Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1192 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Αναιρεί εν μέρει ως προς το Στ.Ι. Κηρύσσει απαράδεκτη την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη. Απαλείφει τη διάταξη από την προσβαλλόμενη απόφαση για τον καθορισμό συνολικής ποινής. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως του Μ.Ι.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1192/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λειβαδίτη, περί αναιρέσεως της 7335/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 181/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι._ Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι: α) δημόσιο έγγραφο, εκδιδόμενο από τον αρμόδιο για την έκδοσή του δημόσιο υπάλληλο, β) στο έγγραφο αυτό να βεβαιούται αναληθώς περιστατικό, δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση να επιτυγχάνεται δι' εξαπατήσεως του εκδίδοντος το δημόσιο έγγραφο υπαλλήλου από τον υπαίτιο και δ) υποκειμενικώς απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές και δύναται να έχει έννομες συνέπειες, το δε έγγραφο, στο οποίο διαλαμβάνεται η αναληθής βεβαίωση, έχει δημόσιο χαρακτήρα. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' Π.Κ., στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "... Ο 1ος κατηγορούμενος, Χ1, εργολάβος, κατασκευαστής από το έτος 1974 της πολυκατοικίας επί της οδού ... στην ..., προκειμένου να νομιμοποιήσει προγενέστερη (από το έτος 1974) αυθαίρετη μετατροπή τμήματος πιλοτής σε κλειστό αποθηκευτικό χώρο και γραφείο και να μετατρέψει το υπόλοιπο ελεύθερο τ΅ή΅α της πιλοτής ε΅βαδού 128,79 ΅2 σε κλειστό αποθηκευτικό χώρο, υπέβαλε στις 14-8-2001 αίτηση στην Πολεοδο΅ία ... για έκδοση σχετικής οικοδο΅ικής αδείας, επικαλού΅ενος και επισυνάπτοντας σ' αυτή τοπογραφικά διαγρά΅΅ατα και αρχιτεκτονικά σχέδια της πολυκατοικίας, τα οποία έφεραν την υπογραφή του 20υ κατηγορουμένου, γιού του 1ου και πολιτικού ΅ηχανικού, Χ2 και τα οποία ε΅φάνιζαν εν γνώσει και των δύο κατηγορου΅ένων ψευδώς ότι το ύψος της πιλοτής ήταν 2,20΅. αντί του πραγ΅ατικού 2,70 ΅. Με αυτόν τον τρόπο ο 10ς κατηγορούμενος παραπλάνησε τους υπαλλήλους της Πολεοδο΅ίας ... και πέτυχε να εκδοθεί στις 3-10-2001 η ...οικοδο΅ική αδεια, η οποία νο΅ι΅οποιούσε τις προγενέστερες ΅ετατροπές και επέτρεπε τη ζητού΅ενη ΅ελλοντική ΅ετατροπή και η οποία ανακλήθηκε ΅ε την 1183/2002 απόφαση της ίδιας υπηρεσίας, όταν εντοπίστηκε η παραπλάνηση ως προς το ύψος της πιλοτής. Επο΅ένως, ο 10ς κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης ΅ε την ά΅εση συνέργεια του 20υ κατηγορουμένου, χωρίς τη συμμετοχική δράση του οποίου δεν θα ήταν εφικτή η τέλεση της πράξης του 1ου. Επίσης ο 10ς κατηγορού΅ενος, βάσει της προαναφερόμενης ... οικοδομικής αδείας, που εκδόθηκε βάσει ψευδών στοιχείων και ανακλήθηκε, στις 13-12-2001, ΅ετέτρεψε παράνο΅α σε κλειστό αποθηκευτικό χώρο τον υπόλοιπο ελεύθερο χώρο της πιλοτής συνολικού εμβαδού 91 ΅2, τελώντας έτσι ΅ε πρόθεση και την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983. Κατόπιν αυτών, πρέπει οι κατηγορού΅ενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις παραπάνω πράξεις,όπως ειδικότερα αυτές περιγράφονται στο διατακτικό της απόφασης. Ακό΅η πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ των κατηγορουμένων η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντί΅ου βίου, αφού αποδείχτηκε ότι αυτοί ΅έχρι την τέλεση των πράξεων έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελ΅ατική κι κοινωνική ζωή...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, τον μεν Χ1 για τις πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για κάθε πράξη και συνολικώς οκτώ (8) μηνών, τον δε Χ2 για άμεση συνέργεια στην πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως του πρώτου και επέβαλε και σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, τις οποίες και για τους δύο τις ανέστειλε.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αναφορικώς με την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως του Χ1 και την άμεση σ' αυτή συνέργεια του Χ2, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1β, και 220 του Π.Κ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπή ή ασαφή αιτιολογία ώστε να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσείων-κατηγορούμενος δι' εξαπατήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων της πολεοδομίας ... και κατά τον αναφερόμενο τρόπο δηλαδή δια της υποβολής αναληθών τοπογραφικών διαγραμμάτων και αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία συνέταξε εν γνώσει του συνέταξε προς τούτο ο δεύτερος κατηγορούμενος υιός του, πέτυχε να εκδοθεί η αναφερόμενη οικοδομική άδεια για την οποία δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εκδόσεώς της. Από το γεγονός ότι στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι το ύψος του ημιυπόγειου χώρου ήταν 2,50 μ. δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση και ασάφεια με το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι το ύψος του χώρου αυτού ήταν 2,20 μ. η αναγραφή δε αυτή των 2,50 μ. στο διατακτικό οφείλεται σε προφανή παραδρομή.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε' του Κ.Π.Δ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους, για την άνω πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί αν ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ'αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.3. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει η άσκηση, για το ίδιο, νέας ποινικής δίωξης ο ΚΠΔ δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής δίωξης. Όμως με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει το άρθρο 57 παρ. 3 ΚΠΔ για το δεδικασμένο, πρέπει, αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη να κηρύσσεται απαράδεκτη, άλλως ιδρύεται (με την εκδίκαση και της δεύτερη κατηγορίας) ο αναιρετικός λόγος της υπέρβασης εξουσίας με την αρνητική του μορφή. Στην προκείμενη περίπτωση, και αναφορικά με την πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983, με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων Χ1 κηρύχθηκε ένοχος του ότι "...στην ..., στις 13-12-2001, κατελήφθη να έχει, βάσει της υπ' αριθμ. ... άδειας οικοδομής, εκδοθείσης βάσει των αναφερομένων ψευδών στοιχείων, .... προβεί στο κλείσιμο χώρου της πυλωτής με χρήση γκαράζ (συνολικού εμβαδού 91 τ. μέτρων ...". Περαιτέρω από το επικυρωμένο αντίγραφο της σε απόσπασμα προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. 83.441/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία δημοσιεύθηκε την 4-6-2004 σε συνδυασμό με το για την πράξη αυτή από 4-6-2004 κατηγορητήριο που υπογράφεται από τον εισαγγελέα Αθαν. Βλάχο και τα οποία έγγραφα παραδεκτά επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ο ίδιος κατηγορούμενος για την ίδια ως άνω πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983 ήτοι για το κλείσιμο χώρου της πυλωτής 91 τ.μέτρων που έγινε στην ... την 13-12-2001, κηρύχθηκε αθώος, χωρίς όμως να προκύπτει από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατά συνέπεια, αφού είχε κριθεί οριστικά η μία από τις δύο ποινικές διώξεις, που ασκήθηκαν κατά του αναιρεσείοντος Χ1 για την ίδια αξιόποινη πράξη, έπρεπε το Τριμελές Εφετείο, βάσει όσων προαναφέρθηκαν, να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη και εφόσον δεν το έπραξε, με το να δικάσει και πάλι και κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα αυτόν, υπερέβη την εξουσία του. (άρθρ.510 παρ.1 ΚΠΔ). Επομένως, κατ' ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζονται για την παραβίαση δεδικασμένου, στα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' και 517 παρ. 1 ΚΠΔ. και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει για την πράξη και μόνο αυτή να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η δεύτερη ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. Αναιρουμένης κατά τα άνω της αποφάσεως, πρέπει να απαλειφθεί και η διάταξη αυτής περί καθορισμού συνολικής ποινής εις βάρος του Χ1 μη θιγομένης της αποφάσεως ως προς την διάταξη αυτής περί της επιβληθείσης ποινής για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Ο Χ2 του οποίου απορρίπτεται η αναίρεση πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο (583 Κ.Π.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 7.335/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθόσον αφορά την από 21-1-2009 αίτηση του Χ1.
Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983 ήτοι για το ότι στην ... στις 13-12-2001 με βάση την παρανόμως εκδοθείσα υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια, προέβη στο κλείσιμο χώρου της πυλωτής, εμβαδού 91 τ.μ. της επί της οδού ... .
Απαλείφει τη διάταξη της παραπάνω αποφάσεως με την οποία το δικαστήριο προέβη στον καθορισμό συνολικής ποινής, μη θιγομένης της αποφάσεως ως προς την διάταξη αυτής περί της επιβληθείσης ποινής για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως.
Απορρίπτει την από 21-1-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ2 για αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως.
Και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ2 στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή