Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 570 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ε.Σ.Δ.Α., Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ακυρότητα σχετική, Δωροδοκία δικαστή.




Περίληψη:
Δύο αναιρέσεις του ιδίου κατά της αυτής απόφασης. Συνεκδίκαση. Παραγραφή. Αναστολή προθεσμίας της παραγραφής. Πότε αρχίζει η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο. Αν η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κυρία διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής, Η μη έγκυρη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης. Αν δεν ανακύπτει θέμα αναστολής της παραγραφής της πράξης μπορεί να καλυφθεί, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Το αμετάκλητο του βουλεύματος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 § 5 τέθηκε με την έννοια του σχετικώς αμετακλήτου. Ο κατηγορούμενος δεν δύναται να προβάλλει αντιρρήσεις, ότι το βούλευμα αυτό δεν κατέστη αμετάκλητο για τον εισαγγελέα. Τελεσίδικο βούλευμα, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος για πλημμέλημα είναι από το νόμο αμετάκλητο, το οποίο δεν αίρεται εκ του ότι ασκήθηκε εναντίον του (απαραδέκτως) αναίρεση. ΕΣΔΑ. Δεν αντίκειται το ότι δίδεται ένδικο μέσο στον εισαγγελέα που δεν δίδεται στον κατηγορούμενο. Περιεχόμενο κλήσεως, κλητηρίου θεσπίσματος, παραπεμπτικού βουλεύματος. Πότε η από παραδρομή μη αναφορά του άρθρου του ποινικού νόμου δεν δημιουργεί ακυρότητα. Εφετείο. Κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του περί ακυρότητας της κλήσεως κλπ και του περί παραγραφής ισχυρισμού. Δωροδοκία Δικαστή. Στοιχεία. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Ακυρότητα κλήσης προς εμφάνιση. Αναίρεση. Απαράδεκτος λόγος σχετικής ακυρότητας, διότι δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης για την απόρριψη της ένστασης ακυρότητας κλήσης προς εμφάνιση. Η δωροδοκία δικαστή είναι υπαλλακτικώς μικτό και συνεπώς ένα αδίκημα τελέστηκε, έστω και αν συρρέουν περισσότεροι τρόποι τελέσεως. Χρόνος τελέσεως, πρέπει να θεωρηθεί ο χρόνος της τελευταίας πράξεως. Ελαφρυντικά προτέρου εντίμου βίου. Πότε είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα. Απόρριψη ως αορίστου. Ποινή. Αφαίρεση χρόνου κρατήσεως κατά το άρθρο 87 παρ. 2 ΠΚ. Προϋποθέσεις. Απόρριψη με επάλληλη αιτιολογία. Αλυσιτελής ο λόγος που αφορά την επάλληλη αιτιολογία. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 570/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λέκκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιπποκράτη Μυλωνά, περί αναιρέσεως της 454,458/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Φεβρουαρίου 2007 και 3 Απριλίου 2007 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 488/07.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 514 εδ. γ ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναίρεσης, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί , παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ1 άσκησε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κώστα Λαμπράκη , εμπροθέσμως στις 23/2/2007 (πριν καθαρογραφεί η προσβαλλόμενη απόφαση) ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, την 22/2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της 454,458/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και, ακολούθως, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά , άσκησε εμπροθέσμως , στις 3/4/2007, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ), δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά της ιδίας πιο πάνω σε βάρος του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως , η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το Εφετείο Αθηνών ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 15/3/2007, και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν.
II. Κατά τις διατάξεις των αρ. 111 παρ. 1 και 3 και 112 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Κατά τη διάταξη του αρ. 113 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των αρ. 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κυρία διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρ. 319 παρ. 5 ΚΠΔ, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που εκδόθηκε κατά τις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, επιδίδεται, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, στον κατηγορούμενο και τους υπολοίπους διαδίκους, με τη φροντίδα του Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών και μόλις γίνει αμετάκλητο το βούλευμα, γίνεται η κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά το αρ. 321 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των αρ. 320 και 321 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η μη έγκυρη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς αυτόν στο ακροατήριο, σύμφωνα με το αρ. 171 παρ. 1, η οποία, αν δεν ανακύπτει θέμα αναστολής της παραγραφής της πράξης, μπορεί να καλυφθεί, κατά το αρ. 174 παρ. 2, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Τούτο ,πολύ περισσότερο , ισχύει και στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αμετάκλητο, παρά τα οριζόμενα στα αρ. 314 και 319 παρ. 5 ΚΠΔ, οπότε και στην περίπτωση αυτή το βούλευμα και η επίδοση τούτου είναι άκυρη. Το αμετάκλητο, όμως, του βουλεύματος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 § 5 τέθηκε με την έννοια του σχετικώς αμετακλήτου. Δηλαδή σε σχέση με κάθε κατηγορούμενο, για τον οποίον το παραπεμπτικό βούλευμα κατέστη αμετάκλητο. Εφόσον, λοιπόν, για ένα των συγκατηγορουμένων, που συμπαραπέμπονται , το βούλευμα έχει καταστεί αμετάκλητο, κατά την § 2 του άρθρου 546 ΚΠΔ, νομίμως επιδίδεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 314 και 319 § 5 η κλήση προς εμφάνιση αυτού στο ακροατήριο. Όπως, άλλωστε, δεν δύναται να προβάλει αντιρρήσεις ο κατηγορούμενος που παραπέμπεται , ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί αμετάκλητο για τον εισαγγελέα, λόγω μη παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων από αυτόν. Το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και της πολιτείας επιβάλλει την άμεση εκκαθάριση της εκκρεμούς ποινικής υποθέσεως και δεν έχει νόημα να αναμείνει ο εισαγγελέας να καταστεί αμετάκλητο το βούλευμα, είτε ως προς άλλους συγκατηγορουμένους, είτε, βεβαίως, και ως προς την εκπροσωπούμενη από τον ίδιο εισαγγελική αρχή, όταν, μάλιστα, σε σχέση με τον κατηγορούμενο αυτόν, επίκειται παραγραφή του αξιοποίνου της πράξεως, για την οποίαν παραπέμπεται στο ακροατήριο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 319 παρ. 1 και 5 εδ. β', 321 παρ. 2, 471 και 482 παρ. 1Α' στοιχ. α' ΚΠΔ, προκύπτει, ότι το τελεσίδικο βούλευμα, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος για πλημμέλημα στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου είναι από το νόμο αμετάκλητο, πράγμα που δεν αίρεται εκ του ότι ασκήθηκε εναντίον του αναίρεση, ο δε αρμόδιος εισαγγελέας οφείλει να μη λάβει υπόψη την ασκηθείσα (απαραδέκτως) αναίρεση, αλλά να προβεί στην εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο, με επίδοση κλήσεως στον κατηγορούμενο. Εξάλλου, η απαγόρευση της ασκήσεως αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο, κατά βουλεύματος που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη (482 παρ. 1β ΚΠΔ) , ενώ στον εισαγγελέα, σύμφωνα με το άρθρο και 483 παρ. 1 ΚΠΔ, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά όλων των βουλευμάτων, άρα και του προαναφερομένου, δεν προσκρούει ούτε στα άρθρα 4, 20 και 25 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου της 4 Νοεμβρίου 1960 (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) που θεσπίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου για μια δίκαιη δίκη (χωρίς να καθιερώνει υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου), αφού μεταξύ των κατηγορουμένων που αποτελούν διαδίκους (άρθρ. 96 επ. και 477 ΚΠΔ) και των Εισαγγελέων που είναι δικαστικοί λειτουργοί (άρθρ. 87 παρ. 3 και 88 παρ. 5 του Συντάγματος) και εκ του νόμου προστάτες της έννομης τάξης, υπάρχει διαφοροποίηση της ιδιότητάς τους και συνεπώς επιβάλλεται η διαφορετική δικονομική μεταχείριση τους, με την χορήγηση στους παραπάνω εισαγγελείς, κατ' άρθρο 483 ΚΠΔ, δικαιώματος να ασκούν αναίρεση και στα βουλεύματα, τα οποία, κατ' άρθρο 482 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δεν μπορούν να προσβληθούν από κατηγορουμένους ακόμη και προς το συμφέρον των τελευταίων, οι οποίοι πάντως δεν στερούνται του δικαιώματός τους προς παροχή έννομης προστασίας ,αφού διατηρούν την δυνατότητα να προβάλουν τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς ενώπιον του δικαστηρίου κατά την κυρία διαδικασία ή κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων εναντίον της απόφασης που θα εκδοθεί, Άλλωστε, ο δικαιολογητικός λόγος που επιτρέπει την αναίρεση κατά του βουλεύματος που παύει προσωρινά την ποινική δίωξη είναι ότι με το βούλευμα αυτό παραμένει σε εκκρεμότητα η απειλή της εξακολούθησης στο μέλλον της ποινικής δίωξης και, επομένως, καθίσταται αντίστοιχα φανερό το συμφέρον του για την προσβολή του. Αντίθετα, δεν συντρέχει ο δικαιολογητικός αυτός λόγος και όταν το βούλευμα παύει οριστικά την ποινική δίωξη, γιατί το βούλευμα αυτό εκδίδεται διότι η αξίωση της Πολιτείας για την τιμωρία του δράστη υποχωρεί για λόγους δημόσιου συμφέροντος και δη της ανάγκης για τον κατευνασμό των παθών και την εσωτερική γαλήνη, ενώ το δικαστήριο εξαντλεί τη δικαιοδοσία του και απεκδύεται οριστικά από την υπόθεση, οπότε ο κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον για την προσβολή του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης, μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα, που έλαβε χώρα στην ακροαματική διαδικασία, εφόσον δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Επίσης, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να μνημονεύει ,μεταξύ άλλων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης και το άρθρο του ποινικού νόμου, το οποίο προβλέπει την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Αντίθετα, η κλήση ,κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, δεν απαιτείται να περιέχει τα ανωτέρω, αλλά αρκεί να παραπέμπει στο παραπεμπτικό βούλευμα, στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία αυτά. Κατά τα λοιπά, η κλήση πρέπει να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα. Αν η κλήση δεν περιέχει και τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, αλλιώς καλύπτεται. Η τυχόν εσφαλμένη ,από παραδρομή, εγγραφή στο κλητήριο θέσπισμα ή στο παραπεμπτικό βούλευμα του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη, δεν επιφέρει την πιο πάνω ακυρότητα, όταν σε άλλο σημείο του κλητηρίου θεσπίσματος ή του βουλεύματος αναγράφεται ο σωστός αριθμός του ουσιαστικού ποινικού νόμου που προβλέπει την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου στον αναιρεσείοντα ποινικού αδικήματος και διαλαμβάνονται σε αυτά με σαφήνεια και πληρότητα τα επιμέρους πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν εξ αντικειμένου και υποκειμένου, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να δύναται να λάβει πλήρη γνώση της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας, δυνάμενος να ετοιμάσει την υπεράσπισή του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη 3136 και 3198/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων ) Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων , πρότεινε ότι η 3/2006 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ήταν άκυρη , γιατί, όταν του κοινοποιήθηκε η κλήση αυτή την 13-1-2006, δεν είχε καταστεί αμετάκλητο το 2761/2005 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο , το μεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την μερικότερη πράξη της παράβασης καθήκοντος, που φέρεται ότι τέλεσε αυτός την 4.10.2000, το δε παρέπεμψε αυτόν να δικαστεί για τα πλημμελήματα της δωροδοκίας δικαστή και παράβασης καθήκοντος. Το παραπεμπτικό αυτό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, κατά τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος, δεν είχε καταστεί αμετάκλητο, διότι είχε ασκήσει εμπροθέσμως κατ' αυτού την από 5-1-2006 αίτηση αναιρέσεως. Ως εκ τούτου ,κατά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, θα έπρεπε το Δικαστήριο να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου των πράξεων, σύμφωνα με τα άρθρα 111 αρ.3, 112, 113 του Π.Κ και 370 στ.β του Κ.Ποιν.Δικ, ενόψει του ότι, από τον φερόμενο χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών, ήτοι από την 1-1-2001 έως 1-2-2001, όσον αφορά το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή και την 14-2-2001, όσον αφορά το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, μέχρι του χρόνου εκδικάσεως των πράξεων αυτών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου(3-4-2006), έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, αφού δεν μεσολάβησε αναστολή του χρόνου αυτής, λόγω της ακυρότητας της κλήσεως. Επίσης, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων προέβαλε , ενώπιον του αυτού πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου , ακυρότητα της αυτής (3/2006) κλήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, διότι η κλήση αυτή δεν περιείχε τα, επί ποινή ακυρότητας, στοιχεία αυτής και ειδικότερα τις οικείες διατάξεις του Π.Κ, που προβλέπουν τα διωκόμενα εγκλήματα της δωροδοκίας δικαστή και της παραβάσεως καθήκοντος, με συνέπεια και πάλι να μην έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία και το αξιόποινο των πιο άνω πράξεων να έχει υποκύψει στην προβλεπόμενη για τα πλημμελήματα πενταετή παραγραφή. Τους ισχυρισμούς αυτούς απέρριψε το Τριμελές Εφετείο, ως αβάσιμους. Ειδικότερα τον πρώτο τούτων απέρριψε, γιατί το προσβληθέν από τον κατηγορούμενο με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, παραπεμπτικό βούλευμα, δεν υπέκειτο από τον κατηγορούμενο σε αναίρεση. Τον δεύτερο δε ισχυρισμό τον απέρριψε, διότι τα άρθρα του ποινικού νόμου για τις πράξεις που παραπεμπόταν ο κατηγορούμενος , αναφέρονταν στο παραπεμπτικό βούλευμα , που είχε προκοινοποιηθεί , ενώ στην κλήση αναφερόταν ρητώς ότι αυτός εκαλείτο να δικασθεί σύμφωνα με το βούλευμα αυτό. Την απορριπτική αυτή των ισχυρισμών του απόφαση ο ήδη αναιρεσείων δεν προέβαλε με λόγο εφέσεως, όπως προκύπτει από την από την από 5-4-2006 σχετική έκθεση , όπου, ως μόνος λόγος εφέσεως αναγράφεται ότι " δεν εκτιμήθηκαν ορθά από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όπως προέκυψαν από την διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε ένοχος πράξεως, την οποία δεν διέπραξε" .Εντούτοις, ο ήδη αναιρεσείων επανέφερε τους ισχυρισμούς του αυτούς στο Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε την προαναφερόμενη έφεσή του, ενώ παράλληλα υπέβαλε " συμπληρωματικό περί παραγραφής" ισχυρισμό , προβάλλοντας ότι η αναίρεση που είχε ασκήσει κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος δεν ήταν απαράδεκτη , διότι, εφόσον ο Εισαγγελέας είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατ' αυτής, το ίδιο δικαίωμα είχε και αυτός, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και ότι, σε κάθε περίπτωση, αρμόδιο να αποφανθεί περί του τυχόν απαραδέκτου δεν ήταν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Επίσης προέβαλε τον ( συπληρωματικό) ισχυρισμό ότι, όχι μόνο στην κλήση που του είχε επιδοθεί δεν αναγράφονταν οι σχετικές διατάξεις των άρθρων των αδικημάτων για τα οποία είχε παραπεμφθεί να δικασθεί, αλλά ούτε στο παραπεμπτικό βούλευμα γινόταν ορθή αναγραφή των σχετικών άρθρων. Τους ισχυρισμούς αυτούς, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν είχε προσβάλει με λόγο εφέσεως, για την απόρριψη αυτών από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε το Πενταμελές Εφετείο, ως αβασίμους, με τις αυτές κατά βάση σκέψεις , που αναπτύχθηκαν πιο πάνω. Ετσι το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε, τον περί παραγραφής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, διότι δεν μεσολάβησε, όπως υποστήριζε, αναστολή του χρόνου αυτής, λόγω της ακυρότητας της κλήσεως, γιατί, σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί, το προσβληθέν από τον κατηγορούμενο με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, παραπεμπτικό βούλευμα με αριθμό 2761/2005 του Συμβουλίου Εφετών, δεν υπέκειτο από μέρους αυτού (κατηγορουμένου) σε αναίρεση, χωρίς να παραβιάζεται προς τούτο η απορρέουσα από τα άρθρα 4 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αρχή της ισότητας των όπλων, από μόνο το γεγονός ότι αντίστοιχο με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δικαίωμα για άσκηση αναιρέσεως κατά του ως άνω βουλεύματος, που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, δεν παρέχεται και στον κατηγορούμενο. Ως προς την προβαλλόμενη από τον κατηγορούμενο ακυρότητα της με αριθμό 3/2006 κλήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που του επιδόθηκε την 13-1-2006 και με την οποία κλήθηκε αυτός να εμφανισθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 1ης Μαρτίου 2006, το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς, με την αιτιολογία ότι, όπως προκύπτει από την εν λόγω κλήση, "περιέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 321 του Κ.Ποιν.Δικ. Συγκεκριμένα προσδιορίζονται σ' αυτή: α) το ονοματεπώνυμο και τα λοιπά στοιχεία προσδιοριστικά της ταυτότητος του κατηγορούμενου, β) το δικαστήριο στο οποίο καλείται να εμφανισθεί,( Γ Τριμελές Εφετείο Αθηνών), γ) η χρονολογία που έπρεπε να εμφανιστεί, δ) η επίσημη σφραγίδα και υπογραφή της εισαγγελέως και ε) τα αδικήματα για τα οποία αυτός καλείται να δικαστεί, ήτοι αυτά της δωροδοκίας δικαστή και της παραβάσεως καθήκοντος. Μόνο δε το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη κλήση δε γίνεται ακριβής προσδιορισμός των κατηγορουμένων πράξεων και των σχετικών ποινικών διατάξεων που προβλέπουν αυτές, είναι χωρίς έννομη επιρροή, προεχόντως, γιατί στην κλήση αυτή, εκτός του ότι γίνεται αναφορά του νομίμως προκοινοποιηθέντος σ' αυτόν (κατηγορούμενο), με αριθμό 2761 /2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, γίνεται επίσης ρητή αναφορά των συγκεκριμένων αδικημάτων- κατηγοριών, ώστε πλέον η εκ νέου αναφορά στην κλήση των αδικημάτων να αποτελεί πλεονασμό και σε καμία περίπτωση να μην αποστερεί τον κατηγορούμενο των οποιωνδήποτε υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και να μη δυσχεραίνεται πλέον η υπεράσπιση του. Περαιτέρω, με τον προβαλλόμενο, συμπληρωματικό του προηγούμενου, αυτοτελή ισχυρισμό του, ο κατηγορούμενος προβάλλει ακυρότητα της προαναφερθείσας κλήσεως με αριθμό 3/2006 γιατί στο προκοινοποιηθέν σ'αυτόν με αριθμό 2761 /2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εσφαλμένα αναφέρονται οι διατάξεις του ΠΚ για τα αδικήματα που αυτός καλείται να δικαστεί. Ειδικότερα γιατί αναφέρεται στο ως άνω βούλευμα για μεν το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος η διάταξη του άρθρου 257, αντί της ορθής διατάξεως του άρθρου 259 του Π. Κ, καθώς και η διάταξη του άρθρου 273, για το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή, αντί της ορθής διατάξεως του άρθρου 237 παρ.1 του αυτού κώδικα. Από το με αριθμό 2761/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκύπτει ότι ναι μεν είναι αληθές ότι στο φύλλο 8β αυτού, παρατίθεται από προφανή παραδρομή η διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 του ΠΚ, όμως στη συνέχεια ως περιεχόμενο της διατάξεως αυτής( 273 παρ.1 ΠΚ) παρατίθεται όλο το κείμενο που αφορά το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή, ώστε πλέον να μη καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη πράξη για την οποία κλήθηκε αυτός να δικαστεί, ήταν αυτή της δωροδοκίας δικαστή και όχι εκείνη του άρθρου 273 που αναφέρεται σε κοινώς επικίνδυνη βλάβη. Πέραν πάσης αμφιβολίας βέβαιον όμως είναι ότι στο φύλλο 13 (οπίσθια πλευρά), του βουλεύματος 2761/2005, εκτός του ότι γίνεται ρητή αναφορά στην ενσωματούμενη εισαγγελική πρόταση, όπου παρατίθενται ορθώς οι οικείες ποινικές διατάξεις, γίνεται και στο σκεπτικό του βουλεύματος ορθή αναφορά στη διάταξη του άρθρου 237 παρ.1 του Π Κ κατά το μέρος που αφορά το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή. Η επαναφορά δε του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού περί ακυρότητας της κλήσεως εκ του γεγονότος ότι όντως αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 257 του Π. Κ αντί της ορθής διατάξεως του άρθρου 259 του ίδιου Κώδικα, δεν ασκεί στην προκείμενη περίπτωση έννομη επιρροή εκτός των όσων προαναφέρθηκαν και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι για το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος ήδη έχει απαλλαγεί με την εκκαλούμενη απόφαση". Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, σύμφωνα και με τις σκέψεις που έχουν αναπτυχθεί πιο πάνω, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, σχετικά με τις προβαλλόμενες από αυτόν ακυρότητες της 3/2006 κλήσεως και του 2761/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η βασιμότητα δε των πιο πάνω παραδοχών, σε σχέση με το περιεχόμενο της κλήσεως και του παραπεμπτικού βουλεύματος, προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση τούτων , προς έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης στον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις για ακυρότητα των εν λόγω εγγράφων. Ετσι , οι διαλαμβανόμενες στην συνεκδικαζόμενη 22/23-2-2007 αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η 3/2006 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ήταν άκυρη , διότι α) όταν του κοινοποιήθηκε η κλήση αυτή την 13-1-2006, δεν είχε καταστεί αμετάκλητο το 2761/2005 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, αφού αυτός είχε ασκήσει εμπροθέσμως κατ' αυτού την από 5-1-2006 παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως και β) διότι , στην μεν πιο πάνω κλήση δεν γινόταν μνεία των άρθρων του Ποινικού Κώδικα , που αφορούσαν τις πράξεις για τις οποίες αυτός παραπέμπετο, στο δε παραπεμπτικό βούλευμα γινόταν εσφαλμένη αναγραφή των άρθρων αυτών με επακόλουθο τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, καθόσον, λόγω της ακυρότητας αυτής, δεν επήλθε αναστολή του χρόνου παραγραφής, είναι αβάσιμες. Επίσης, σύμφωνα και με τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν πιο πάνω, είναι απορριπτέα η περιεχόμενη στην αυτή αίτηση αιτίαση, ότι παραβιάζεται για τους προαναφερόμενους λόγους η απορρέουσα από τα άρθρα 4 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αρχή της ισότητας των όπλων, από μόνο το γεγονός ότι αντίστοιχο με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δικαίωμα για άσκηση αναιρέσεως κατά του ως άνω βουλεύματος, που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, δεν παρέχεται και στον κατηγορούμενο. Επομένως , ο διαλαμβανόμενος στην πιο πάνω αίτηση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η Κ.Π.Δ, όπως εκτιμάται, πρώτος λόγος αναιρέσεως , για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των προαναφερόμενων αυτοτελών ισχυρισμών του και για υπέρβαση εξουσίας ( με το να εκδικάσει το Δικαστήριο κατ' ουσία την υπόθεση , αντί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη , λόγω παραγραφής) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙV. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, στην από 3-4-2007 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως, προβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου , επιπλέον λόγο ακυρότητας της πιο πάνω από 13-1-2006 κλήσεως. Ειδικότερα, προβάλλει την αιτίαση ότι, εφόσον το παραπεμπτικό 2761/2005 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εκδόθηκε στις 27-12-2005, ενώ η κλήση προς εμφάνιση στο ακροατήριο επιδόθηκε σε αυτόν στις 13-1-2006, η ανωτέρω κλήση είναι άκυρη, αφού αυτή επιδόθηκε πριν το βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, διότι η μηνιαία (κατ' άρθρο 483 παρ. 3 ΚΠΔ) προθεσμία που είχε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για να ασκήσει αναίρεση, έληγε στις 27-1-2006. H τυχόν ακυρότητα αυτή, όμως, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ και με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, καλύπτεται, αν ο κλητευθείς στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Επομένως, η πιο πάνω αιτίαση, με την οποία ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών , το οποίο δικάζοντας έφεσή του αναιρεσείοντος, απέρριψε ένστασή του περί ακυρότητας της κλήσεως για τον πιο πάνω λόγο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με τις αναφερόμενες στην αρχή σκέψεις, αφού ακυρότητα με παρόμοιο περιεχόμενο δεν προβλήθηκε ούτε πρωτοδίκως ούτε ως λόγος έφεσης, κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκαν ισχυρισμοί του για ακυρότητα της από 13-1-2001 κλήσεως , έστω και για διαφορετικό λόγο από τον προβαλλόμενο. Ανεξαρτήτως αυτών, ο προβαλλόμενος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος της από 3-4-2007 αίτησης - δήλωσης αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Πενταμελές Εφετείο , λόγω του ότι η επίδοση της από 13-1-2001 κλήσεως έγινε πριν καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα ( λόγω μη παρόδου της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αυτού από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την περί αναστολής της παραγραφής διάταξη του άρθρου 113 ΠΚ και στη συνέχεια, με το να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, αντί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι, λόγω ακυρότητας της κλήσης, δεν είχε ανασταλεί η προθεσμία της παραγραφής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση . Τούτο δε, διότι , σύμφωνα με την αναπτυσσόμενη στην αρχή σκέψη, αρκεί ότι το παραπεμπτικό βούλευμα κατέστη αμετάκλητο ως προς τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα , χωρίς αυτός να δύναται να προβάλει αντιρρήσεις , ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί αμετάκλητο και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , λόγω μη παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων και από αυτόν. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 του Π.Κ. (όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με τη δυσμενέστερη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 3327/2005, ισχύοντος από της 11-3-2005), "1. Εκείνος που καλείται κατά νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν απαιτήσουν ή δεχθούν δώρα ή άλλα ωφελήματα που δεν δικαιούνται ή την υπόσχεση ότι θα λάβουν, με το σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί μια υπόθεση που τους έχει ανατεθεί, υπέρ ή εναντίον κάποιου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Το έγκλημα δε της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) δικαστή, που ήταν (προ της ισχύος του ν. 3327/2005) πλημμέλημα, προϋποθέτει , εκτός από τη δικαστική ιδιότητα του υπαίτιου, απαίτηση ή αποδοχή από αυτόν δώρου ή άλλου ωφελήματος, που δεν το δικαιούται, ή έστω αποδοχή υπόσχεσης παροχής δώρου ή ωφελήματος. Το έγκλημα, δηλαδή, της δωροδοκίας δικαστή , είναι υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του (απαίτηση ή αποδοχή δώρου ή ωφελήματος ή υπόσχεσης παροχής), αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας και μπορεί να εναλλαχθούν, σε περίπτωση δε συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης, τελείται ένα μόνον έγκλημα. Από υποκειμενική δε άποψη, εκτός από το δόλο, που αρκεί να είναι και ενδεχόμενος, απαιτείται και περαιτέρω σκοπός του υπαίτιου, για διεξαγωγή ή κρίση μιας υπόθεσης που του έχει ανατεθεί, υπέρ ή εναντίον κάποιου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί επίσης έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 454-458/2007 απόφασής του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών από τις αρχές του έτους 2000 με το βαθμό του Πρωτοδίκη, είχε δε ορισθεί ως τακτικός ανακριτής του 23ου ανακριτικού τμήματος. Με τη λειτουργική του αυτή ιδιότητα, του ανατέθηκε ο χειρισμός και η επεξεργασία μιας σημαντικής ποινικής δικογραφίας και η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως σε βάρος τεσσάρων κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και του Χ και της αμερικανίδας συζύγου του Γ1, κατηγορουμένων αμφοτέρων, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών, σε κακούργηματική μορφή. Μετά την απολογία των ως άνω κατηγορουμένων, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον συνήγορό τους Αλέξιο Κούγια, δικηγόρο Αθηνών, διατάχθηκε, μετά από σύμφωνη γνώμη του γνωμοδοτήσαντος εισαγγελέως και του ανακριτού, η προσωρινή κράτηση των κατηγορουμένων αυτών και ο εγκλεισμός τους στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, σε εκτέλεση των υπ' αριθμό .... και .... ενταλμάτων προσωρινής κρατήσεως του ως άνω ανακριτού. Μετά τη συμπλήρωση διμήνου από του χρόνου της κρατήσεως αυτών, ο παραστάς κατά την απολογία τους συνήγορος Αλέξιος Κούγιας, στα πλαίσια των υπερασπιστικών του καθηκόντων, επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του, προκειμένου να συζητήσει με αυτόν, όπως συνήθιζε να πράττει ο εν λόγω συνήγορος, σύμφωνα με την κατάθεσή του, το ζήτημα της υποβολής ή μη, για λογαριασμό των εντολέων του, των σχετικών αιτήσεων αντικαταστάσεως της προσωρινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους και το ενδεχόμενο της θετικής ή μη εκβάσεως αυτών. Κατά τη διάρκεια της σχετικής συζητήσεως στο ανακριτικό γραφείο, υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο-δικαστικό λειτουργό προς τον ως άνω συνήγορο των κατηγορουμένων, η υποβολή σχετικών αιτήσεων από μέρους των εντολέων του, με ταυτόχρονη υπόδειξη του κατηγορούμενου, όπως στη σχετική αίτηση που αφορούσε μόνο την εντολέα του, Γ1 να περιληφθεί ως τόπος εμφανίσεώς της, όχι το οικείο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας ή διαμονής της, αλλά αυτό τούτο το ανακριτικό γραφείο του, γεγονός πρωτοφανές, κατά το μάρτυρα κατηγορίας Αλέξιο Κούγια. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε μετά ταύτα τις σχετικές αιτήσεις και για τους δυο εντολείς του, από τις οποίες όμως θετική εξέλιξη είχε μόνο αυτή που αφορούσε την Γ1, ενώ η αντίστοιχη αίτηση για αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως του συζύγου της Χ απορρίφθηκε, με την υπ' αριθμό 456/2000 διάταξή του, παρά το γεγονός ότι η συμμετοχική δράση της Γ1 σύμφωνα με την κατηγορία ήταν πλέον βαρύνουσα σε σχέση με εκείνη του συζύγου της. Με την υπ' αριθμό 457/2000 λοιπόν διάταξη του ως άνω ανακριτού, με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αίτηση αντικαταστάσεως της προσωρινής κρατήσεώς της, τέθηκαν σε βάρος της, μεταξύ άλλων περιοριστικών όρων και αυτός της προσωπικής εμφανίσεώς της στο γραφείο του κατηγορούμενου, την 1η και 16η κάθε μήνα. Ο ασυνήθης στην πρακτική της ανακριτικής διαδικασίας αυτός περιοριστικός όρος, που δεν τηρήθηκε στη συνέχεια για το σύζυγό της Χ, μετά την παραδοχή της δεύτερης κατά σειρά αιτήσεως του με χρονολογία 23-1-2001, με την από 14 Φεβρουαρίου του έτους 2001 διάταξή του, παρά την αντίθετη περί αυτού εισαγγελική πρόταση, είχε την εύλογη εξήγηση, ενόψει του εμφανούς σκοπού του κατηγορούμενου, ο οποίος επεδίωκε τη σύναψη έστω περιστασιακής ερωτικής σχέσεως με την Γ1, διάθεση άλλωστε την οποία εκδήλωσε ποικιλότροπα, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, όχι μόνο στην ίδια, αλλά και στο συνήγορό της Αλέξιο Κούγια, κατά την επίσκεψη του τελευταίου ,στο ανακριτικό γραφείο του κατηγορούμενου. Πράγματι ο κατηγορούμενος, μετά την απόρριψη της πρώτης αιτήσεως του κρατούμενου Χ για την προσωρινή του αποφυλάκιση, σε νέα επίσκεψη του αυτού συνηγόρου στο ανακριτικό γραφείο, κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2000, εξάρτησε την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως του εντολέα του, με την προηγούμενη προς αυτόν (κατηγορούμενο) καταβολή, ως δώρου, του χρηματικού ποσού των 50.000.000 δραχμών. Τούτο το εξάρτησε ο κατηγορούμενος, σύμφωνα, πάντοτε με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Αλεξίου Κούγια, κυρίως λόγω της καλής οικονομικής καταστάσεως των εντολέων του- κατηγορουμένων, γεγονός που διαπιστώθηκε από τον κατηγορούμενο από τη μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας, από την ανάμειξή τους με τη διακίνηση των ναρκωτικών μέσω του διαδικτύου, όπως επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος. Την πρόταση του κατηγορούμενου, που την μετέφερε ο συνήγορός του, στον έγκλειστο στις δικαστικές φυλακές εντολέα του, την απέρριψε ευθέως ο Χ. Ο κατηγορούμενος όμως δικαστικός λειτουργός, στη συνέχεια, με αλλεπάλληλα τηλεφωνήματά του προς την Γ1 , που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία του,( ο ίδιος κατά την απολογία του στο δικαστήριο αυτό αρνήθηκε ότι τηλεφωνήθηκε με αυτή, ενώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραδέχθηκε ότι πραγματοποίησε 4 τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, γεγονός που του επισημάνθηκε, χωρίς όμως να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση), επεδίωκε να συνάψει με αυτή ερωτική σχέση, ενόψει του ότι αυτή, ήδη μετά την αποφυλάκισή της, αποχώρησε από τη συζυγική οικία και τελούσε σε διάσταση με αυτόν, οπότε θα ήταν πλέον ευχερής η σύναψη με αυτή μιας τέτοιας σχέσης. Προς τούτο ο κατηγορούμενος, κατόπιν τηλεφωνικής του επικοινωνίας, προσκάλεσε την Γ1 κατά τη διάρκεια της νύχτας, σε σκάφος με την ονομασία ......, που ναυλοχούσε στη .... του ...., ενώ για τη μετάβασή της απέστειλε ο ίδιος ο κατηγορούμενος αυτοκίνητο τύπου ...... και με οδηγό που την οδήγησε στο σκάφος. Στο σκάφος αυτό που ας σημειωθεί βρισκόντουσαν ακόμη 3 αλλοδαπές γυναίκες, παρέμεινε επί αρκετή ώρα και στη διάρκεια του δείπνου, ο κατηγορούμενος συζήτησε το θέμα της αποφυλάκισης του συζύγου της. Προς τούτο ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τη δελεάσει με την επικείμενη αποφυλάκιση του συζύγου της, με την προϋπόθεση ότι αυτή θα συνδεθεί μαζί του ερωτικά ή διαφορετικά, σε περίπτωση μη αποδοχής της προτάσεως του αυτής, να στέρξει ο κρατούμενος- σύζυγος της για την καταβολή του χρηματικού ποσού των 50.000.000 δραχμών. Αντίστοιχη επίσκεψη αποδείχθηκε περαιτέρω ότι πραγματοποίησε η ως άνω Γ1 στο σπίτι του κατηγορούμενου, κατόπιν πρωτοβουλίας του, προκειμένου να κάμψει τις αντιστάσεις της, χωρίς όμως η τελευταία να υποκύψει στις επιθυμίες του. Ακόμη, κατά την επίσκεψη της αυτή στο σπίτι του κατηγορούμενου, όπως κατέθεσε αυτή στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, ο τελευταίος της επέδειξε μια σειρά επιταγών, που είχαν δεσμευθεί και αποτελούσαν στοιχεία της δικογραφίας, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να κλονίσει οποιαδήποτε αντίστασή της για επίκληση ενδεχόμενης οικονομικής αδυναμίας του ζεύγους Χ, να ικανοποιήσει την αξίωση του κατηγορούμενου για την καταβολή προς αυτόν του ως άνω χρηματικού ποσού. Μάλιστα, όπως βεβαίωσε κατά την κατάθεση της στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου η προαναφερθείσα, Γ1, ο κατηγορούμενος της ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός ότι προφυλάκισε το σύζυγό της. Η συγκεκριμένη όμως πρόταση του κατηγορούμενου προς την Γ1 επαναλήφθηκε αρκετές φορές μέχρι των εορτών του έτους 2001, κατά τη διάρκεια της προσωρινής απουσίας της γραμματέως, στις επισκέψεις που αυτή πραγματοποιούσε συμμορφούμενη στη σχετική διάταξη του κατηγορούμενου να εμφανίζεται στο ανακριτικό γραφείο και να δηλώνει την παρουσία της. Ανάλογη συμπεριφορά εκδηλώθηκε από μέρους του κατηγορουμένου προς την Γ1, όταν, σε σχετική επίσκεψη της στο γραφείο του την 15 ή Ιανουαρίου και την 1-2-2001, της επανέλαβε για μια ακόμη φορά την πρότασή του για καταβολή του ποσού των 50.000.000 δραχμών είτε για τη σύναψη περιστασιακής ερωτικής σχέσεως ή ακόμη με άλλες γυναίκες για τις οποίες θα μεριμνούσε αυτή να του εμφανίσει, προκειμένου αυτός(κατηγορούμενος) να αντιμετωπίσει ευνοϊκά το θέμα της προσωρινής αποφυλάκισης του συζύγου της, που αναγόταν στα δικαιοδοτικά του καθήκοντα, ενόψει του ότι εξακολουθούσε αυτός να έχει τη λειτουργική εξουσία. Χαρακτηριστική στο σημείο τούτο είναι η κατάθεση της Γ1 στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος της υπέδειξε τα εξής:" να έχεις πάντα στο νου σου αυτά που σου είπα και να σκέπτεσαι την πρόταση που σου έκανα, αν θέλεις να βγει από τη φυλακή ο σύζυγός σου" υπονοώντας χωρίς καμία επιφύλαξη η μάρτυρας ότι για την αποφυλάκιση του συζύγου της ή θα έπρεπε να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 50.000.000 δρχ ή να συναινέσει να κοιμηθεί με αυτόν. Βέβαια ο κατηγορούμενος και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αρνήθηκε κατηγορηματικά τα περιστατικά αυτά, όμως, κατά την κρίση των μελών του δικαστηρίου, δεν καταλείπεται η ελάχιστη αμφιβολία ότι έλαβαν χώρα αυτά, όπως κατατέθηκαν από όλους τους μάρτυρες κατηγορίας. Μάλιστα η μάρτυρας Γ1, σε σχετικό ερώτημα για όσα κατέθεσε σε βάρος του κατηγορούμενου, αν ενέχουν ενδεχομένως στοιχεία πικρίας ή υπερβολής, ενόψει του ότι στερήθηκαν την ελευθερία τους, υπήρξε κατηγορηματική για την αλήθεια αυτών, χωρίς να επηρεασθεί αρνητικά για την αντιμετώπιση που έτυχε η ίδια και ο σύζυγος της. Βέβαια, στην εύλογη απορία του Δικαστηρίου, αλλά και του κατηγορούμενου, για την βραδύτητα που επιδείχθηκε εκ μέρους των μαρτύρων και κυρίως εκ μέρους της ιδίας της Γ1 να καταγγείλουν σε προγενέστερο χρονικό στάδιο, όσα στη συνέχεια κατάγγειλαν, η τελευταία, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, κατέθεσε ότι διακατεχόταν από αίσθημα φόβου, αφού απέναντί της είχε ένα δικαστή και μάλιστα εκείνον στα χέρια του οποίου εκκρεμούσε το χρόνο εκείνο η σε βάρος τους ποινική δικογραφία. Αποδείχθηκε, μετά ταύτα, ότι ο κατηγορούμενος παρέβη τα καθήκοντα του, ως καθ'ύλην αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, ήτοι αυτά του ανακριτού, αφού δολίως επιζήτησε, προκειμένου να κρίνει ευνοϊκά το θέμα της αποφυλάκισης του προσωρινά κρατούμενου Χ, το μεν ως δώρο το χρηματικό ποσό των 50.000.000 δραχμών, εναλλακτικά δε ωφελήματα από την ίδια την Γ1 και συγκεκριμένα να αποδεχθεί αυτή την πρόταση του είτε να κοιμηθεί μαζί του είτε να επιμεληθεί αυτή και να του προσφέρει αλλοδαπές γυναίκες με τις οποίες αυτός (κατηγορούμενος) θα συνήπτε, έστω περιστασιακά, ερωτική σχέση.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της πράξεως της δωροδοκίας δικαστή( άρθρο 237 παρ. 1 του Π.Κ)....". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) δικαστή και , αφού απέρριψε το αίτημα για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2α ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών . Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, και 237παρ.1 του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, παραβίασε.
VI. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αντιφατική καθόσον, ενώ, σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασης, τέλεσε τα εξής δύο εγκλήματα και ειδικότερα : α) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 1.2.2001, απαίτησε από τον Χ δια του δικηγόρου του Αλέξη Κούγια σημαντικό χρηματικό ποσό, και β) κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 1.1.2001 έως 1.2.2001), απαίτησε από τον Χ, δια της συζύγου του, χρηματικό ποσό πενήντα εκατομμυρίων δραχμών, στο αιτιολογικό της απόφασης δέχεται ότι τον Οκτώβριο του έτους 2000 απαίτησε από τον Χ δια του δικηγόρου του Αλέξη Κούγια χρηματικό ποσό πενήντα εκατομμυρίων δραχμών και από την σύζυγο του Χ απαίτησε επανειλημμένα από αυτήν την καταβολή πενήντα εκατομμυρίων δραχμών "μέχρι των εορτών του έτους 2001", αλλά και δύο φορές επιπλέον, "την 15 ή 16 Ιανουαρίου και την 1-2-2001". Από την αντίφαση σ' αυτή, μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, προκύπτει η έλλειψη σαφήνειας και η ύπαρξη αντιφάσεων, ιδίως ως προς το χρόνο τέλεσης των δύο εγκλημάτων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, το πρώτο έγκλημα, που τελέστηκε τον Οκτώβριο 2000, έχει παραγραφεί, αφού η κλήση προς εμφάνιση στο ακροατήριο του επιδόθηκε στις 13-1-2006, δηλαδή μετά την παρέλευση της πενταετούς παραγραφής των πλημμελημάτων. Επίσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας, ως προς τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος δια της συζύγου του Χ , διότι, ενώ στο διατακτικό αυτής αναφέρεται ότι απαίτησε από τον Χ,δια της συζύγου του, το ποσό των 50.000.000 δραχμών κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 1.2.2001, στο σκεπτικό αναφέρεται ότι το ποσό αυτό απαίτησε "μέχρι των εορτών τον έτους 2001", αλλά και δύο φορές επιπλέον, "την 15 ή 16 Ιανουαρίου και την 1-2-2001" και, κατ' αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται αντίφαση και σύγχυση ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων για την παραγραφή της υπόθεσης , αφού, αν η ανωτέρω εγκληματική πράξη έχει τελεστεί μέχρι τις 13-1-2001 (ημέρα επίδοσης της κλήσης), τότε έπρεπε να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για δύο πράξεις, είτε κατά συρροή, είτε κατ' εξακολούθηση. Η αναφορά στο διατακτικό ότι αυτός "τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα", οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή , όπως αυτό προκύπτει όχι μόνο από τις παραδοχές του σκεπτικού, αλλά και από το ίδιο το διατακτικό , στο οποίο, ενώ γίνεται λόγος για περισσότερα εγκλήματα , στη συνέχεια , κατά την αρίθμηση αυτών των εγκλημάτων, γίνεται αναφορά μόνο για ένα. Το δεύτερο αδίκημα αφορούσε την πράξη της παράβασης καθήκοντος , για την οποία όμως κρίθηκε αθώος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πλην όμως, κατά τη διατύπωση του διατακτικού, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επανέλαβε , από παραδρομή, τη διατύπωση του διατακτικού του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, είναι, όπως και πιο πάνω αναπτύχθηκε, αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό και συνεπώς ένα αδίκημα τελέστηκε, έστω και αν συρρέουν περισσότεροι τρόποι τελέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος εκδηλώθηκε με περισσότερους αλλά όχι διαφορετικούς κατά τη διάπραξη τρόπους, και συγκεκριμένα ,με την κατ' επανάληψη απαίτηση δώρου που δεν εδικαιούτο , δηλαδή του ποσού των 50.000.000 δραχμών. Η απαίτηση του ποσού αυτού, ανεξάρτητα από πόσες φορές το ζήτησε ο κατηγορούμενος, συνιστά ένα και μόνο έγκλημα. Χρόνος τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος πρέπει να θεωρηθεί, κατά την ορθότερη άποψη, ο χρόνος της τελευταίας πράξεως. Τούτο δε, διότι, ανεξάρτητα του ότι το εν λόγω έγκλημα ολοκληρώνεται και με την απλή απαίτηση του δώρου, η ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος γίνεται με την τελευταία πράξη, η οποία ,συνήθως, είναι η "δόση" του δώρου, και σε αυτή αποβλέπει και η συνέχιση της εγκληματικής συμπεριφοράς του δράστη, που εκδηλώνεται με την κατ' επανάληψη απαίτηση για τη λήψη του δώρου. Άλλωστε, με τη διάπραξη και της τελευταίας πράξεως, διαμορφώνεται η συνολική εγκληματική συμπεριφορά του δράστη, την οποία θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο ,προκειμένου να επιβάλει την προσήκουσα ποινή. Διαφορετική άποψη θα οδηγούσε στην εξασφάλιση της ατιμωρησίας της μεταγενέστερης της αρχικής, εγκληματικής συμπεριφοράς του δράστη, ο οποίος δεν θα είχε πλέον λόγους να μην επιμείνει στην απαίτησή του να του δοθεί το δώρο που ζητεί. Αν μάλιστα αυτός εισπράξει το ποσό του "δώρου" μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής της πρώτης πράξεως ( με την οποία το απαίτησε) , τότε η τελευταία αυτή πράξη του θα παραμείνει ατιμώρητη. Κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, για την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος , λαμβάνει χώρα, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, κατά το διάστημα από 1/1/2001 έως 1/2/2001, ενώ στο σκεπτικό διευκρινίζεται ο ακριβής χρόνος εντός του διαστήματος αυτού, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η εγκληματική συμπεριφορά του, για την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος, δηλαδή στις "15 ή 16" του Ιανουαρίου του 2001 και την 1/2/2001, ημερομηνία κατά την οποία αυτός απαίτησε για τελευταία φορά την καταβολή του πιο πάνω ποσού. Για το λόγο αυτόν, άλλωστε, το Εφετείο απέρριψε ένσταση παραγραφής της πράξεως, με την αρχική παρεμπίπτουσα απόφασή του, δεχόμενο ότι, από τον προαναφερόμενο χρόνο τελέσεως της πράξεως μέχρι την γενομένη επίδοση της κλήσεως προς εμφάνιση στο ακροατήριο ( 13/1/2006) , δεν είχε συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος για τα πλημμελήματα πενταετής χρόνος παραγραφής, ενώ, με την επίδοση της κλήσεως και του προεπιδοθέντος στις 29/12/2000 παραπεμπτικού βουλεύματος χώρησε τριετής αναστολή του χρόνου παραγραφής. Επομένως, με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, ως προς τον κρίσιμο για την παραγραφή χρόνο τελέσεως , αφού σκεπτικό και διατακτικό, αλληλοσυμπληρώνονται και οι προβαλλόμενοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ , δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης της από 3-4- 2007 αιτήσεως- δηλώσεως και ο συναφής δεύτερος λόγος της 22/23-2-2007 αιτήσεως, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον τέταρτο λόγο αναίρεσης της 3-4- 2007 αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, κατά τις οποίες (αιτιάσεις) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος απαίτησε από την Γ1, στο γραφείο, στις 15 ή 16 Ιανουαρίου και την 1/2/2001 το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ενώ από την κατάθεση της μάρτυρος αυτής δεν προκύπτει κάτι τέτοιο , καθώς και οι αιτιάσεις που εμπεριέχονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης της 22/23-2- 2007 αιτήσεως ,κατά τις οποίες δημιουργείται αντίφαση από την παραδοχή του Δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσείων φέρεται να αξιώνει χρήματα για την αποφυλάκιση κατηγορουμένου, ο οποίος αρνείται να του τα καταβάλει κι αυτός (αναιρεσείων) αποφυλακίζει τον κατηγορούμενο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της παράβασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας . Aβάσιμη, επίσης είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι υφίσταται αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση , η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και συνιστά εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοζόμενης ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 237 ΠΚ, διότι , όπως υποστηρίζει, ενώ αυτός καταδικάστηκε για δωροληψία, στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης γίνεται δεκτό ότι τέλεσε παράβαση καθήκοντος, αφού στο σκεπτικό αναφέρεται ότι αυτός "παρέβη τα καθήκοντα του, ως καθ' ύλην αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, ήτοι αυτά του ανακριτού, αφού δολίως επιζήτησε, προκειμένου να κρίνει ευνοϊκά το θέμα της αποφυλάκισης του προσωρινά κρατούμενου Χ, το μεν ως δώρο το χρηματικό ποσό των 50.000.000 δραχμών, εναλλακτικά δε ωφελήματα από την ίδια την Γ1 και συγκεκριμένα να αποδεχθεί αυτή την πρόταση του είτε να κοιμηθεί μαζί του είτε να επιμεληθεί αυτή και να του προσφέρει αλλοδαπές γυναίκες με τις οποίες αυτός (κατηγορούμενος) θα συνήπτε, έστω περιστασιακά, ερωτική σχέση". Από τις πιο πάνω παραδοχές της αποφάσεως, αλλά και από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό και το διατακτικό αυτής, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή και όχι για παράβαση καθήκοντος . Η αναφορά ότι με την περιγραφόμενη δωροληψία "παρέβη τα καθήκοντά του" , ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργεί και έγινε προκειμένου να επισημανθεί η απαξία της πράξεώς του του αναιρεσείοντος . Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ , διαλαμβανόμενος στην από 3-4-2007 αίτηση πέμπτος λόγος αναίρεσης με την πιο άνω αιτίαση , για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (237 ΠΚ) , είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VΙI. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής , κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την , κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ , που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ , αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα ( θετικά ) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή , δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ζήτησε "σε περίπτωση ενοχής του , όμως επικουρικά , να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ". Με αυτό το περιεχόμενο το αίτημα του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, για τη χορήγηση του προαναφερόμενου ελαφρυντικού, είναι αόριστο, αφού ουδόλως εκτίθενται περιστατικά που να το θεμελιώνουν. Το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτόν κατ' ουσία. Άλλωστε, ο ίδιος ο κατηγορούμενος ουσιαστικά ανακάλεσε το πιο πάνω αόριστο αίτημά του, αφού, αμέσως μετά την υποβολή του από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δήλωσε ότι "σε περίπτωση ενοχής του, δεν υπάρχουν ελαφρυντικά".
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, ταυτόσημοι κατά το περιεχόμενο, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως της από 3-4-2007 αιτήσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. IIX. Από τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "στην περίπτωση συρροής εγκλημάτων που συνεκδικάζονται αφαιρείται από την ποινή που επιβλήθηκε για κάποιο από αυτά ο χρόνος της προσωρινής κράτησης που διατάχθηκε για οποιοδήποτε από αυτά, επίσης αφαιρείται και ο χρόνος της κράτησης που προβλέπει το εδάφιο 1 αυτού του άρθρου, ακόμη και όταν η απόφαση κήρυξε τον καταδικασμένο αθώο για το έγκλημα για το οποίο είχε κρατηθεί προσωρινά", προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται επί συρροής εγκλημάτων που συνεκδικάζονται και καθορίζεται συνολική ποινή. Το εδάφιο α της εν λόγω διατάξεως ρυθμίζει την περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για όλα τα συρρέοντα εγκλήματα, οπότε αφαιρείται από την συνολική ποινή που επιβλήθηκε ο χρόνος προσωρινής κράτησης για οποιοδήποτε από τα συρρέοντα, ενώ το εδάφιο β αυτής ρυθμίζει την περίπτωση που ο κατηγορούμενος για κάποιο από τα συρρέοντα εγκλήματα, για το οποίο είχε κρατηθεί προσωρινά, κηρύσσεται αθώος, οπότε, από την επιβληθείσα ποινή για τα λοιπά εγκλήματα, αφαιρείται ο χρόνος προσωρινής κρατήσεως του κατηγορουμένου σε σχέση προς το έγκλημα, για το οποίο στη συνέχεια κηρύχθηκε αθώος. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της δίκης καθώς και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας , προς έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής. Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων , μετά την καταδίκη του με την προσβαλλόμενη απόφαση, για την πράξη της δωροδοκίας δικαστή σε βάρος του Χ για την οποία του επιβλήθηκε η ποινή της φυλάκισης των 3 ετών και 6 μηνών, ζήτησε να του αφαιρεθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 87 παρ.2 του ΠΚ, ο χρόνος της προσωρινής του κράτησης από την πιο πάνω ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως δε προκύπτει από το ...... ένταλμα προσωρινής κρατήσεως του Ειδικού Ανακριτού- Εφέτη, είχε διαταχθεί η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου από της 14ης Οκτωβρίου 2005, για τις πράξεις: α) της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που έχει τελεστεί από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα και β) της καταχρήσεως εξουσίας. Προϋπόθεση δε για την αφαίρεση του χρόνου κρατήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 87 παρ.2 του ΠΚ, είναι η καταδίκη του κατηγορουμένου για συρρέοντα , επομένως, περισσότερα του ενός, εγκλήματα, τα οποία συνεκδικάσθηκαν και καθορίζεται για αυτά συνολική ποινή. Στην εξεταζόμενη όμως περίπτωση η πράξη που εκδικάστηκε και για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων αφορούσε μόνο την κατηγορία της δωροδοκίας δικαστή και όχι οποιαδήποτε άλλη που να συνεκδικάστηκε με αυτή.
Συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως άρθρου 87 παρ. 2 του ΠΚ, εφόσον ούτε συνεκδίκαση συρρεόντων εγκλημάτων έγινε ούτε επιβολή γι' αυτά συνολικής ποινής, ώστε να δύναται να λάβει χώρα η αιτούμενη αφαίρεση χρόνου κρατήσεως. Οι ισχυρισμοί δε του αναιρεσείοντος, ότι η υπόθεση αφορά συρρέοντα εγκλήματα, τα οποία συνεκδικάστηκαν , αφού τόσο για τα δύο κακουργήματα, για τα οποία είχε επιβληθεί προσωρινή κράτηση, όσο για το πλημμέλημα, για το οποίο καταδικάστηκε σε φυλάκιση από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών , διεξάχθηκε ενιαία ανάκριση, είναι αβάσιμοι , αφού " συνεκδίκαση", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως , νοείται η συνεκδίκαση των συρρεόντων αδικημάτων από το δικαστήριο που θα επιβάλει την συνολική ποινή και όχι η διενέργεια ενιαίας ανάκρισης για περισσότερα αδικήματα. Αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις αυτού, ότι, με την απόσπαση της υποθέσεως αυτής από τις υποθέσεις για το "παραδικαστικό κύκλωμα" , ενόψει της επικείμενης παραγραφής, συνιστούν μεθοδεύσεις των δικαστικών αρχών "προκειμένου να στερηθεί των εγγυήσεων του άρθρου 87 ΠΚ και να παραμείνει παρανόμως κρατούμενος στη φυλακή, λόγω μη αφαιρέσεως του χρόνου προσωρινής κράτησης", κατά παράβαση του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, αφού ο χωρισμός και η χωριστή εκδίκαση της πλημμεληματικής πράξεως της δωροδοκίας, ενόψει του κινδύνου παραγραφής δεν συνιστά " μεθόδευση" για να μην εφαρμοσθεί η διάταξη του πιο πάνω άρθρου 87 παρ.2 ΠΚ . Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο, με το να απορρίψει το αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να προβεί σε αφαίρεση ,από την επιβληθείσα ποινή, του χρόνου που αυτός κρατήθηκε δυνάμει του προαναφερθέντος εντάλματος προσωρινής κρατήσεως, για τις πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα καθώς και της κατάχρησης εξουσίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 87 παρ.2 του ΚΠΔ, με την αιτιολογία ότι "στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται η συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 87 του Π.Κ, ήτοι αυτή της υπάρξεως συρροής εγκλημάτων που να συνεκδικάσθηκαν. Τούτο γιατί η προκείμενη κατηγορία που εκδικάστηκε και για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, αφορούσε μόνο την κατηγορία της δωροδοκίας δικαστή( άρθρο 237 παρ.1) και όχι οποιαδήποτε άλλη που να συνεκδικάστηκε με αυτή" , δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 87 ΠΚ.παρ.2, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται με τις διαλαμβανόμενες περί του αντιθέτου αιτιάσεις στους δεύτερο και όγδοο, αντίστοιχα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης των από 23-2-2007 και 3-4-2007 συνεκδικαζομένων αιτήσεών του .Η αιτίαση, εξάλλου, που αναφέρεται στην επάλληλη σκέψη της ανωτέρω αιτιολογίας, κατά την οποία δε μπορεί να γίνει αιτούμενη αφαίρεση από την ποινή που του επιβλήθηκε για την πράξη της δωροδοκίας, διότι αυτός δεν είχε κρατηθεί προσωρινά και για την πράξη αυτή, ούτε προβλεπόταν η επιβολή της προσωρινής κράτησης, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού μόνη η πιο πάνω αιτιολογία στηρίζει επαρκώς την απόρριψη του αιτήματος και άρα, πρέπει οι προαναφερόμενοι λόγοι αυτοί αναιρέσεως των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως αβάσιμοι. Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις 22/ 23-2-2007 και από 3/4/2007 (αρ.πρωτ. 3131/2007) αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1, ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού , κατά της 454 και 458/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. -
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ