Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 566 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή, Υπεξαίρεση.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Πότε είναι επιτρεπτή η διευκρίνιση - συμπλήρωση περιστατικών της κατηγορίας χωρίς μεταβολή της. Λόγος απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Δεν συνιστά η μη ανάγνωση ξενόγλωσσων εγγράφων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος χωρίς επίσημη μετάφρασή τους. Λόγοι για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄, Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ και αναφορά στα ως άνω περιστατικά.




Αριθμός 566/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της 1074/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1367/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικό ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παρανόμως κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιος αιτιολογίας: α)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπαγάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1074/2009 απόφασή του, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (όσον αφορά το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας), ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στο ...την 31-3-2002 ιδιοποιήθηκε στην κατοχή του, για να το επενδύσει με κέρδος για το πολιτικώς ενάγοντα, όπως διαβεβαίωνε τον τελευταίο. Ειδικότερα ενώ έλαβε κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο από τον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) δολλαρίων ΗΠΑ, για να τα καταθέσει, επί κέρδει για τον πολιτικώς ενάγοντα σε επενδυτικό λογαριασμό Φιλανδικού πιστωτικού ιδρύματος που είχε ο ίδιος επιλέξει και ενώ κατ' επανάληψη οχλήθηκε να το αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα, το παρακράτησε αυθαίρετα ιδιοποιούμενος παράνομα αυτά, αφού επ' ονόματι του έχει καταχωρήσει την εν λόγω επένδυση. Το αντικείμενο της εν λόγω υπεξαίρεσης που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας δεν δόθηκε ως δάνειο στον κατηγορούμενο, κατά τούτο δε πρέπει επιτρεπτώς να βελτιωθεί η κατηγορία, αλλά όπως προαναφέρθηκε για να το καταθέσει σε επενδυτικό λογαριασμό με κέρδος για τον πολιτικώς ενάγοντα. Τούτο σαφώς προκύπτει και από την αναγνωσθείσα από 9-3-2002 υπεύθυνη δήλωση του κατηγορουμένου που φέρει την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του, με την οποία ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι ο πολιτικώς ενάγων "θα λάβει από μένα το ποσό των 25.000 ευρώ μέχρι 31-3-2002 από το συμβόλαιο ... το οποίο έχει υπογραφεί νόμιμα μεταξύ εμένα και του .... Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που ενώπιον του ακροατηρίου δήλωσε ότι αναγνωρίζει ότι τα 10.000 δολ. ΗΠΑ τα οποία δεν έχουν επιστραφεί στον πολιτικώς ενάγοντα, έπρεπε να του έχουν επιστραφεί αλλά ότι έχει και ο ίδιος πέσει σε απάτη, δεν κρίνεται πειστικός ενόψει του ότι αυτός δεν έχει προβεί σε καμμία δικαστική ενέργεια σε βάρος του εν λόγω .... Εξάλλου επένδυσε στο όνομά του ιδίου παράνομα ιδιοποιούμενος εν συνεχεία παρά τις οχλήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, το περιελθόν στην κατοχή του αυτό το ποσό. Σημειώνεται ότι επίσης δεν κρίνεται πειστικός ο απολογητικός ισχυρισμός του ότι "ο επενδυτικός οίκος δεν ξέρει Ελληνικά και γι' αυτό το λόγο μπήκε στο δικό μου όνομα".
Συνεπώς ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Κρήτης ως προς το προαναφερθέν έγκλημα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (ποσού 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ) και στο διατακτικό του, που με το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και μετά την παραδοχή τι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς του μετά την ως άνω πράξη του επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα πλην των ξενόγλωσσων αναφερομένων υπ' αρ. 1, 2, 3 και 4 εγγράφων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος χωρίς μετάφρασή τους στην Ελληνική γλώσσα (για τα οποία γίνεται παρακάτω ιδιαίτερη αναφορά) από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος κατά την εξέταση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με περιεχόμενο "πιστεύω ότι τα χρήματα από το πρόγραμμα δεν τα πήρε ο κατηγορούμενος εάν τα έπαιρνε θα μου τα επέστρεφε" (βλ. 44 σελίδα πρακτικών και απόφασης με αριθμ. 772/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου), αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (βλ. 104 σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), στα οποία περιέχεται και το μέρος της κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία συνεκτίμησε και συναξιολόγησε στο σύνολό της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με την επισήμανση ότι η ως άνω αναφορά του πολιτικώς ενάγοντος συνδέεται με τη μη επιστροφή του υπεξαιρεθέντος από τον κατηγορούμενο ως άνω χρηματικού ποσού και όχι με την τέλεση της υπεξαίρεσης από εκείνον. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν απαιτείται, κατά τα προαναφερθέντα, η συγκριτική αξιολόγηση και συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Περαιτέρω είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το χρόνο της παράνομης ιδιοποίησης του χρηματικού ποσού των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ από τον κατηγορούμενο, αφού και στα δύο αυτά μέρη της απόφασης αναφέρεται η 31-3-2002, ημέρα κατά την οποία εξωτερίκευσε τη βούλησή του περί της μη επιστροφής του παραδοθέντος για επένδυση σ' αυτόν από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά μήνα Δεκέμβριο 1999 ως άνω χρηματικού ποσού" αλλά της παράνομης ιδιοποίησης του. Επομένως οι από το από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. δ' και ε' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ακόμα η μεταβολή της κατηγορίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Β' του ιδίου Κώδικα. Τέτοια μεταβολή υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενική διαφορετικό έγκλημα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, όταν το δικαστήριο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τελέσεως αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων διατείνεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι πριν την εκδήλωση της θέλησης του για ενσωμάτωση στην περιουσία του, του ποσού των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ του πολιτικώς ενάγοντος υπήρξε μεταξύ αυτών σύμβαση εντολής για επένδυση του ποσού αυτού και όχι σύμβαση δανείου που ανέφερε αρχικά το κατηγορητήριο. Όμως η πράξη της υπεξαιρέσεως των χρημάτων για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (από το οποίο κηρύχθηκε αθώος για την άλλη αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση από την οποία η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του είχε κηρύξει ένοχο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 772/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου), δεν είναι διαφορετική εκείνης για την οποία είχε ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για να δικασθεί (αυτό προδήλως εννοεί με το αναιρετήριο, όταν αναφέρεται μόνο στην πράξη για την οποία παραπέμφθηκε (ανεξαρτήτως και της αστικής ευθύνης του προς αποζημίωση του πολιτικώς ενάγοντος). Η δε αποσαφήνιση και ακριβέστερος προσδιορισμός, με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία (τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και τη δευτεροβάθμια δίκη) ως προς την εκδήλωση της θέλησης του αναιρεσείοντος να μη επιστρέψει στον πολιτικώς ενάγοντα στις 31-3-2002 το χρηματικό ποσό των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ παρά τη σχετική τελευταία όχλησή του και να το ενσωματώσει έκτοτε παράνομα στη δική του περιουσία, ενώ από τις 31-3-2002 και εντεύθεν ήταν επιτρεπτέο στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας με την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω. Επομένως και ο πρώτος αυτός λόγος (πρώτος) της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, ακρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και αναγνώσθηκε, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, πρέπει για να επέλθει ακυρότητα, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποια ακριβώς και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως διατείνεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο Κρήτης απέρριψε το αίτημά του να αναγνώσει στο ακροατήριο τα απ' αυτόν προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: 1)το από 24-12-2001 έγγραφο στην αγγλική γλώσσα WESTERN UNION, 2)τα από 3-1-2002, 20-12-2001, 24-12-2001 έγγραφα στην αγγλική γλώσσα WESTERN UNION, 3)το από 3-1-2002 έγγραφο στην αγγλική γλώσσα WESTERN και 4)το 1125 έγγραφο στην αγγλική γλώσσα με ανυπόγραφη - ανεπικύρωτη μετάφραση, στην ανάγνωση των οποίων αντέλεξε ο πολιτικώς ενάγων. Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο Κρήτης ουδαμώς προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, καθόσον όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με παρεμπίπτουσα απόφαση του για την απόρριψη της ανάγνωσης των ως άνω ξενόγλωσσων εγγράφων (βλ. 11η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ορθή, δεν στέρησε αυτόν, από κάποιο υπερασπιστικό δικαίωμα και ούτε συνέβαλε το Δικαστήριο να μη διεξαχθεί μια δίκαιη δίκη με αυτόν κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για να θεμελιώσει περαιτέρω ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά την εξέλιξη της διαδικασίας το Δικαστήριο. Ειδικότερα ο αναιρεσείων όφειλε να προσκομίσει μαζί με τα ως άνω αναφερόμενα ξενόγλωσσα έγγραφα και επίσημη μετάφραση τους στην Ελληνική γλώσσα για να είναι κατανοητό το περιεχόμενο τους τόσο από τα μέλη του Δικαστηρίου και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, όπως ήταν στην προκείμενη περίπτωση ή εάν διατεινόταν ότι αυτά τα έγγραφα είναι ουσιώδη και κρίσιμα για να καταλήξει το δικαστήριο σε ευνοϊκό αυτόν κρίση (απαλλαγή του) να ζητήσει τη διακοπή ή την αναβολή της δίκης για να προσκομισθεί και η επίσημη μετάφραση των εγγράφων αυτών. Πλην όμως αυτός ουδέν των ανωτέρω ενήργησε για τη νόμιμη προσκόμιση των εγγράφων αυτών στο δικαστήριο, χωρίς μάλιστα να έχει εκθέσει ποτέ ποιο το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να έχει υποστηρίξει ότι αυτά ήταν ουσιώδη και ευνοϊκά γι' αυτόν έγγραφα που αν τα λάμβανε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση εκείνης που κατέληξε για το έγκλημα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επομένως ο από τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για εκείνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1074/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου

(Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ