζημία σε βάρος της περιουσίας του πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου, ανώτερη των 50.000.000 δραχμών και δη συνολικού ποσού 113.852.100 ευρώ, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες αφού: 1) προκύπτει ότι το Δικαστήριο προέβη με το παραπάνω σαφές αιτιολογικό του σε συγκριτική στάθμιση και ότι συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά επιλεκτικά, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός η αναφορά των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή και δε δημιουργείται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και η απολογία του κατηγορουμένου, 2) το αιτιολογικό δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά περιέχει και ίδιες σκέψεις και αναφορά πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, για όλες τις επί μέρους περιπτώσεις φορολογικών υποθέσεων, αιτιολογείται δε επαρκώς και ο απαιτούμενος άμεσος δόλος με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος εφοριακός υπάλληλος, αρμόδιος για την εκτίμηση της αξίας ακινήτων και τον προσδιορισμό του αναλογούντος σε κάθε περίπτωση φόρου, ως οικονομικός έφορος ΔΟΥ ..., ελλείψει αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας στις συγκεκριμένες περιοχές, υποτιμούσε την αξία των μεταβιβαζομένων και κληρονομιαίων αντίστοιχα ακινήτων και προσδιόρισε μικρότερα ποσά φόρου από εκείνα που αναλογούσαν, με παράβλεψη των προσφόρων συγκριτικών στοιχείων που τηρούσε η εφορία ... σε ειδικό βιβλίο, με σκοπό να ωφελήσει τους υπόχρεους προς καταβολή φόρου φορολογουμένους, οι οποίοι τελικά και κατέβαλαν στο Δημόσιο μικρότερα ποσά φόρου, ωφεληθέντες σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου, κατά συνολικό ποσό φόρου 113.852.100 δραχμών, που θα 'πρεπε να καταλογισθεί επί πλέον εκείνου που καταλογίστηκε από τον κατηγορούμενο και αποστερήθηκε έτσι το Δημόσιο, 3) επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της ανωτέρω πράξεως της απιστίας, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από την παραδοχή της αποφάσεως (σελ.158) ότι ο κατηγορούμενος, "ως αρμόδιος υπάλληλος και δη προϊστάμενος και ελεγκτής της ΔΟΥ ..., κατά τον προσδιορισμό της αξίας των υπό εκτίμηση μεταβιβαζομένων και κληρονομιαίων ακινήτων των φορολογουμένων, δεν λάμβανε υπόψη στις άνω περιπτώσεις για τις οποίες καταδικάστηκε, όλα τα πρόσφορα κατά θέση, προσανατολισμό, απόσταση από τη θάλασσα και λοιπά ειδικά χαρακτηριστικά, συγκριτικά στοιχεία, από τα τηρούμενα στη ΔΟΥ ... στοιχεία, αλλά λάμβανε υπόψη άλλα συγκριτικά στοιχεία, με τη θέλησή του, με συνέπεια να προσδιορίζει την πραγματική αγοραία αξία τους σε μικρότερα ποσά και συνακόλουθα και το φόρο μεταβιβάσεως και κληρονομίας αντίστοιχα σε μικρότερα ποσά εκείνων που αναλογούσαν και θα 'πρεπε να καταλογισθούν στους φορολογούμενους", οι ενέργειες δε αυτές υποτιμήσεως της πραγματικής αξίας των υπό φορολόγηση ακινήτων και βεβαιώσεως μικρότερου φόρου στους υπόχρεους φορολογούμενους, συνιστούν κατά το νόμο ιδιαίτερα τεχνάσματα, διότι κατά την κοινή πείρα καθιστούσαν δυσχερή τον έλεγχο, τείνουν σε εξαπάτηση της αρχής και των ελεγκτικών οργάνων αυτής σε περίπτωση επανελέγχου και είναι επιτήδειες να συγκαλύψουν την παράνομη ενέργεια του κατηγορουμένου υπαλλήλου, που προσδιόρισε τους αναλογούντες φόρους σε πολύ μικρότερα ποσά εκείνων που έπρεπε, 4) προσδιορίζει τη συνολική ζημία του Δημοσίου σε ποσό 113.852.100 δραχμές, που είναι η διαφορά των ποσών των φόρων που θα 'πρεπε να καταλογισθεί και του μικρότερου φόρου που καθορίστηκε από τον κατηγορούμενο και κατέβαλαν στο Δημόσιο οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι, ποσόν που δέχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 5) δε δημιουργείται ασάφεια, ούτε αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού, σχετικά με τη λήψη υπόψη των συγκριτικών στοιχείων προσδιορισμού της αξίας ακινήτων και του αναλογούντος φόρου για τις περιπτώσεις που ο αναιρεσείων καταδικάστηκε κατ' εξακολούθηση (υποθέσεις με αριθμό 84,85,86) και των ιδίων στοιχείων, για τις περιπτώσεις (81,87,88,90/1992), για τις οποίες αθωώθηκε, καθόσον αφορούν διαφορετικά φορολογητέα ακίνητα (αγροτεμάχια) και κάθε ακίνητο έχει τη δική του θέση, ταυτότητα και φορολογική αξία, 6) δε δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού ότι το όφελος των υποχρέων φορολογουμένων και η αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου ανερχόταν σε 113.832.100 δραχμές, που συνιστούσε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ελάττωση της περιουσίας κατά την έννοια του άρθρου 256 περ. γ εδ. αα του ΠΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 2721/1999 και από την αντίστοιχη παραδοχή του ιδίου αιτιολογικού, ότι η ανωτέρω ζημία του Δημοσίου δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη κατά την έννοια του ν. 1608/1950, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 παρ.3 του ν. 2298/1995, όπως ειδικότερα επεξηγείται στη σελίδα 156 του αιτιολογικού, σε τούτο δε προέβη το Δικαστήριο απλώς για να αιτιολογήσει τη μη συνδρομή της ιδιαζόντως επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, της ελαττώσεως της περιουσίας του Δημοσίου κατά ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αναφερομένης σε εξαιρετικές και ακραίες περιπτώσεις με αντικείμενο πολλών άνω των 50.000.000 δραχμών, που δεν συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότε και επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη, 7) το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψη του υποβληθέντος από τον κατηγορούμενο αιτήματος, που έχει κατά λέξη (σελ. 12 πρακτικών) " να κληθεί και να προσέλθει στο δικαστήριο ο Πολίτης", για το οποίο αρχικά επιφυλάχθηκε το Δικαστήριο και δεν απάντησε, διότι προβλήθηκε αορίστως, χωρίς να προσδιορίζονται τα στοιχεία ταυτότητας και η διεύθυνση κατοικίας του εν λόγω μάρτυρα και επί ποίου θέματος θα κατέθετε, ώστε να κριθεί η δυνατότητα , αλλά και η αναγκαιότητα κλητεύσεως και εξετάσεως του μάρτυρος αυτού, 8) το αίτημα του κατηγορουμένου που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, ( σελ. 80 πρακτικών), μετά την ανάγνωση του προσκομισθέντος από τον εξεταζόμενο μάρτυρα - μέλος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών ..., από 21-12-2001 πρακτικού συνεδριάσεως του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών, να μη ληφθούν υπόψη οι πειθαρχικές αποφάσεις διότι δεν εκδόθηκαν αμετάκλητες αποφάσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας, μετά από απορριπτική εισαγγελική πρόταση και μετά ακρόαση του κατηγορουμένου, μετά την αρχική επιφύλαξη του Δικαστηρίου, απαντήθηκε τελικά ( σελ.88 πρακτικών), με επαρκή αιτιολογία, ότι το άνω πρακτικό του Β Υπηρεσιακού Συμβουλίου, δεν περιέχει δυσμενή για τον κατηγορούμενο σε σχέση με την ερευνούμενη απιστία στοιχεία και δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 364 παρ.2 του ΚΠοινΔ, στα έγγραφα άλλης ποινικής ή πολιτικής δίκης, για την ανάγνωση των οποίων απαιτείται να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση και το Δικαστήριο να κρίνει χρήσιμη την ανάγνωσή τους, 9) με επαρκή αιτιολογία απαντήθηκε από το Δικαστήριο υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου και απορρίφθηκαν ( σελ. 31-33 πρακτικών) αντιρρήσεις του, μετά από ακρόαση αυτού, να μην εξετασθεί ως μάρτυρας η επιθεωρήτρια του Υπουργείου Οικονομικών, ως ασκήσασα προανακριτικά και πειθαρχικά καθήκοντα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ. α ΚΠοινΔ, δεχθέν το Δικαστήριο ορθά ότι οι οικονομικοί επιθεωρητές που άσκησαν προανακριτικά και πειθαρχικά καθήκοντα (ΕΔΕ), δεν κωλύονται εκ του λόγου τούτου να εξετασθούν ως μάρτυρες και συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε με το να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 4/2008), ενώ από τα πρακτικά προκύπτει (σελ. 28) ότι η παραπάνω απόφαση, λήφθηκε μετά από σχετική πρόταση του εισαγγελέα της έδρας να εξετασθεί η ανωτέρω μάρτυρας. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν.
Επομένως, οι προβαλλόμενοι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Β, Δ και Ε του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσεως, έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα, απόλυτης ακυρότητας που επήλθε από την παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει την εξέταση του άνω μάρτυρος Πολίτη, κατ'άρθρο 6 ΕΣΔΑ και 14 ΔΣΑΠΔ, και λόγω σιωπηράς απορρίψεως των αιτημάτων του κατηγορουμένου για κλήτευση του άνω μάρτυρος, για μη εξέταση της μάρτυρος Ξ και για μη λήψη υπόψη των αποφάσεων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου που κατέθεσε ο μάρτυρας υπερασπίσεως ..., πρέπει να απορριφθούν.
Από το συνδυασμό των άρθρων 177,178 και 179 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι στην ποινική δίκη επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε είναι από αυτά που αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμα και άκυρα, αρκεί η χρησιμοποίησή τους να μην απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητά είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, στο ακροατήριο ζήτησε " να μη ληφθούν υπόψη οι εκθέσεις επανελέγχου διότι είναι ανυπόστατα έγγραφα, επειδή είναι ανυπόγραφες από τον οικονομικό έφορο και είναι υπογεγραμμένες μόνο από τις ελέγκτριες". Το Δικαστήριο, μετά απορριπτική πρόταση του εισαγγελέα της έδρας και ακρόαση των συνηγόρων του κατηγορουμένου, (σελ. 73-76), απέρριψε το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου, με το εξής αιτιολογικό: "Η διάταξη του άρθρου 177 Κ.Ποιν.Δ., ορίζει ότι οι δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων όσον αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων. Η μη ανακάλυψη της αληθείας συνεπάγεται εσφαλμένη κρίση επί της ενδικαζόμενης από το Ποινικό Δικαστήριο υποθέσεως. Συνεπής προς την άνω διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 178 Κ.Ποιν.Δ. με την οποία ενδεικτικά ορίζονται τα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία μεταξύ των οποίων είναι και τα έγγραφα καθώς και η διάταξη του άρθρου 179 ιδίου Κώδικα για το ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικών μέσων με εξαίρεση ως προς το παραδεκτό της μαρτυρικής απόδειξης όταν βάση του εγκλήματος είναι κάποια ιδιωτική υποχρέωση οπότε κρίνεται κατά τις διατάξεις του αστικού νόμου η απόδειξη αυτής της υποχρέωσης, ενώ η απόδειξη της ίδιας της αξιόποινης πράξης επιτρέπεται με κάθε αποδεικτικό μέσο. Από την ανάγνωση του εγγράφου στην ποινική δίκη θα είναι δυνατό να ελεγχθεί το περιεχόμενό του και αν είναι σύννομο ή αν είναι επιτρεπόμενο και μετά την ανάγνωση του εγγράφου κρίνεται αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι κατά το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως επί της ουσίας, μεταξύ των εγγράφων της προκείμενης ποινικής υποθέσεως που σχηματίσθηκε κατά την προηγουμένως διενεργηθείσα προανάκριση και κύρια ανάκριση περιλαμβάνονται και οι με εκτέλεση διαταγής της Γενικής Διεύθυνσης Επιθεωρήσεων και Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών των αρμοδίων υπαλλήλων που είναι συνημμένες στην πορισματική αναφορά που υπέβαλε η επιθεωρήτρια ΔΟΥ Ξ. Για την τέλεση ή όχι από τον κατηγορούμενο των πράξεων που αποδίδονται σ' αυτόν σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, επιτρέπονται κάθε είδους αποδεικτικά μέσα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 ΚΠΔ είτε και άλλα ακόμη και άκυρα, αρκεί η χρησιμοποίησή τους να μην απαγορεύεται ρητώς, είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει. Επομένως, οι εκθέσεις φορολογικού υπαλλήλου που συντάσσονται από αυτόν και τα πορίσματά του για τον επανέλεγχο φορολογικής υποθέσεως που έγινε ύστερα από εντολή ή διαταγή του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να ληφθούν υπόψη στην ποινική δίκη γιατί η χρησιμοποίησή τους δεν απαγορεύεται ρητώς από καμία διάταξη και δεν αντίκειται σε θεμελιώδεις διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο τέτοιων εκθέσεων επανελέγχου, όπως η παραπάνω και πορισματικές εκθέσεις που συντάχθηκε βάσει αυτών, δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας ούτε συνιστά υπέρβαση της εξουσίας του. Η μη συνυπογραφή αυτών των εκθέσεων από τον Οικονομικό Έφορο της περιφέρειας όπου ήταν τα ακίνητα που αποτέλεσαν αντικείμενο μεταβιβάσεως εν ζωή ή ανήκουν στην φορολογικά κληρονομιαία περιουσία αλλά μόνον από τους υπαλλήλους στους οποίους ανατέθηκε η σύνταξη αυτών των εκθέσεων επανελέγχου και εκ των υστέρων μετά την συμπερίληψη αυτών των εκθέσεων επανελέγχου στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία από την υπογραφή των πρωτοτύπων των εκθέσεων αυτών από την Επιθεωρήτρια που διενήργησε την διοικητική και προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση και υπέβαλε τα πορίσματά της στις αρμόδιες υπερκείμενες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών δεν συνεπάγεται ότι οι εν λόγω εκθέσεις επανελέγχου ήταν μη έννομα ή μη επιτρεπόμενα να ληφθούν υπόψη κατά την ποινική δίκη έγγραφα αλλά μη κατ' άρθρο 25 του Ν.820/1978 υπογραφή των από τον Οικονομικό Έφορο ... ως αρμόδιο έχει επιρροή μόνον όσον αφορά την αναζήτηση περαιτέρω από το Ελληνικό Δημόσιο μέσω της αρμόδιας ΔΟΥ τυχόν διάφορων επί πλέον φόρων που οφείλονται από τους υπόχρεους φορολογούμενους με βάση τις άνω εκθέσεις επανελέγχου. Δεν τίθεται κατόπιν αυτών ζήτημα ακυρότητας της ποινικής διαδικασίας από τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αυτών των εκθέσεων επανελέγχου ως αποδεικτικών μέσων συνεκτιμητέων με τις λοιπές αποδείξεις, ούτε ανακύπτει θέμα υπέρβασης εξουσίας από τη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών χωρίς να έχουν υπογραφεί και από τον Οικονομικό Έφορο .... Πρέπει κατόπιν αυτών να απορριφθεί το αίτημα της υπεράσπισης του κατηγορουμένου να μη ληφθούν υπόψη οι εκθέσεις επανελέγχου των ακινήτωνω που αφορά η προκείμενη υπόθεση ως ανυποστάτων εγγράφων χωρίς υπογραφή των από τον άνω Οικονομικό Έφορο ως αρμόδιο αλλά μόνον από τις υπαλλήλους που προήλθαν στον επανέλεγχο καθώς επίσης θα ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και θα συνεκτιμηθεί και η πορισματική έκθεση της επιθεωρήτριας του Υπουργείου Οικονομικών Ξ από 16-2-1998 που έγινε ύστερα από διαταγή της Γενικής Διεύθυνσης Επιθεώρησης και Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών μη απαγορευομένης ρητώς της χρησιμοποίησής της ως αποδεικτικού μέσου από καμμία διάταξη και μη αντιτιθέμενη της εκθέσεως αυτής για τα πορίσματα της επιθεωρήτριας σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η παραπάνω αιτιολογία του Δικαστηρίου είναι ειδική, επαρκής και σύμφωνη με το νόμο, ορθά το Δικαστήριο, μετά από ακρόαση των συνηγόρων του κατηγορουμένου, αποφάνθηκε για λήψη υπόψη των άνω εκθέσεων επανελέγχου των φορολογικών υποθέσεων που αφορούν στην προκείμενη κατηγορία, που διενεργήθηκε από αρμόδιους φορολογικούς ελεγκτές, κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Οικονομικών, ανεξάρτητα του ότι δεν συνυπογράφονται από τον οικονομικό έφορο ..., αφού η χρησιμοποίηση των εκθέσεων αυτών των ελεγκτικών οργάνων στην ποινική δίκη δεν απαγορεύεται από καμία διάταξη νόμου. Όταν δε οι συνήγοροι υπερασπίσεως του κατηγορουμένου επανυπέβαλαν, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας(σελ. 106) το ίδιο ακριβώς αίτημα που είχαν υποβάλει νωρίτερα (σελ.73), "να μη ληφθούν υπόψη οι εκθέσεις επανελέγχου, σύμφωνα με το έγγραφο του κ. Σανιδά", χωρίς επίκληση κάποιου άλλου συγκεκριμένου λόγου που δεν θα 'πρεπε να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω εκθέσεις επανελέγχου, το Δικαστήριο, που ήδη με το ως άνω αιτιολογικό του είχε απορρίψει το αίτημα αυτό, δεν ήταν υποχρεωμένο να επανέλθει και να επαναλάβει την απόρριψη του ίδιου αιτήματος αυτού. Επομένως, ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από τη μη απάντηση στο άνω αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 204 παρ.1,3 του ΚΠοινΔ, όταν γίνεται ανάκριση για κακούργημα, εκείνος που ενεργεί την ανάκριση και διορίζει πραγματογνώμονες γνωστοποιεί συγχρόνως το διορισμό στον κατηγορούμενο, στον πολιτικώς ενάγοντα .... Αυτοί, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από εκείνον που ενεργεί την ανάκριση , μπορούν να διορίσουν με δικές τους δαπάνες τεχνικό σύμβουλο.. (παρ.1). Όσα προβλέπονται στην παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν η πραγματογνωμοσύνη πρόκειται να διεξαχθεί στο ακροατήριο.. (παρ.2). Κατά την επομένη διάταξη του άρθρου 205 του ΚποινΔ, κατηγορούμενοι περισσότεροι από έναν δε μπορούν να διορίσουν συνολικά περισσότερους από δύο τεχνικούς συμβούλους.. Το ίδιο ισχύει και όταν οι πολιτικώς ενάγοντες ή οι αστικώς υπεύθυνοι είναι περισσότεροι από ένας. Εκείνος που ενεργεί την ανάκριση με διάταξή του ή το δικαστήριο με απόφασή του μπορούν να ρυθμίζουν αμετακλήτως για κάθε περίπτωση τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 του ΚΠοινΔ, αφού εξετασθούν οι μάρτυρες, διαβάζονται οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων. Αν κληθούν στο ακροατήριο από τον εισαγγελέα εκείνοι που έκαναν την πραγματογνωμοσύνη για να την αναπτύξουν προφορικά, η ανάπτυξη αυτή γίνεται ύστερα από την ανάγνωση της γνωμοδότησης και οι πραγματογνώμονες περιορίζονται, όπως και οι κατά την προδικασία τεχνικοί σύμβουλοι, που κλητεύονται ταυτόχρονα από τον εισαγγελέα, στο να απαντούν στις ερωτήσεις που τους απευθύνονται. Αν κλήθηκαν αυτοί για πρώτη φορά στο ακροατήριο και εμφανίστηκαν, μπορούν να κληθούν από το διάδικο σύμφωνα με τα άρθρα 204-207 τεχνικοί σύμβουλοι, όχι περισσότεροι από τους πραγματογνώμονες, οι οποίοι περιορίζονται επίσης στην έκθεση των συμπερασμάτων τους και στους ουσιώδεις λόγους που τα στηρίζουν, καθώς και στην απάντηση των ερωτήσεων που τους υποβάλλονται (άρθρο 208). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, (σελ. 57-58), ο κατηγορούμενος αντέλεξε στην ανάγνωση και τη λήψη υπόψη των εκθέσεων των διορισμένων από το πολιτικώς ενάγον Δημόσιο δύο τεχνικών συμβούλων ... και ...., επί της πραγματογνωμοσύνης των δύο πραγματογνωμόνων και της συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, που διέταξε το Πενταμελές Εφετείο, με δύο παρεμπίπτουσες αποφάσεις του, για το λόγο ότι διορίστηκαν δύο τεχνικοί σύμβουλοι αντί ενός. Το Δικαστήριο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό και αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, με το εξής αιτιολογικό: "Τεχνικό συμβούλιο μπορούν να διορίσουν ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικός υπεύθυνος όταν σε κακούργημα διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη και διορίζονται πραγματογνώμονες στο ακροατήριο κατά την κύρια διαδικασία με απόφαση του δικαστηρίου (Κ.Ποιν.Δ. 204 §§1,3). Με την 422/24.2.2006 παρεμπίπτουσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου διατάχθηκαν νέες αποδείξεις και ειδικότερα η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τους πραγματογνώμονες Θ πολιτικό μηχανικό και Ζ οικονομολόγο-φοροτεχνικό, προκειμένου να αποφανθούν περί της πραγματικής αξίας των αναφερόμενων στο διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ακινήτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος με την εν λόγω απόφαση 3420/2003 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο κατηγορούμενος για απιστία στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα σε βάρος του Δημοσίου κατ' εξακολούθηση λόγω προσδιορισμού εκ μέρους του ως προϊσταμένου της ΔΟΥ ... σε μικρότερο ποσό του φόρου που αναλογούσε σε κάθε υπόχρεο και προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων αυτών που μεταβιβάσθηκαν και περιλαμβάνονταν σε περιουσία που κληρονομήθηκε σε ποσά μικρότερα από την πραγματική. Στη συνέχεια, μετά την κατάθεση από τους άνω πραγματογνώμονες της από 4-12-2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση στις 11-12-2006 στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών από την πληρεξουσία του Ελληνικού Δημοσίου της εκθέσεως των διορισθέντων από το Ελληνικό Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγων με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και προς τον ανακριτή του 11ου τακτικού τμήματος Αθηνών, που είχε ορισθεί ως ανακριτικός υπάλληλος προς όρκιση των πραγματογνωμόνων και για να εγχειρισθεί σ' αυτόν η έκθεση των τεχνικών συμβούλων του ... και της ..., από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά προηγούμενη στις 16-5-2008 και στη συνέχεια στις 30-5-2008 συνεδρίαση του προς εκδίκαση της προκειμένης ποινικής υποθέσεως κατά την οποία εξετάσθηκαν ως μάρτυρες οι άνω πραγματογνώμονες, λόγω ατελειών της αρχικής πραγματογνωμοσύνης από το ότι δεν είχε διαταχθεί να προσδιορίσουν οι πραγματογνώμονες τον φόρο που αναλογούσε σε κάθε μία ξεχωριστή υπόθεση μεταβιβάσεως και κληρονομίας των άνω ακινήτων, ανεβλήθη εκ νέου για κρείσσονες αποδείξεις η εκδίκασή της και διετάχθη η διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα Ζ, οικονομολόγο-φοροτεχνικό που είχε διορισθεί με την προηγούμενη 422/2006 απόφασή του προκειμένου να αποφανθεί με έγγραφη έκθεσή του επί του ζητήματος ποιος ήταν ο φόρος που αναλογεί σε κάθε μία ξεχωριστή υπόθεση μεταβίβασης ακινήτων, γονικών παροχών και κληρονομιών με βάση την πραγματική αξία αυτών των ακινήτων όπως προσδιορίσθηκε στην από μηνός Δεκεμβρίου 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης καταθέτοντας την σχετική έκθεση στον γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών καταχωρίζοντας χωριστά σε στήλες την πραγματική αιτία αυτών των ακινήτων με βάση τις εκτιμήσεις του κατηγορουμένου, της Επιθεωρήτριας του Υπουργείου Οικονομικών και του ίδιου του πραγματογνώμονα και χωριστά σε στήλες τον φόρο που αναλογούσε για καθένα από τα ακίνητα με βάση τους ίδιους κατά τα ανωτέρω υπολογισμούς. Από τον πραγματογνώμονα Ζ κατετέθη η συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης στον Εισαγγελέα Εφετών στις 22-10-2008 και επί της άνω συμπληρωματικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης από την Τεχνική Σύμβουλο του Ελληνικού Δημοσίου ..., έγιναν σε έκθεσή της οι παρατηρήσεις της επί των όσων αναφέρει ο πραγματογνώμων Ζ. Στο άρθρο 362 Κ.Ποιν.Δ. που ρυθμίζει τα σχετικά με την ανάγνωση των εκθέσεων εκείνων που έκαναν την πραγματογνωμοσύνη και των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων που είχαν ορισθεί στην προδικασία και για την ανάπτυξη αυτών των εκθέσεων και την απάντηση των στις ερωτήσεις που τους απευθύνονται ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 αυτού ότι αν κλήθηκαν οι πραγματογνώμονες για πρώτη φορά στο ακροατήριο μπορούν να κληθούν από τον διάδικο σύμφωνα με τα άρθρα 204-207 Κ.Ποιν.Δ. τεχνικοί σύμβουλοι όχι περισσότεροι από τους πραγματογνώμονες οι οποίοι περιορίζονται επίσης στην έκθεση των συμπερασμάτων τους και στους ουσιώδεις λόγους που τα στηρίζουν καθώς και στην απάντηση των ερωτήσεων που τους υποβάλλονται. Αν διαταχθεί νέα ή συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, σε περίπτωση κλητεύσεως και εμφανίσεως των πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο μπορούν με τους ίδιους όρους να κλητευθούν από το διάδικο τεχνικοί σύμβουλοι όχι περισσότεροι από τους πραγματογνώμονες και τόσο αυτοί (πραγματογνώμονες) όσο και οι τεχνικοί σύμβουλοι περιορίζονται επίσης στην έκθεση των συμπερασμάτων τους και τους λόγους που τα στηρίζουν και σε απαντήσεις στις υποβαλλόμενες ερωτήσεις χωρίς να επέρχεται ακυρότητα από την εξέταση των ως άνω μαρτύρων. Σε περίπτωση υπάρξεως αντιθέσεων ή αντιφατικών εκδοχών μεταξύ της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και αυτής του τεχνικού συμβούλου, το δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση με βάση τα ειδικά χαρακτηριστικά του αντικειμένου της υπόθεσης. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να διορίσει ένα τεχνικό σύμβουλο αλλά δεν αποκλείεται η ανάγνωση των εκθέσεων που υπογράφονται από περισσότερους από έναν από τους τεχνικούς συμβούλους που διορίσθηκαν από έναν από τους διαδίκους όταν την ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης διέταξε κατά την κύρια διαδικασία στο ακροατήριο και είτε διεξάγεται αυτή αμέσως στο δικαστήριο είτε αν αυτό δεν είναι εφικτό και αυτή πρέπει να διεξαχθεί εκτός ακροατηρίου εκδίδεται παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία διορίζεται είτε ως εισηγητής μέλος του δικαστηρίου είτε ανακριτικός υπάλληλος για να διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη ενώπιόν του. Οι τεχνικοί σύμβουλοι σε τέτοια διαταχθείσα κατά τη διάρκεια της κυρίας δίκης πραγματογνωμοσύνη είναι δυνατό και αν δεν συνέτασσαν και κατέθεταν την προβλεπόμενη από το άρθρο 208 Κ.Ποιν.Δ. έκθεση με τις παρατηρήσεις του για την γενομένη πραγματογνωμοσύνη να κληθούν στο ακροατήριο από το διάδικο σε αριθμό όχι μεγαλύτερο από εκείνον των διορισθέντων πραγματογνωμόνων και να εκθέσουν τις απόψεις των και τα συμπεράσματά τους για τα ζητήματα για τα οποία διατάχθηκε η πραγματογνωμοσύνη. Δεν κωλύεται κατόπιν αυτών να λάβει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο τις γραπτές παρατηρήσεις των τεχνικών συμβούλων του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου ... ΠΕ Μηχανικού και ... υπαλλήλου με βαθμό Α' του κλάδου ΠΕ Εφοριακών, επί της εκθέσεως των πραγματογνωμόνων που είχαν διορισθεί με την 422/2006 αναβλητική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου των που κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών για να εξετασθούν στην προκείμενη ποινική υπόθεση ως μάρτυρες όπως κλητεύθηκαν από τον ίδιο Εισαγγελέα και οι πραγματογνώμονες Θ και Ζ και κρίνεται ότι θα υποβοηθήσει το Δικαστήριο στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως από την εξέταση των. Επίσης λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, ενόψει των προαναφερθέντων, το έγγραφο με τις παρατηρήσεις της τεχνικής συμβούλου ..., πραγματογνωμοσύνης που ανετέθη στον εκ των διορισμένων πραγματογνωμόνων Ζ και διενεργήθηκε από αυτόν περιλαμβανομένη στην κατατεθείσα στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στην έκθεσή του. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί και αντιρρήσεις της υπεράσπισης του κατηγορουμένου να μη ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις των δύο τεχνικών αυτών συμβούλων του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία Εφετών την 11-12-2006 και την 1-2-2007 και να μην εξετασθούν οι ανωτέρω ως μάρτυρες είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν". Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ, αφού δε διορίστηκαν οι τεχνικοί σύμβουλοι του πολιτικώς ενάγοντος κατά την προδικασία, όπως σαφώς ορίζεται ότι διορίζεται μόνο ένας τεχνικός σύμβουλος, αλλά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την κύρια διαδικασία, με δύο παρεμπίπτουσες αποφάσεις του, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διόρισε προς τούτο δύο πραγματογνώμονες την πρώτη φορά, τους Θ και Ζ και τη δεύτερη φορά για συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, διόρισε τον από αυτούς Ζ, αυτοί δε κατέθεσαν τις δύο εκθέσεις τους και κλήθηκαν και εξετάσθηκαν στο ακροατήριο ως μάρτυρες, σύννομα διορίστηκαν και κλήθηκαν από το πολιτικώς ενάγον Δημόσιο και εξετάσθηκαν στο ακροατήριο δύο τεχνικοί σύμβουλοι, όσοι και οι πραγματογνώμονες, και συνεκτιμήθηκαν οι υπ' αυτών κατατεθείσες και αναγνωσθείσες εκθέσεις επί της διεξαχθείσας κύριας και συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, κατ' άρθρο 362 παρ.1 εδ.β ΚΠοινΔ, μη δημιουργουμένης ουδεμίας ακυρότητας της διαδικασίας και ο σχετικός, από τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ.δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων, προβαλλόμενος τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως (β' σκέλος) του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠοινΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την πραγματογνωμοσύνη, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξάλλου, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ). Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από το προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 608/2009 αποφάσεως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του, διέλαβε ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν " από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και από τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων που αναφέρονται παραπάνω και αναγνώσθηκαν, καθώς και από τις εκθέσεις με τις παρατηρήσεις των τεχνικών συμβούλων του Δημοσίου και του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου". Από την άνω ειδική περικοπή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξάρτητα του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν αναφέρονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκαν όλες οι παραπάνω εκθέσεις των πραγματογνωμόνων και των διορισθέντων τεχνικών συμβούλων, επομένως ότι αναγνώσθηκαν, πλην άλλων, και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Θ και Ζ και η έκθεση της συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης του Ζ, που διατάχθηκαν με τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις 422/2006 και 1486/2008 του ιδίου Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι εκθέσεις και το συμπέρασμα αυτών, με αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, αναφέρονται ρητά στο αιτιολογικό για κάθε επί μέρους εκτιμηθέν από τον κατηγορούμενο ακίνητο, συσχετιζόμενο με τα πορίσματα του διενεργηθέντος επανελέγχου, ήτοι σαφώς συνάγεται ότι συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο όλες οι παραπάνω εκθέσεις, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αναφορά, αποδοχή εξ ολοκλήρου των πορισμάτων αυτών και συσχέτιση αυτών με τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις εκθέσεις και τα πορίσματα των τεχνικών συμβούλων Δημοσίου και κατηγορουμένου, που συνιστούν έγγραφα και σαφώς προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο, όπως και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, με την αναφορά της αιτιολογίας και στα έγγραφα αυτά. Επίσης, το περιεχόμενο των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων του πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου και του κατηγορουμένου, των οποίων δεν προκύπτει η ανάγνωση από τα πρακτικά, προκύπτει από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο δύο διορισθέντων από το Δικαστήριο πραγματογνωμόνων και από τις καταθέσεις των τεχνικών συμβούλων ... και ..., οι οποίοι αναφέρθηκαν στις εκθέσεις τους. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως (δ' σκέλος), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από τον νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358, 369 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, τον λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως, ( σελ. 106 και 107), που δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, κατά το άρθρο 141 παρ.3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, πριν κηρύξει το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ρώτησε όλους τους παράγοντες της δίκης αν χρειάζονται κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά, μετά δε την αγόρευση και την πρόταση του εισαγγελέα της έδρας και των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής επί της κατηγορίας, έδωσε το λόγο τελευταία στους συνηγόρους του κατηγορουμένου, οι οποίοι ανέπτυξαν την κατηγορία και ζήτησαν την απαλλαγή αυτού. Επομένως, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, δεν συντρέχει έλλειψη ακροάσεως και δεν επήλθε καμία απόλυτη ακυρότητα και ο σχετικός τρίτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'και Β ΚΠοινΔ, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως (γ' σκέλος), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθησαν κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, παραβιάζονται οι αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας, παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας και δη ισχυρίζεται, 1) ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση ευθέως και στα παρακάτω έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν: α) στις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων του Δημοσίου, β) στην 75/2001 απόφαση του Β Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών και γ) στο 3/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) ότι στα αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνονται έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους και στερήθηκε του δικαιώματός του να αντικρούσει αυτά, και δη αναγνώσθηκαν τα παρακάτω υπό αύξοντα αριθμό: ι) έγγραφα της οικονομικής επιθεώρησης, ιι) έξι πρόχειρα σημειώματα σε φωτοτυπίες, ιιι) το από 9-10-95 πρακτικό περί καταλληλότητας οικοπέδων, ιν) πίνακες συγκριτικών στοιχείων. Επί των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, λεκτέα τα εξής: 1) Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα παραπάνω τρία έγγραφα πράγματι δεν περιλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα, αλλά, α)το περιεχόμενο των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων του Δημοσίου συνάγεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις των ιδίων των εξετασθέντων στο ακροατήριο δύο αυτών τεχνικών συμβούλων, β) η 75/2001 απόφαση του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών, συνάγεται από το αναγνωσθέν (σελ. 80 πρακτικών) από 21-12-2001 πρακτικό του Συμβουλίου αυτού και από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος υπερασπίσεως ..., ο οποίος ήταν μέλος του άνω Πειθαρχικού Συμβουλίου και κατέθεσε στο Δικαστήριο το παραπάνω πρακτικό του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, γ) το μνημονευόμενο στο αιτιολογικό με αριθ. 3/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών( σελ. 110), με την περικοπή "Αναφέρθηκε η μάρτυρας ..., εξ αφορμής της καταγγελίας της οποίας ελέγχθηκαν οι υποθέσεις φορολογίας . . . που οδήγησαν . . στην άσκηση ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου και στην παραπομπή του . . με το 3/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών . .", συνάγεται ότι το Δικαστήριο αναφέρεται στο παραπάνω παραπεμπτικό βούλευμα αφηγηματικά και μόνο, στηριζόμενο στην κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος, το δε ως άνω παραπεμπτικό του κατηγορουμένου βούλευμα είναι απλώς διαδικαστικό έγγραφο και όχι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας. 2) Η κατά τον παραπάνω τρόπο αυτό καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω τριών υπηρεσιακών εγγράφων, δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, άλλο έγγραφο με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκε, με την πραγματική δε ανάγνωση αυτών στο ακροατήριο, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα εφοριακό υπάλληλο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών και να προβεί αυτός ή ο συνήγορός του , κατ' άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αναγνωσθέντα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά.
Συνεπώς, ο από τα άρθρα 171 αρ. 1 στοιχ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ σχετικός προβαλλόμενος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου( άρθρα 176, 183 ΚΠολ. Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, όπως διαμορφώθηκε με τους από 10 Ιανουαρίου 2010 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 608/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου, που ανέρχεται σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ