Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 347 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
1. Ψευδής βεβαίωση Προέδρου Κοινότητας κατ' εξακολούθηση (άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ) - Έννοια 2. Παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση (άρθρο 259 ΠΚ) - Έννοια. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί: α) δεν εκτίθεται από πού ανάγεται η γνώση του κατηγορουμένου για το ψευδές των βεβαιούμενων γεγονότων και β) δεν διευκρινίζεται στο αιτιολογικό, σε τι συνίσταται η σκοπούμενη, με τις δύο γενόμενες παράνομες μεταδημοτεύσεις, βλάβη του κράτους, ώστε να μπορεί να κριθεί από τον ’ρειο Πάγο η αιτιώδης σχέση μεταξύ της πράξεως της παραβάσεως του καθήκοντος και της σκοπούμενης και τυχόν επελθούσας συγκεκριμένης βλάβης του κράτους, αν επέρχεται με τις πράξεις αυτές η συγκεκριμένη βλάβη του κράτους και αν η σκοπούμενη βλάβη αυτή δεν μπορούσε να επιτευχθεί, παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος του κατηγορουμένου Προέδρου Κοινότητας του κράτους.




Αριθμός 347/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Κελαϊδή, για αναίρεση της 205, 206/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ2 και 2) Χ3.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1301/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς : α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία γενικώς και αφηρημένως μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτων (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μια τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Όταν δε ο σκοπός συνίσταται σε βλάβη του κράτους, πρέπει να προσδιορίζεται και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή. Υπάλληλος κατ' άρθρο 13 εδ. α του ΠΚ, είναι και ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ως ασκών κοινοτική υπηρεσία, ο οποίος έχει, κατ' άρθρο 39 παρ. 20 του ν. 2647/1996, αρμοδιότητα για την έκδοση βεβαιώσεων μόνιμης κατοικίας για μεταδημότευση και για την έκδοση αποφάσεων εγγραφής στα δημοτολόγια της Κοινότητάς του δημοτών άλλων ΟΤΑ, από μεταδημότευση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 205, 206/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία,, ψευδούς βεβαιώσεως και παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής (για τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του): "Ο α' κατηγορούμενος (εννοείται ο αναιρεσείων) στις 22-3-2002 και 30-9-2002, ως πρόεδρος της κοινότητας ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε τα παρακάτω έγγραφα, στα οποία βεβαίωσε με πρόθεση ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ως πρόεδρος της εν λόγω κοινότητας και αρμόδιος λόγω της ιδιότητας του αυτής κατ' αρθρ. 3 § 20 του ν. 2647/1996 για την έκδοση βεβαιώσεων μόνιμης κατοικίας για μεταδημότευση, εξέδωσε α) την υπ' αριθ. ... βεβαίωση, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Χ3 (β' κατηγορούμενος) είναι μόνιμος κάτοικος ... της κοινότητας ..., και β) την υπ' αριθ. ... βεβαίωση, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Χ2 (δ' κατηγορούμενος) είχε αποκτήσει κατοικία πριν από δύο έτη στο κοινοτικό διαμέρισμα ... της κοινότητας ... και κατοικεί μόνιμα στο παραπάνω κοινοτικό διαμέρισμα με την οικογένεια του. Τα περιστατικά όμως αυτά ήταν ψευδή, αφού στην πραγματικότητα α) ο Χ3 δεν κατοικούσε μόνιμα στο ..., μάλιστα δε, σχετική παλιότερη αίτησή του για εγγραφή στο δημοτολόγιο της εν λόγω κοινότητας είχε απορριφθεί με την υπ' αριθ. ... απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου ..., και β) ο Χ2 δεν είχε αποκτήσει πριν από δύο έτη κατοικία στο κοινοτικό ..., εκ των υστέρων δε, απόκτησε στο εν λόγω διαμέρισμα μια αποθήκη που χρησιμοποιούσε και ως κατοικία. Τα ψευδή περιστατικά που αναφέρονταν στις παραπάνω βεβαιώσεις μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, και μάλιστα να θεμελιώσουν λόγο μεταδημότευσης, ο δε α' κατηγορούμενος γνώριζε ότι το περιεχόμενο των βεβαιώσεων αυτών δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Επίσης ο ίδιος κατηγορούμενος στις 22-3-2002 και στις 5-7-2002, ως υπάλληλος κατά το αρθρ. 13 ΠΚ, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, προκειμένου να βλάψει το κράτος. Συγκεκριμένα, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταδημότευση κάποιου, ύστερα από αίτησή του, σε άλλο δήμο ή κοινότητα και την εγγραφή του στα οικεία δημοτολόγια με σχετική απόφαση του δήμαρχου ή του προέδρου της κοινότητας αντίστοιχα, είναι να έχει αποκτήσει ο αιτών πριν από μια διετία τουλάχιστον μόνιμη κατοικία στον συγκεκριμένο δήμο ή κοινότητα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι η προϋπόθεση αυτή δεν συνέτρεχε στα πρόσωπα των Χ2 και Χ3, κατά τα άνω, εν τούτοις τους ενέγραψε παράνομα στα δημοτολόγια της κοινότητας ..., εκδίδοντας τις υπ' αριθ. ... και ... αντίστοιχες αποφάσεις του, υλοποιώντας με τον τρόπο αυτόν μεταδημοτεύσεις χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και αποσκοπώντας στο να βλάψει το κράτος. Περαιτέρω οι β' και δ' κατηγορούμενοι εν γνώσει τους δήλωσαν σε αρχή, με υπεύθυνη δήλωση του αρθρ. 8 του ν. 1599/1986, ψευδή γεγονότα που δεν αποδεικνύονταν με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας ή αντίστοιχα έγγραφα, και ειδικότερα, ο δεύτερος στις 12-10-2001 υπέβαλε στην κοινότητα ... την με ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωσή του, δηλώνοντας σ' αυτήν εν γνώσει του ψευδώς ότι έχει αποκτήσει κατοικία στην κοινότητα ... και διαμένει μόνιμα εκεί από το έτος 1999, και ο τέταρτος στις 30-9-2002 υπέβαλε στην ίδια κοινότητα την με ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωση του, στην οποία δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι μόνιμος κάτοικος οικισμού ... από το έτος 1998, ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί δεν είχαν αποκτήσει κατοικία ούτε ήταν μόνιμοι κάτοικοι της περιφέρειας της κοινότητας ... Τέλος, οι ίδιοι (β' και δ') κατηγορούμενοι εν γνώσει τους χρησιμοποίησαν δημόσιο έγγραφο που είχε συνταχθεί από υπάλληλο και στο οποίο βεβαιωνόταν ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή οι εν λόγω κατηγορούμενοι υπέβαλαν στην κοινότητα ... κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες τις υπ' αριθ. ... και ... αιτήσεις τους αντίστοιχα, με τις οποίες ζητούσαν την εγγραφή τους στα δημοτολόγια της κοινότητας αυτής, και με τις οποίες συνυπέβαλαν εκ των υστέρων ως δικαιολογητικά και τις ως άνω υπ' αριθ. ... και ... ψευδείς βεβαιώσεις που είχε εκδώσει για λογαριασμό τους ο α' κατηγορούμενος, όπως προαναφέρεται, προβαίνοντας έτσι οι β' και δ' κατηγορούμενοι εν γνώσει τους σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι α', β' και δ' κατηγορούμενοι για τις παραπάνω πράξεις που τους αποδίδονται ...". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη 205,206/2009 απόφασή του, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, την επιβαλλόμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, α) ως προς την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε συνείδηση ότι τα βεβαιούμενα υπ' αυτού γεγονότα ήταν ψευδή, δηλαδή ότι είχε αυτός γνώση ότι δεν είχαν μόνιμη επί διετία κατοικία οι δύο πολίτες στο Κοινοτικό Διαμέρισμα ... της Κοινότητας που ήταν Πρόεδρος, όπως βεβαίωσεν, ώστε να θεμελιώσουν αυτοί νόμιμο δικαίωμα μεταδημότευσης, και β) όσον αφορά την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, που φέρεται ότι τελέστηκε με την έκδοση παρανόμως δύο πράξεων μεταδημότευσης πολιτών στην Κοινότητα της οποίας ήταν Πρόεδρος, η παραπάνω αιτιολογία, δεν είναι εδική και εμπεριστατωμένη, όσον αφορά τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου αυτού, του σκοπού του κατηγορουμένου για βλάβη του κράτους, διότι αναφέρεται σε αυτή απλώς ότι ο κατηγορούμενος (χωρίς να αποδίδεται ότι είχε σκοπό να ωφελήσει παράνομα τον εαυτό του ή τους υπό μεταδημότευση πολίτες), αποκλειστικά ότι "είχε σκοπό να βλάψει το κράτος", χωρίς να διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η σκοπούμενη με τις εν λόγω δύο γενόμενες παράνομες μεταδημοτεύσεις βλάβη του κράτους, ώστε να μπορεί να κριθεί από τον ’ρειο Πάγο, η αιτιώδης σχέση μεταξύ της πράξεως της παραβάσεως του καθήκοντος και της σκοπούμενης και τυχόν επελθούσας συγκεκριμένης βλάβης του κράτους, αν επέρχεται με τις πράξεις αυτές η συγκεκριμένη βλάβη του κράτους και αν η σκοπούμενη βλάβη αυτή, δεν μπορούσε να επιτευχθεί, παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος του κατηγορουμένου Προέδρου Κοινότητας του κράτους. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις καταδικαστικές διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 205, 206 /2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τις καταδικαστικές διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Χ1.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή