Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 203 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Απόφαση αθωωτική, Ανώνυμη εταιρία.




Περίληψη:
Υπέρβαση εξουσίας. Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Έγκληση από καταστατικό όργανο της ΑΕ. Δεν είναι αναγκαία για την νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως η προσκομιδή πληρεξουσίου εγγράφου, βεβαιωμένου από κάποια αρχή ή δικηγόρο, ούτε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ της ΑΕ. Παραδοχή αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 203/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 53637/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενη την ..., που δεν παρέστη.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 57/6 Ιουλίου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Σωφρονά και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1045/2009.

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 § 1 περ. δ' ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος και των αποφάσεων των μονομελών πλημμελειοδικείων και πταισματοδικείων της περιφέρειάς του, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 § 3 ΚΠοινΔ, δηλαδή μέσα σε δέκα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του οικείου ποινικού δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Κατά δε το άρθρο 504 § 1 ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμον όροι (ΟλΑΠ 3/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 79 § 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ.1325/1972): "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά την παρ. 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 15 παρ3 του Ν.3472/2006: "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης επί της επιταγής, ισχύουν χα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2και3του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ'ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλων είναι αρμόδιον ν'αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95*"το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65,67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές ης διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. και επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [ΟλΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασης του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ (ΟΛ. ΑΠ 4/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, κατόπιν της από 28-2-2008 εγκλήσεως της εδρεύουσας στην Αθήνα Α.Ε. με την επωνυμία "Μάρκος Γναφάκης - Βιοτεχνία Ετοίμων Ενδυμάτων Α.Ε." ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης - αναιρεσίβλητης ..., για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 29-12-2007 και 30-1-2008, παραπέμφθηκε δε να δικασθεί ενώπιον του ΣΤ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 53637/2009 απόφασή του έπαυσε οριστικά την, κατά της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη με την εξής αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση, με το από 5-3-2008 πρακτικό το Δ.Σ. της Μάρκος Γναφάκης ΑΕ εξουσιοδοτούσε τον Σ1 να καταθέσει μήνυση και να παρίσταται ως πολ. ενάγων για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εις βάρος της ως άνω εταιρείας. Πράγματι την 28-3-2008 ο ως άνω πληρεξούσιος κατέθεσε την από 28-2-2008 μήνυση έγκληση ενώπιον του Εισ. Πρωτ. Αθηνών. Όμως, το παραπάνω πρακτικό, στην ως άνω μήνυση έχει προσκομιστεί ως ακριβές αντίγραφο, χωρίς όμως να βεβαιώνεται αυτό από κάποια αρχή ή δικηγόρο, ούτε βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής των μελών του ΔΣ. Επομένως, εφόσον η έγκληση δεν ασκήθηκε νομότυπα και έχει παρέλθει το τρίμηνο από τη γνώση, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω σιωπηράς παραίτησης του δικαιούχου από το δικαίωμα της έγκλησης". Όμως, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 2117/17-6-1977 και 7904/21-7-2006 ΦΕΚ (ΤΕΥΧΗ ΑΕ και ΕΠΕ) ο άνω Σ1, ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της εγκλήσεως, Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρίας με εξουσία εκπροσώπησης της ενώπιον όλων των δικαστηρίων παντός βαθμού και δικαιοδοσίας με δικαίωμα να υποβάλει μηνύσεις, εγκλήσεις και να ενεργεί κάθε δικαστική πράξη που απαιτεί αυτοπρόσωπη παράσταση, σύμφωνα με το άρθρο 13 του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας, που προσκομίσθηκε κατά την υποβολή της εγκλήσεως και υπάρχει στη δικογραφία.
Συνεπώς, αφού ενήργησε ως καταστατικό όργανο εκπροσώπησης της άνω εταιρίας δεν ήταν αναγκαία για την νομότυπη υποβολή της έγκλησης η προσκομιδή πληρεξουσίου εγγράφου, βεβαιουμένου από κάποια αρχή ή δικηγόρο, ούτε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ.
Συνεπώς το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με το να παύσει οριστικά την κατά της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη με την άνω αιτιολογία, παρά την υποβολή νομότυπης εγκλήσεως, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης από 6.7.2009 αιτήσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς κατά τις παραπάνω διατάξεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), σημειουμένου ότι η αναιρεσίβλητη αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 12-8-2009 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., για να εμφανισθεί στην συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 53637/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ