Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1357 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Υπεξαγωγή εγγράφων.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Υπεξαγωγή εγγράφων. Άρθρο 222 ΠΚ. Πρέπει να αναφέρεται ο σκοπός της βλάβης του άλλου με την απόκρυψη του εγγράφου. Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να στρέφονται κατά της προσβαλλομένης δι' αυτής αποφάσεως και όχι κατά της αποφάσεως, η οποία είχε προηγουμένως αναιρεθεί. Άρθρο 99 ΠΚ. Το δικαστήριο οφείλει και χωρίς αίτημα να διερευνήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.




Αριθμός 1357/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της 519/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 344/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ως προς την περί ποινής διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 519/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο δίκασε μετ' αναίρεση, δια της υπ'αριθμ. 844/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, της υπ'αριθμ. 207/2007 αποφάσεως του άνω Τριμελούς Εφετείου, το δικαστήριο αυτό εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει λεπτομερώς, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο ΑΑ, από τη συνεργασία του με την ΠΑΕ ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, είχε γίνει νόμιμος κομιστής δύο επιταγών, ήτοι των υπ' αριθ. ... και ... της Τράπεζας Πειραιώς, που είχαν εκδοθεί από την ΠΑΕ και έφεραν νόμιμη προς αυτόν οπισθογράφηση από τον εκπρόσωπο της, ποσού 5250000 δραχμών καθεμία. Επειδή οι δύο επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, ο ανωτέρω κομιστής παρέδωσε αυτές στο δικηγόρο Ιωαννίνων ΒΒ ώστε να ενεργήσει για τη δικαστική είσπραξη του ποσού αυτών. Το Φεβρουάριο του έτους 2001, ο Πρόεδρος της ΠΑΕ ΓΓ, ευρισκόμενος στην ..., τηλεφώνησε στο μηνυτή και του ζήτησε να συναντηθούν προκειμένου να του πληρώσει το ποσό των επιταγών, όρισαν δε τη συνάντηση τους στο ξενοδοχείο "...". Τότε ο μηνυτής, επειδή δεν είχε στην κατοχή του τις επιταγές, τηλεφώνησε στο δικηγόρο του ΒΒ, του ανέφερε την προγραμματισμένη συνάντησή του με το ΓΓ και το σκοπό αυτής και του ζήτησε να του στείλει τις δύο επιταγές. Μάλιστα του ανέφερε ότι θα στείλει να παραλάβει τις επιταγές τον κατηγορούμενο Χ, προκειμένου ο τελευταίος να αποστείλει αυτές με λεωφορείο του ΚΤΕΛ Ιωαννίνων, αφού η συνάντηση είχε οριστεί για την επόμενη ημέρα. Εξαυτού του λόγου μάλιστα δεν δέχθηκε ο ΑΑ την πρόταση του δικηγόρου του να αποστείλει εκείνος τις επιταγές με εταιρία ταχυμεταφορών, αφού υπολόγιζε ότι μ' αυτό τον τρόπο θα του παραδίδονταν μετά το χρόνο για τον οποίο είχε κανονιστεί η συνάντηση. Πραγματικά, ο Χ εμφανίστηκε στον ανωτέρω δικηγόρο και παρέλαβε τις δύο επιταγές, υπογράφοντας μάλιστα και τη σχετική από 9.2.2001 απόδειξη παραλαβής εγγράφων. Επικοινώνησε δε με τον ΑΑ και του ανέφερε ότι του στέλνει τις επιταγές και το λεωφορείο ο οδηγός του οποίου θα του τις παρέδιδε. Ο ΑΑ έστειλε στο σταθμό των ΚΤΕΛ τον ΔΔ για να παραλάβει αντί αυτού τις επιταγές, όμως ο οδηγός του λεωφορείου του απάντησε ότι δεν είχε να παραδώσει οποιοδήποτε φάκελο που να αφορά το ΑΑ. Πραγματικά ο Χ μολονότι παρέλαβε τις επιταγές από τον ΒΒ για να τις παραδώσει στο ΑΑ, δεν τις παρέδωσε σ' αυτόν, αλλά τις παρέδωσε σε τρίτον και συγκεκριμένα στο ΓΓ, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Μάλιστα δε από το από 22.3.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του κατηγορουμένου Χ και ΓΓ και την από 10.12.2001 απόδειξη, προκύπτει ότι για την παράδοση αυτών των επιταγών στο δεύτερο καταβλήθηκε ένα ποσό στον κατηγορούμενο, ήτοι εκείνο των 4500000 δραχμών και για το υπόλοιπο του παραδόθηκε επιταγή ύψους 11739 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής την 30.11.2003 και συμφωνήθηκε να πληρωθούν δύο δόσεις των 500.000 δραχμών εντός μηνός και τριών μηνών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος όφειλε να παραδώσει στο μηνυτή τις επιταγές, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε τυχόν προηγούμενη συμφωνία τους, η οποία είχε αναιρεθεί με τη νεότερη συμφωνία και εντολή του μηνυτή για την αποστολή του σ'αυτόν στην ... . Μ'αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος απέκρυψε, κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, τις επιταγές των οποίων αυτός δεν ήταν κύριος ούτε είχε κάποιο δικαίωμα από αυτές, νόμιμος δε κομιστής αυτών ήταν ο μηνυτής και ο οποίος είχε δικαίωμα είσπραξης του ποσού αυτών, αφού αρνήθηκε την παράδοσή τους σ' αυτόν και τις παρέδωσε στο ΓΓ και έτσι κατέστησε ανέφικτη την υπό του νόμιμου ως άνω κομιστή είσπραξη του ποσού τούτων, δεδομένου ότι ο ΓΓ ισχυριζόταν αορίστως στο δικαιούχο μηνυτή ότι τις έχει εξοφλήσει σε τρίτον τις επιταγές. Η απόκρυψη των επιταγών έγινε από τον κατηγορούμενο, με σκοπό να βλάψει το νόμιμο κομιστή αυτών μηνυτή, ο οποίος είχε δικαίωμα να ζητήσει την πληρωμή του ποσού αυτών από τον εκδότη "ΠΑΕ ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΙΝΑ", οφειλομένου σ'αυτόν από τη μεταξύ τους συνεργασία και πλέον δεν είχε τη δυνατότητα είσπραξης της οφειλής, ενόψει και της αρνήσεως της οφειλέτριας να καταβάλει το χρέος, αλλά και του ιδίου να παραδώσει τα χρήματα του ποσού των επιταγών στο δικαιούχο τους μηνυτή, ενόψει του ότι δεν υπήρχε αιτία να λάβει για δικό του λογαριασμό τα χρήματα των επιταγών ο κατηγορούμενος. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφων, ήτοι των δύο επιταγών, που του αποδίδεται". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση (519/2008) στο διατακτικό της εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στα ... σε ακαθόριστη ημερομηνία, αλλά κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2001, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος. Ειδικότερα, έχοντας αποφασίσει να τελέσει την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, όταν ο εγκαλών ζήτησε από αυτόν να του παραδώσει, τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, οι οποίες ανήκαν στον εγκαλούντα, ενώ έλαβε αυτές από το δικηγόρο Ιωαννίνων ΒΒ προκειμένου να του τις παραδώσει στην ..., τις παρακράτησε παραδίνοντας αυτές στον ανωτέρω ΓΓ, χωρίς να του ανήκουν".
Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην άνω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, και από τα οποία συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα άνω περιστατικά, καθώς και τους συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 222 ΠΚ, την οποίαν ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα εκτίθεται σ'αυτή ο σκοπός του αναιρεσείοντος να βλάψει τον εγκαλούντα, με την απόκρυψη, ήτοι (παρακράτηση), των δύο τραπεζικών επιταγών, αφού, καίτοι νόμιμος κομιστής αυτών, ο τελευταίος δεν ηδυνήθη να εισπράξει τα ποσά αυτών, διότι, όπως μάλιστα, ως εκ περισσού αναφέρεται, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τις είχε παραδώσει στο ΓΓ, καίτοι δεν είχε δικαίωμα αφού δεν του ανήκαν. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση περί υπάρξεως αντιφάσεως και ασαφείας στο πλαίσιο της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως και ελλείψεως νομίμου βάσεως, διότι "η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι ναι μεν είχε εντολή (αυτός) να εισπράξει τα χρήματα των επιδίκων επιταγών (αριθμ. 207/2007 απόφαση Εφετείου), πλην όμως δεν είχε εντολή να παραδώσει τις επιταγές αυτές, αλλά έπρεπε να τις επιστρέψει στον εγκαλούντα" ... "σύμφωνα πάντα με την υπ'αριθμ. 207/2007 απόφαση που τον αθώωσε της υπεξαιρέσεως". Η τοιαύτη αιτίαση αλυσιτελώς προβάλλεται, ερειδομένη επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι τ'ανωτέρω δέχεται όχι η προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 519/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, αλλά η υπ'αριθμ. 207/2007 απόφαση αυτού, όπως, άλλωστε, και ο ίδιος ο παραπονούμενος κατηγορούμενος δέχεται ως αμέσως ανωτέρω εκτίθεται.
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ελλείψεως νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί, με το άρθρο 2 παρ.3' του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Η' (νέα αρίθμηση) του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που την εξέδωσε, αφού επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς 4,40 € την ημέρα, παραλείπον να ερευνήσει τις προϋποθέσεις της αναστολής και να παραθέσει τα ειδικά εκείνα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η εκτέλεση της ποινής ήτο απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Ούτως όμως υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και γι'αυτό, πρέπει, κατά παραδοχήν του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει και δη κατά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραγραφή της πράξεως, καίτοι από τον χρόνο τελέσεως αυτής (Φεβρουάριο 2001) μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ (8) ετών υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, διότι η περί ενοχής απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 519/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και δη μόνον όσον αφορά εις την περί μετατροπής της ποινής διάταξη αυτής. Και

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ