Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1751 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Παραπεμπτικό βούλευμα για πλαστογραφία με χρήση και απάτη από κοινού με σκοπό περιουσιακού οφέλους σε τρίτους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος να υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή: α) του άρθρου 216 ΠΚ (πλαστογραφία με χρήση) λόγω φαινομένης συρροής με τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, β) των άρθρων 393 §1 και 379 ΠΚ λόγω του ότι για την εφαρμογή του από τις διατάξεις αυτές περί εμπράκτου μετάνοιας αυτοτελούς ισχυρισμού δεν τίθεται ως αρνητική προϋπόθεση εφαρμογής του η μη προηγούμενη εξέταση του κατηγορουμένου από διοικητικές αρχές, γ) του άρθρου 386 ΠΚ λόγω του ότι το σύνολο του ποσού του οφέλους υπολείπεται του ορίου των 15.000 ευρώ.




Αριθμός 1751/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2050/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1911/2008.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 79/03.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 197/28-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του, από τον δικηγόρο Αθηνών, Γεώργιο-Σπυρίδωνα Κατηνιώτη, κατόπιν της από 27/11/2008 νομίμως θεωρημένης εξουσιοδότησης, και στρέφεται κατά του με αριθμό 2050/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμό 1089/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφία κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ και β) της απάτης κατ'εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 2050/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα.
Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον, με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο του, στις 21/11/2008 και 25/11/2008 αντίστοιχα, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28/11/2008, δηλαδή εντός της νομίμου προθεσμίας, ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμόν 197/2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 § 1β και δ Κ.Π.Δ.).
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1δ Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα του αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματουμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ -697). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στη περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης υπάρχει και όταν η παραβίαση εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 9/2001 -ΠΧ ΝΑ 788, ΑΠ 259/2006 ΠΧ ΝΣΤ.811). Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 Π.Κ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος, παράνομο περιουσιακό όφελος όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατ'συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 € ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.000 €. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1,2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου-εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση. Η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφ'όσον ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, α) υπερβαίνει τα 15.000 € αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) ή υπερβαίνει τα 73.000 €. Κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του (βλ. ΑΠ 195/07 ΠΧ ΝΖ-1006, ΑΠ 156/07 ΠΧ ΝΖ-1002, ΑΠ 625/2005 ΠΧ ΝΣΤ-21, ΑΠ 1505/04 ΠΧ ΝΕ-622).
ΙΙΙ. Στη κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές τους σκέψεις αλλά και αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και από την απολογία του εξετασθέντος κατηγορούμενου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
O εκκαλών κατηγορούμενος Χ είναι φαρμακοποιός και διατηρεί τουλάχιστον από δεκαετίας φαρμακείο στο ... (...). Την 20-7-2005 οι ελεγκτές - φαρμακοποιοί της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (στο εξής ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.) ΑΑ και ΒΒ διενήργησαν τυχαίο δειγματοληπτικό έλεγχο στο φαρμακείο του κατηγορουμένου κατόπιν της από ... απόφασης του Διευθυντή της Υπηρεσίας. Σύμφωνα με το από 7-10-2005 Πόρισμα τους, ο κατηγορούμενος είχε υποπέσει σε παραβάσεις της ισχύουσας νομοθεσίας ορισμένες από τις οποίες συνιστούσαν πειθαρχικά παραπτώματα ενώ για άλλες ασκήθηκε σε βάρος του η προδιαληφθείσα ποινική δίωξη. Σύμφωνα με το Πόρισμα, το οποίο επαληθεύεται από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό, ο κατηγορούμενος κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε να διατηρεί σε χώρο του φαρμακείου του α) 116 εμβαλάγια (κουτιά φαρμάκων) χωρίς ταινίες γνησιότητος, β) 356 ταινίες γνησιότητας, γ) βιβλιάριο ασθενείας και συνταγολόγιο ασφαλισμένης του ταμείου ΤΑΠ-ΟΤΕ με A.M. ... και αρ. συνταγολογίου ... τα οποία έφεραν συνταγές ιατρών τις οποίες οι ίδιοι όταν αργότερα τους επιδείχθηκαν δεν αναγνώρισαν ως δικές του, δ) συνταγολόγιο ασφαλισμένης στο ταμείο ΤΣΕΥΠ με αριθμό ... και A.M. ... το οποίο έφερε 43 συνταγογραφημένες συνταγές οι οποίες όταν επιδείχθηκαν στους συνταγογράφους ιατρούς δεν αναγνωρίστηκαν ως γνήσιες, ε) συνταγολόγιο ασφαλισμένης του ΟΠΑΔ με A.M. ... και αρ. συνταγολογίου ... η οποία έφερε γνήσια συνταγή, στ) μπλοκ με 8 ασυμπλήρωτα φύλλα ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΕΩΝ, ζ) 7 (επτά) σφραγίδες ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων τις οποίες οι ιατροί δεν αναγνώρισαν ως δικές τους. Από την με ημ. 21-5-2007 ενώπιον του Ανακριτή ένορκη κατάθεση του Ελεγκτή ΑΑ προκύπτει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (Π.Δ. 67/2000), κάθε φάρμακο που έχει συνταγογραφηθεί στο συνταγολόγιο του ασφαλισμένου δίνεται στον ασφαλισμένο και στη συνταγή επικολλάται η αντίστοιχη ταινία γνησιότητας (κουπόνι) και έτσι αποστέλλεται η συνταγή στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς για να εισπράξει ο φαρμακοποιός την βαρύνουσα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς δαπάνη. Αν ένα εμβαλάγιο δεν φέρει ταινία γνησιότητας, όπως εν προκειμένω που βρέθηκαν 116 εμβαλάγια στο φαρμακείο του κατηγορουμένου χωρίς ταινία γνησιότητας, σημαίνει ότι η αντίστοιχη ταινία έχει επικολληθεί σε συνταγή ασφαλισμένου και άρα έχει πληρωθεί ο φαρμακοποιός για το φάρμακο αυτό χωρίς όμως να έχει παραδώσει το φάρμακο στον ασφαλισμένο οπότε μπορεί να το παραδώσει σε άλλον ενδιαφερόμενο ο οποίος δεν είναι ασφαλισμένος. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο φαρμακοποιός έχει εισπράξει χρήματα δύο φορές για το ίδιο φάρμακο. Επίσης σύμφωνα με τη νομοθεσία απαγορεύεται να διατηρούνται στα φαρμακεία ταινίες γνησιότητας χωρίς εμβαλάγια όπως εν προκειμένω συνέβη με την ύπαρξη 356 ταινιών γνησιότητας στο φαρμακείο του κατηγορουμένου χωρίς εμβαλάγια, διότι έτσι είτε με τη συνεργασία ιατρού είτε με την κατασκευή από τον ίδιο τον φαρμακοποιό πλαστών σφραγίδων ιατρών, όπως εν προκειμένω συνέβη από τον κατηγορούμενο, συνταγογραφούνται πλαστές συνταγές σε βιβλιάρια ασφαλισμένων που έχει ο φαρμακοποιός στην κατοχή του για κάποιο λόγο και στη συνέχεια υποβάλλονται στο Ταμείο του ασφαλισμένου και εισπράττονται, δι' εξαπατήσεως του, τα χρήματα χωρίς να έχουν παραδοθεί τα φάρμακα τα οποία μπορεί έπειτα να τα πωλήσει σε ανασφάλιστους και να εισπράξει την αξία τους για δεύτερη φορά. Τα ευρεθέντα στο φαρμακείο εμβαλάγια, οι ταινίες γνησιότητας, τα συνταγολόγια και οι σφραγίδες των ιατρών κατασχέθηκαν προκειμένου να εξετασθούν ενδελεχώς ώστε να αποκαλυφθεί η δράση του κατηγορουμένου. Στα πλαίσια της έρευνας από την ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. κλήθηκαν οι ιατροί ..., παιδίατρος, ..., ..., χειρούργος ουρολόγος, ..., ..., ..., χειρούργος οφθαλμίατρος, ..., ..., ..., ορθοπεδικός, ..., ..., ..., ειδικός καρδιολόγος, ..., ..., ..., νευρολόγος - ψυχίατρος, ..., ... και ..., μαιευτήρας -γυναικολόγος, ..., ..., οι οποίοι με τις από 22-7, 22-7, 22-7, 2-8, 3-8, 25-7 και 29-7-2007 αντίστοιχα, Υπεύθυνες Δηλώσεις τους προς την Υπηρεσία δήλωσαν ότι δεν είναι δικές τους οι σφραγίδες που βρέθηκαν στο φαρμακείο του κατηγορουμένου και τα στοιχεία που αναγράφουν είναι μεν δικά τους αλλά δεν γνωρίζουν με τι τρόπο περιήλθαν σε γνώση του κατηγορουμένου. Μάλιστα ο ιατρός ... κατέθεσε μήνυση εναντίον του κατηγορούμενου για την παράνομη χρήση της σφραγίδας και της υπογραφής του. Συγχρόνως το Πόρισμα διαβιβάσθηκε στα ταμεία Ο.Π.Α.Δ., ΤΑ.Π.Ο.Τ.Ε., Τ.Σ.Ε.Υ.Π, Τ.Σ.Α.Υ. και Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. προκειμένου να ελέγξει το καθένα τις συνταγές που είχε καταθέσει ο κατηγορούμενος κάνοντας χρήση των πλαστών σφραγίδων και τα ποσά που είχε εισπράξει από το έτος 2000 και μετά, δι' εξαπατήσεως τους. Σύμφωνα με το από 28-11-2005 πόρισμα της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ, το έτος 2001, στο συνταγολόγιο ... της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε τις 37/7-2-2001, 38/13-2-2001, 39/20-2-2001, 43/19-4-2001, 44/26-4-2001 πλαστές συνταγές θέτοντας πλαστές σφραγίδες των ιατρών ..., ..., ..., ..., ... αντίστοιχα και στο ... συνταγολόγιο της ίδιας ασφαλισμένης τις 6/28-9-2001, 7/2-10-2001, 8/16-10-2001, 9/2-11-2001 πλαστές συνταγές θέτοντας πλαστή σφραγίδα του ... και την 10/12-11-2001 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Στο συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε την 04/15-2-2001 πλαστή συνταγμή με πλαστή σφραγίδα του ... . Στο συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... (AM ...) κατήρτισε τις 32/16-2-2001, 35/2-4-2001, 36/10-4-2001, 43/23-8-2001, 49/26-10-2001, 50/31-10-2001 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., την 44/28-8-2001 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και στο ... συνταγολόγιο του ίδιου ασφαλισμένου την 1/7-4-2001 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το έτος 2002 στο συνταγολόγιο ... του ασφαλισμένου ... κατήρτισε τις 9/5-3-2002, 10/19-3-2002, 15/13-5-2002, 16/26-5-2002 συνταγές που φέρουν πλαστή σφραγίδα του ιατρού ..., στο συνταγολόγιο ... της ασφαλισμένης ... κατήρτισε τις 22/8-3-2002, 23/8-3-2002, 25/29-3-2002, 26/30-3-02, 31/3-3-2002, 32/5-5-2002, 33/24-5-2002 πλαστές συνταγές που φέρουν πλαστές σφραγίδες του ιατρού ... και στο ... συνταγολόγιο της ίδιας ασφαλισμένης κατήρτισε την 8/6-12-2002 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 9/16-12-2002, 10/16-12-2002, και 11/27-12-2002 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε την 43/15-12-2002 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το έτος 2003 στο ... συνταγολόγιο της ... κατήρτισε τις 34/25-4-2003, 37/1-8-2008 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 38/13-8-2003, 39/4-9-2003, 40/12-9-2003, 42/17-10-2003, 43/18-10-2003, 44/1-11-2003, 45/2-11-2003 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... κατήρτισε τις 49/8-7-2003, 50/16-7-2003 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., και στο ... συνταγολόγιο του ιδίου ασφαλισμένου την 02/3.9.03 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 01/6.8.03, 03/19.9.03, 04/2.10.03, 05/16.10.03, 08/4.11.03 και 09/17.11.03 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., γ) στο 3223Β συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατάρτισε τις 03/17-7-2003, 04/14-8-2003, 05/25-5-2003, 07/7-10-2003 συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 06/29.9.03, 08/29.10.03, 09/3.11.03, 10/28.11.03 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Το έτος 2004 στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατήρτισε τις 11/27.2.03, 12/25.1.04, 13/26.2.04, 15/24.3.04, 18/3.3.04, 20/3.6.04, 29/27.10.04, 30/9.11.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και τις 14/12.3.04, 16/29.3.04, 17/14.4.04, 19/19.5.04, 21/24.6.04, 22/6.7.04, 23/28.7.04, 2414.8.04, 25/26.8.04, 26/27.9.04, 27130.9.04, 28/6.10.04, 31/23.11.04, 32/2.12.04, 33/23.12.04 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατήρτισε την 50/6.1.04 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ..., και στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης τις 01/15.1.04, 02/11.1.04, 03/3.2.04, 04/9.2.04, 05/17.2.04, 06/17.2.04, 08/15.3.04, 09/14.3.04, 10/8.4.04, 11/15.4.04, 14/10.5.04, 15/20.5.04, 16/28.5.04, 17/4/6.04, 18/17.6.04, 19/30.6.04, 21/20.8.04, 24/3/9.04 και 26/24.9.04 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., την 22/29.7.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 06/9.9.04 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... κατάρτισε τις 14/2.3.04, 15/23.3.04, 17/14.04.04, 18/21.4.04, 21/5.7.04, 22/23.7.04, 23/15.9.04, 24/22.9.04, 27/6.12.04 και 28/22.12.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Το έτος 2005 κατάρτισε στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... τις 29/3/1/05, 31/17.1.05, 32/26.1.05, 33/1.2.05, 34/15.2.05, 36/16.3.05 και 40/10.5.05 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., και τις 30/10.1.05, 35/2.3.05 με πλαστές σφραγίδες του ... στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατάρτισε τις υπ' αριθμ. 34/9.2.05, 35/28.2.05, 36/9.3.05, 37/23.3.05, 40/9.5.05, 41/27.5.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Η ζημία που προκλήθηκε στο Ταμείο κάθε έτος ήτοι το 2001 ανέρχεται στο ποσό των 849,99 ευρώ, το έτος 2002 στο ποσό των 852,21 ευρώ, το έτος 2003 στο ποσό των 1.206,33 ευρώ, το έτος 2004 στο ποσό των 2.483,23 ευρώ, το έτος 2005 στο ποσό των 774,17 ευρώ. Συνολικά το πληρωθέν στον εκκαλούντα, από το παραπάνω Ταμείο, ποσό και η αντίστοιχη ζημία του ανέρχεται σε 6.210,93 €. Περαιτέρω όπως προκύπτει από το πρακτικό της 2ης Συνεδρίασης της 18ης Ιανουαρίου 2006 Κλάδου Υγιεινής και Περίθαλψης του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΩΝ (ΤΣΕΥΠ) και τις συνταγές των ετών 2001 έως 2005 στο συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... με αριθμό μητρώου ..., κατήρτισε τις κατωτέρω πλαστές συνταγές, θέτοντας πλαστές σφραγίδες των παρακάτω ιατρών και οι οποίες αντιστοιχούν σε φάρμακα με πληρωθέντα ποσά από το παραπάνω Ταμείο συνολικής αξίας 7.806,41 €. Ειδικότερα στο ... συνταγολόγιο κατήρτισε τις 1/24.10.03, 4/24.11.03, 5/24.11.03, 6/9.1.04, 7/9.1.04, 10/16.2.04, 11/27.2.04, 13/22.3.04, 14/22.3.04, 15/15.4.04, 16/14.5.04, 17/17.5.04, 18/27.5.04, 19/7.6.04, 20/24.6.04, 21/7.7.04, 24/17 8.04, 26/27.9.04, 28/27/10.04, 30/18.11.04, 31/8.12.04, 32/22.12.04, 36/2.2.05, 37/11.2.05, 38/24.2.05, 41/18.4.05, 43/19.5.05, 44/6.6.05, 45/23.6.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 8/11.1.04, 12/19.3.04, 22/27.7.04, 25/6.2.04, 27/6.10.04, 42/27.4.05 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 2/30.10.03, 23/2.8.04, 29/9.11.04 με πλαστές σφραγίδες του ..., την 3/31.10.03 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 9/4.2.04 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο κατήρτισε τις 30/4.1.01, 31/5.1.01, 33/10.4.01, 34/26.4.01, 40/6.6.01, 42/28.6.01, 43/10.7.01, 46/24.8.01, 47/14.9.01, 49/23.10.01 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 35/2.5.01, 36/2.5.01 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 37/11.5.01, 44/27.7.01, 45/8.8.01, 50/29.10.01 με πλαστές σφραγίδες του ..., την 38/25.5.01 με πλαστή σφραγίδα του ..., την 39/29.5.01 με πλαστή σφραγίδα του ... την 41/15.6.02 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 48/28.9.01 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης κατήρτισε τις 5/1.2.02, 8/8.3.02, 11/23.2.02, 15/18.6.02, 17/4.7.02, 21/6.9.02, 24/28.10.02, 28/25.11.02, 31/6.1.03, 33/24.1.03, 34/10.02.03, 36/4.2.03, 37/20.3.03, 39/22.4.03, 45/26.7.03, 47/21.8.03, 49/16.9.03 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 6/15.2.02, 10/13.2.02, 14/12.6.02, 22/2.10.02, 29/26.11.02 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 7/24.2.02, 18/16.7.02, 23/14.10.02 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 9/8.3.02, 20/5.9.02, 25/1.4.02, 35/21.2.03, 38/10.4.03, 41/23.5.03, 43/24.6.03, 44/3.7.03, 48/5.9.03, 50/21.10.03 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 16/28.6.02, 19/26.8.02, 32/81.03, 46/5.8.03, με πλαστές σφραγίδες του ... και την 30 με πλαστές σφραγίδες του ... . Την πλαστότητα των συνταγογραφήσεων και των σφραγίδων που χρησιμοποίησε προς τούτο ο κατηγορούμενος αναγνώρισαν οι ιατροί ..., ..., ..., ..., ..., στις από 20-12-2005, 11-11-2005, 11-11-2005, 11-11-2005, 10-11-2005 αντίστοιχα υπεύθυνες δηλώσεις τους προς το ΤΣΕΥΠ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Γεν. Διευθυντή του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ (ΤΣΑΥ), ΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. ... έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας και τις συνταγές που φέρουν τις κατασκευασμένες από τον κατηγορούμενο σφραγίδες κατά το χρονικό διάστημα 2003 έως και Ιούλιο 2005 κατήρτισε τις κατωτέρω πλαστές συνταγές των παρακάτω ιατρών και οι οποίες αντιστοιχούν σε φάρμακα με πληρωθέντα ποσά από το παραπάνω Ταμείο συνολικής αξίας 3.573,57 €. Συγκεκριμένα στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... (AM ...) κατήρτισε τις υπ' αριθμ. 34/16.1.03, 3/27.2.03, 36/3.4.03, 37/14.5.03, 39/9.10.03, 41/12.1.04, 44/19.2.04, 45/26.2.04, 46/26.4.04, 47/18.5.04, 48/15.7.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και τις 38/23.9.03, 40/2.12.03 με πλαστές σφραγίδες του ... και στο ... συνταγολόγιο του ιδίου ασφαλισμένου κατήρτισε τις 1/7.9.04, 2/6.10.04, 4/19.1.05, 5/27.1.05, 6/3.2.05, 7/24.2.05, 8/8.3.04, 9/22.3.05, 10/18.4.05, 11/19.5.05, 12/28.6.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε τις 27/20.2.03, 28.7.4.03, 29/26.5.03, 30/5.9.03, 31/19.10.03, 32/22.12.03, 35/20.2.04, 36/6.4.04, 37/12.5.04, 38/28.5.04, 39/5.7.04, 40/13.9.04, 41/20.9.2004, 44/2.12.2004, 45/23.12.2004, 46/26.1.2005, 47/10.2.2005, 48/24.2.2005, 49/16.3.2005 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., την 33/26.1.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 42/27.10.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης κατήρτισε τις 1/14.4.05, 2/27.4.04, 3/5.5.05, 4/27.5.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο του ... (AM ...) κατήρτισε τις 3/24.1.02, 4/24.1.03, 5/22.5.03, 6/13.6.03, 7/10.8.03 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο του ... (AM ...) κατήρτισε την 2/31.3.03 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ... (AM ...) κατήρτισε τις 1/11.2.03, 3/23.2.03, 4/7.6.03, 5/25.6.03, 9/12.2.04, 10/3.3.04, 11/23.3.04, 12/2.4.04, 13/14.4.04, 15/26.4.04, 17/26.5.04, 18/3.6.04, 19/24.6.04, 20/29.6.04, 21/2.7.04, 22/27.7.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και την 16/10.5.04 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το συνολικό δε όφελος που αποκόμισε από την ανωτέρω πράξη δια βλάβης των ανωτέρω ασφαλιστικών οργανισμών υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 €, ανερχόμενο συνολικά σε 17.590,91 €. Τα συνταγολόγια των ασφαλισμένων όπως προκύπτει από τις υπεύθυνες δηλώσεις ... και ... αλλά και όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται τα άφηναν οι ασφαλισμένοι στο φαρμακείο του για συνταγογράφηση και κατόπιν τα παραλάμβαναν μαζί με τα φάρμακα τους. Από το γεγονός δε ότι βρέθηκαν στο φαρμακείο του κατηγορουμένου μπλοκ με ασυμπλήρωτα φύλλα ιατρικών γνωματεύσεων και το γεγονός ότι κατασκεύασε σφραγίδες ιατρών τις οποίες χρησιμοποιούσε επί σειρά ετών, θέτοντας το αποτύπωμα των εν λόγω πλαστών σφραγίδων, επί των ως άνω ιατρικών συνταγών, με συνέπεια να καταρτίζει αυτός, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, τις ως άνω πλαστές ιατρικές συνταγές, τις οποίες ακολούθως υπέβαλε στα ως άνω ασφαλιστικά Ταμεία, ως δικαιολογητικά είσπραξης των δήθεν οφειλομένων από αυτά σ' αυτόν χρημάτων, λόγω της δήθεν χορήγησης από αυτόν, στους ασφαλισμένους τους, των σ' αυτές τις πλαστές συνταγές αναγραφομένων φαρμάκων, με αποτέλεσμα να πείθει και έτσι να εξαπατά αυτά (τα Ταμεία), ότι δήθεν πράγματι χορήγησε αυτός τα εν λόγω φάρμακα ότι ως εκ τούτου (δήθεν) όφειλαν αυτά να του χορηγήσουν την προρρηθείσα αξία τους, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 17.590,91 ευρώ, πράγμα το οποίο και έγινε, καταδεικνύεται ότι αυτός είχε διαμορφώσει υποδομή για την κατ' επανάληψη τέλεση από αυτόν των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης για πορισμό εισοδήματος, επιπλέον δε τέλεσε τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα, αφού τέλεσε αυτές κατ' επανάληψη με σκοπό να αποκομίσει από αυτές το παραπάνω παράνομο εισόδημα, όπερ και εγένετο, αλλά και κατά συνήθεια, αφού η επανειλημμένη τέλεση τους από αυτόν καταδεικνύει τη σταθερή ροπή του (του εκκαλούντα) προς διάπραξη των ως άνω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Εν όψει δε και του γεγονότος ότι το συνολικό παράνομο όφελος του ξεπερνά το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού ανέρχεται αυτό συνολικά σε 17.590 ευρώ, προσδίδεται στις πράξεις του αυτές η, ως άνω, κακουργηματική μορφή τους, που τους αποδόθηκε με την ποινική δίωξη.
ΙV. Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου κατά του πρωτοδίκου 1089/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας που αποδίδονται σ'αυτόν, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 § 1 και 386 § 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου τ'αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας. Και τούτο διότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αφ'ενός μεν, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 393 και 379 ΠΚ και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί εμπράκτου μετανοίας και αφ'ετέρου διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα το γεγονός, ότι ο αναιρεσείων, πριν ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις παρακατάθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα χρηματικά ποσά τα οποία ζημιώθηκαν τα ασφαλιστικά ταμεία από την αξιόποινη συμπεριφορά του, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως έμπρακτη μετάνοια, όπως αυτός υποστηρίζει, δεδομένου ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως λόγω εμπράκτου μετανοίας, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση του ζημιωθέντος πριν εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά προσαπαιτείται και η εν λόγω ικανοποίηση να έγινε με την ελεύθερη βούληση του ιδίου του δράστη και να μην προκλήθηκε από εξωτερικά και ανεξάρτητα της βούλησής του αίτια, όπως είναι η αποκάλυψη της τέλεσης της πράξεως (ΑΠ 98/2007, ΑΠ 720/2003 Ποιν. Δ. 2003-1043). Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος παρακατάθεσε το ποσό της ζημίας, μετά τον έλεγχο της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΥΠΕΔΥΦΚΑ) δηλαδή μετά την αποκάλυψη της αξιόποινης συμπεριφοράς, κατά συνέπεια το Συμβούλιο Εφετών απορρίπτοντας με το προσβαλλόμενο βούλευμα τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί εμπράκτου μετανοίας, ορθά τις προμνησθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε. Περαιτέρω, η οφειλόμενη σε αθροιστικό λάθος, εσφαλμένη αναγραφή του συνολικού οφέλους και της αντίστοιχης προκληθείσης ζημίας των ασφαλιστικών ταμείων από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου (17.590,91 € αντί του ορθού 16.124,24 €), δεν καθιστά το βούλευμα αναιτιολόγητο και δεν ασκεί επιρροή στις σε βάρος του κατηγορίας, αφού ο χαρακτήρας των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κρίνεται παραπεμπτέος, ως κακουργημάτων, δεν μεταβάλλεται. Τέλος ορθά το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι μεταξύ των εγκληματικών της απάτης και της πλαστογραφίας υφίσταται αληθινή συρροή (ΑΠ 1855/2002 ΠΧ ΝΒ- 697, ΑΠ 164/2001 ΠΧ ΝΑ 905).
V. Κατ'ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Πρέπει ακόμη να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναίρεσης αναπτύσσει τις απόψεις του επί των προβαλλομένων λόγων, οι οποίοι δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί η με αριθμό 197/28-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του με αριθμό 2050/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον Σας.
ΙΙΙ). Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 22 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Παντελής"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, στα οποία, δηλαδή, στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε αυτό ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελεί όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και η παράλειψη της δι! αυτήν μεταξύ των αξιολογήσεως, καθόσον, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσετε και n κρίση του Συμβουλίου. Στη κρινομένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές τους σκέψεις αλλά και αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε με επιτρεπτή επαναδιατύπωση της κατηγορίας ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και από την απολογία του εξετασθέντος κατηγορούμενου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ είναι φαρμακοποιός και διατηρεί τουλάχιστον από δεκαετίας φαρμακείο στο ... (...). Την 20-7-2005 οι ελεγκτές - φαρμακοποιοί της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (στο εξής ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.) ΑΑ και ΒΒ διενήργησαν τυχαίο δειγματοληπτικό έλεγχο στο φαρμακείο του κατηγορουμένου κατόπιν της από ... απόφασης του Διευθυντή της Υπηρεσίας. Σύμφωνα με το από 7-10-2005 Πόρισμα τους, ο κατηγορούμενος είχε υποπέσει σε παραβάσεις της ισχύουσας νομοθεσίας ορισμένες από τις οποίες συνιστούσαν πειθαρχικά παραπτώματα ενώ για άλλες ασκήθηκε σε βάρος του η προδιαληφθείσα ποινική δίωξη. Σύμφωνα με το Πόρισμα, το οποίο επαληθεύεται από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό, ο κατηγορούμενος κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε να διατηρεί σε χώρο του φαρμακείου του α) 116 εμβαλάγια (κουτιά φαρμάκων) χωρίς ταινίες γνησιότητος, β) 356 ταινίες γνησιότητας, γ) βιβλιάριο ασθενείας και συνταγολόγιο ασφαλισμένης του ταμείου ΤΑΠ-ΟΤΕ με A.M. ... και αρ. συνταγολογίου ... τα οποία έφεραν συνταγές ιατρών τις οποίες οι ίδιοι όταν αργότερα τους επιδείχθηκαν δεν αναγνώρισαν ως δικές του, δ) συνταγολόγιο ασφαλισμένης στο ταμείο ΤΣΕΥΠ με αριθμό ... και A.M. ... το οποίο έφερε 43 συνταγογραφημένες συνταγές οι οποίες όταν επιδείχθηκαν στους συνταγογράφους ιατρούς δεν αναγνωρίστηκαν ως γνήσιες, ε) συνταγολόγιο ασφαλισμένης του ΟΠΑΔ με A.M. ... και αρ. συνταγολογίου ... η οποία έφερε γνήσια συνταγή, στ) μπλοκ με 8 ασυμπλήρωτα φύλλα ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΕΩΝ, ζ) 7 (επτά) σφραγίδες ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων τις οποίες οι ιατροί δεν αναγνώρισαν ως δικές τους. Από την με ημ. 21-5-2007 ενώπιον του Ανακριτή ένορκη κατάθεση του Ελεγκτή ΑΑ προκύπτει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (Π.Δ. 67/2000), κάθε φάρμακο που έχει συνταγογραφηθεί στο συνταγολόγιο του ασφαλισμένου δίνεται στον ασφαλισμένο και στη συνταγή επικολλάται η αντίστοιχη ταινία γνησιότητας (κουπόνι) και έτσι αποστέλλεται η συνταγή στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς για να εισπράξει ο φαρμακοποιός την βαρύνουσα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς δαπάνη. Αν ένα εμβαλάγιο δεν φέρει ταινία γνησιότητας, όπως εν προκειμένω που βρέθηκαν 116 εμβαλάγια στο φαρμακείο του κατηγορουμένου χωρίς ταινία γνησιότητας, σημαίνει ότι η αντίστοιχη ταινία έχει επικολληθεί σε συνταγή ασφαλισμένου και άρα έχει πληρωθεί ο φαρμακοποιός για το φάρμακο αυτό χωρίς όμως να έχει παραδώσει το φάρμακο στον ασφαλισμένο οπότε μπορεί να το παραδώσει σε άλλον ενδιαφερόμενο ο οποίος δεν είναι ασφαλισμένος. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο φαρμακοποιός έχει εισπράξει χρήματα δύο φορές για το ίδιο φάρμακο. Επίσης σύμφωνα με τη νομοθεσία απαγορεύεται να διατηρούνται στα φαρμακεία ταινίες γνησιότητας χωρίς εμβαλάγια όπως εν προκειμένω συνέβη με την ύπαρξη 356 ταινιών γνησιότητας στο φαρμακείο του κατηγορουμένου χωρίς εμβαλάγια, διότι έτσι είτε με τη συνεργασία ιατρού είτε με την κατασκευή από τον ίδιο τον φαρμακοποιό πλαστών σφραγίδων ιατρών, όπως εν προκειμένω συνέβη από τον κατηγορούμενο, συνταγογραφούνται πλαστές συνταγές σε βιβλιάρια ασφαλισμένων που έχει ο φαρμακοποιός στην κατοχή του για κάποιο λόγο και στη συνέχεια υποβάλλονται στο Ταμείο του ασφαλισμένου και εισπράττονται, δι' εξαπατήσεως του, τα χρήματα χωρίς να έχουν παραδοθεί τα φάρμακα τα οποία μπορεί έπειτα να τα πωλήσει σε ανασφάλιστους και να εισπράξει την αξία τους για δεύτερη φορά. Τα ευρεθέντα στο φαρμακείο εμβαλάγια, οι ταινίες γνησιότητας, τα συνταγολόγια και οι σφραγίδες των ιατρών κατασχέθηκαν προκειμένου να εξετασθούν ενδελεχώς ώστε να αποκαλυφθεί η δράση του κατηγορουμένου. Στα πλαίσια της έρευνας από την ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. κλήθηκαν οι ιατροί ..., παιδίατρος, ..., ..., χειρούργος ουρολόγος, ..., ..., ..., χειρούργος οφθαλμίατρος, ..., ..., ..., ορθοπεδικός, ..., ..., ..., ειδικός καρδιολόγος, ..., ..., ..., νευρολόγος - ψυχίατρος, ..., ... και ..., μαιευτήρας -γυναικολόγος, ..., ..., οι οποίοι με τις από 22-7, 22-7, 22-7, 2-8, 3-8, 25-7 και 29-7-2007 αντίστοιχα, Υπεύθυνες Δηλώσεις τους προς την Υπηρεσία δήλωσαν ότι δεν είναι δικές τους οι σφραγίδες που βρέθηκαν στο φαρμακείο του κατηγορουμένου και τα στοιχεία που αναγράφουν είναι μεν δικά τους αλλά δεν γνωρίζουν με τι τρόπο περιήλθαν σε γνώση του κατηγορουμένου. Μάλιστα ο ιατρός ... κατέθεσε μήνυση εναντίον του κατηγορούμενου για την παράνομη χρήση της σφραγίδας και της υπογραφής του. Συγχρόνως το Πόρισμα διαβιβάσθηκε στα ταμεία Ο.Π.Α.Δ., ΤΑ.Π.Ο.Τ.Ε., Τ.Σ.Ε.Υ.Π, Τ.Σ.Α.Υ. και Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. προκειμένου να ελέγξει το καθένα τις συνταγές που είχε καταθέσει ο κατηγορούμενος κάνοντας χρήση των πλαστών σφραγίδων και τα ποσά που είχε εισπράξει από το έτος 2000 και μετά, δι' εξαπατήσεως τους. Σύμφωνα με το από 28-11-2005 πόρισμα της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ, το έτος 2001, στο συνταγολόγιο ... της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε τις 37/7-2-2001, 38/13-2-2001, 39/20-2-2001, 43/19-4-2001, 44/26-4-2001 πλαστές συνταγές θέτοντας πλαστές σφραγίδες των ιατρών ..., ..., ..., ..., ... αντίστοιχα και στο ... συνταγολόγιο της ίδιας ασφαλισμένης τις 6/28-9-2001, 7/2-10-2001, 8/16-10-2001, 9/2-11-2001 πλαστές συνταγές θέτοντας πλαστή σφραγίδα του ... και την 10/12-11-2001 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Στο συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε την 04/15-2-2001 πλαστή συνταγμή με πλαστή σφραγίδα του ... . Στο συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ...(AM ...) κατήρτισε τις 32/16-2-2001, 35/2-4-2001, 36/10-4-2001, 43/23-8-2001, 49/26-10-2001, 50/31-10-2001 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., την 44/28-8-2001 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και στο ... συνταγολόγιο του ίδιου ασφαλισμένου την 1/7-4-2001 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το έτος 2002 στο συνταγολόγιο ... του ασφαλισμένου ... κατήρτισε τις 9/5-3-2002, 10/19-3-2002, 15/13-5-2002, 16/26-5-2002 συνταγές που φέρουν πλαστή σφραγίδα του ιατρού ..., στο συνταγολόγιο ... της ασφαλισμένης ... κατήρτισε τις 22/8-3-2002, 23/8-3-2002, 25/29-3-2002, 26/30-3-02, 31/3-3-2002, 32/5-5-2002, 33/24-5-2002 πλαστές συνταγές που φέρουν πλαστές σφραγίδες του ιατρού ... και στο ... συνταγολόγιο της ίδιας ασφαλισμένης κατήρτισε την 8/6-12-2002 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 9/16-12-2002, 10/16-12-2002, και 11/27-12-2002 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε την 43/15-12-2002 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το έτος 2003 στο ... συνταγολόγιο της ... κατήρτισε τις 34/25-4-2003, 37/1-8-2008 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 38/13-8-2003, 39/4-9-2003, 40/12-9-2003, 42/17-10-2003, 43/18-10-2003, 44/1-11-2003, 45/2-11-2003 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... κατήρτισε τις 49/8-7-2003, 50/16-7-2003 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., και στο ... συνταγολόγιο του ιδίου ασφαλισμένου την 02/3.9.03 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 01/6.8.03, 03/19.9.03, 04/2.10.03, 05/16.10.03, 08/4.11.03 και 09/17.11.03 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., γ) στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατάρτισε τις 03/17-7-2003, 04/14-8-2003, 05/25-5-2003, 07/7-10-2003 συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 06/29.9.03, 08/29.10.03, 09/3.11.03, 10/28.11.03 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Το έτος 2004 στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατήρτισε τις 11/27.2.03, 12/25.1.04, 13/26.2.04, 15/24.3.04, 18/3.3.04, 20/3.6.04, 29/27.10.04, 30/9.11.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και τις 14/12.3.04, 16/29.3.04, 17/14.4.04, 19/19.5.04, 21/24.6.04, 22/6.7.04, 23/28.7.04, 2414.8.04, 25/26.8.04, 26/27.9.04, 27130.9.04, 28/6.10.04, 31/23.11.04, 32/2.12.04, 33/23.12.04 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατήρτισε την 50/6.1.04 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ..., και στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης τις 01/15.1.04, 02/11.1.04, 03/3.2.04, 04/9.2.04, 05/17.2.04, 06/17.2.04, 08/15.3.04, 09/14.3.04, 10/8.4.04, 11/15.4.04, 14/10.5.04, 15/20.5Ό4, 16/28.5.04, 17/4/6.04, 18/17.6.04, 19/30.6.04, 21/20.8.04, 24/3/9.04 και 26/24.9.04 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., την 22/29.7.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 06/9.9.04 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... κατάρτισε τις 14/2.3.04, 15/23.3.04, 17/14.04.04, 18/21.4.04, 21/5.7.04, 22/23.7.04, 23/15.9.04, 24/22.9.04, 27/6.12.04 και 28/22.12.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Το έτος 2005 κατάρτισε στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... τις 29/3/1/05, 31/17.1.05, 32/26.1.05, 33/1.2.05, 34/15.2.05, 36/16.3.05 και 40/10.5.05 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., και τις 30/10.1.05, 35/2.3.05 με πλαστές σφραγίδες του ... στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατάρτισε τις υπ' αριθμ. 34/9.2.05, 35/28.2.05, 36/9.3.05, 37/23.3.05, 40/9.5.05, 41/27.5.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Η ζημία που προκλήθηκε στο Ταμείο κάθε έτος ήτοι το 2001 ανέρχεται στο ποσό των 849,99 ευρώ, το έτος 2002 στο ποσό των 852,21 ευρώ, το έτος 2003 στο ποσό των 1.206,33 ευρώ, το έτος 2004 στο ποσό των 2.483,23 ευρώ, το έτος 2005 στο ποσό των 774,17 ευρώ. Συνολικά το πληρωθέν στον εκκαλούντα, από το παραπάνω Ταμείο, ποσό και η αντίστοιχη ζημία του ανέρχεται σε 6.210,93 €. Περαιτέρω όπως προκύπτει από το πρακτικό της 2ης Συνεδρίασης της 18ης Ιανουαρίου 2006 Κλάδου Υγιεινής και Περίθαλψης του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΩΝ (ΤΣΕΥΠ) και τις συνταγές των ετών 2001 έως 2005 στο συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... με αριθμό μητρώου ..., κατήρτισε τις κατωτέρω πλαστές συνταγές, θέτοντας πλαστές σφραγίδες των παρακάτω ιατρών και οι οποίες αντιστοιχούν σε φάρμακα με πληρωθέντα ποσά από το παραπάνω Ταμείο συνολικής αξίας 7.806,41 €. Ειδικότερα στο ... συνταγολόγιο κατήρτισε τις 1/24.10.03, 4/24.11.03, 5/24.11.03, 6/9.1.04, 7/9.1.04, 10/16.2.04, 11/27.2.04, 13/22.3.04, 14/22.3.04, 15/15.4.04, 16/14.5.04, 17/17.5.04, 18/27.5.04, 19/7.6.04, 20/24.6.04, 21/7.7.04, 24/17 8.04, 26/27.9.04, 28/27/10.04, 30/18.11.04, 31/8.12.04, 32/22.12.04, 36/2.2.05, 37/11.2.05, 38/24.2.05, 41/18.4.05, 43/19.5.05, 44/6.6.05, 45/23.6.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 8/11.1.04, 12/19.3.04, 22/27.7.04, 25/6.2.04, 27/6.10.04, 42/27.4.05 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 2/30.10.03, 23/2.8.04, 29/9.11.04 με πλαστές σφραγίδες του ..., την 3/31.10.03 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 9/4.2.04 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο κατήρτισε τις 30/4.1.01, 31/5.1.01, 33/10.4.01, 34/26.4.01, 40/6.6.01, 42/28.6.01, 43/10.7.01, 46/24.8.01, 47/14.9.01, 49/23.10.01 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 35/2.5.01, 36/2.5.01 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 37/11.5.01, 44/27.7.01, 45/8.8.01, 50/29.10.01 με πλαστές σφραγίδες του ..., την 38/25.5.01 με πλαστή σφραγίδα του ..., την 39/29.5.01 με πλαστή σφραγίδα του ... την 41/15.6.02 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 48/28.9.01 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης κατήρτισε τις 5/1.2.02, 8/8.3.02, 11/23.2.02, 15/18.6.02, 17/4.7.02, 21/6.9.02, 24/28.10.02, 28/25.11.02, 31/6.1.03, 33/24.1.03, 34/10.02.03, 36/4.2.03, 37/20.3.03, 39/22.4.03, 45/26.7.03, 47/21.8.03, 49/16.9.03 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 6/15.2.02, 10/13.2.02, 14/12.6.02, 22/2.10.02, 29/26.11.02 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 7/24.2.02, 18/16.7.02, 23/14.10.02 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 9/8.3.02, 20/5.9.02, 25/1.4.02, 35/21.2.03, 38/10.4.03, 41/23.5.03, 43/24.6.03, 44/3.7.03, 48/5.9.03, 50/21.10.03 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 16/28.6.02, 19/26.8.02, 32/81.03, 46/5.8.03, με πλαστές σφραγίδες του ... και την 30 με πλαστές σφραγίδες του ... . Την πλαστότητα των συνταγογραφήσεων και των σφραγίδων που χρησιμοποίησε προς τούτο ο κατηγορούμενος αναγνώρισαν οι ιατροί ..., ..., ..., ..., ..., στις από 20-12-2005, 11-11-2005, 11-11-2005, 11-11-2005, 10-11-2005 αντίστοιχα υπεύθυνες δηλώσεις τους προς το ΤΣΕΥΠ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Γεν. Διευθυντή του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ (ΤΣΑΥ), ΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. ... έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας και τις συνταγές που φέρουν τις κατασκευασμένες από τον κατηγορούμενο σφραγίδες κατά το χρονικό διάστημα 2003 έως και Ιούλιο 2005 κατήρτισε τις κατωτέρω πλαστές συνταγές των παρακάτω ιατρών και οι οποίες αντιστοιχούν σε φάρμακα με πληρωθέντα ποσά από το παραπάνω Ταμείο συνολικής αξίας 3.573,57 €. Συγκεκριμένα στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... (AM ...) κατήρτισε τις υπ' αριθμ. 34/16.1.03, 3/27.2.03, 36/3.4.03, 37/14.5.03, 39/9.10.03, 41/12.1.04, 44/19.2.04, 45/26.2.04, 46/26.4.04, 47/18.5.04, 48/15.7.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και τις 38/23.9.03, 40/2.12.03 με πλαστές σφραγίδες του ... και στο ... συνταγολόγιο του ιδίου ασφαλισμένου κατήρτισε τις 1/7.9.04, 2/6.10.04, 4/19.1.05, 5/27.1.05, 6/3.2.05, 7/24.2.05, 8/8.3.04, 9/22.3.05, 10/18.4.05, 11/19.5.05, 12/28.6.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε τις 27/20.2.03, 28.7.4.03, 29/26.5.03, 30/5.9.03, 31/19.10.03, 32/22.12.03, 35/20.2.04, 36/6.4.04, 37/12.5.04, 38/28.5.04, 39/5.7.04, 40/13.9.04, 41/20.9.2004, 44/2.12.2004, 45/23.12.2004, 46/26.1.2005, 47/10.2.2005, 48/24.2.2005, 49/16.3.2005 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., την 33/26.1.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 42/27.10.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης κατήρτισε τις 1/14.4.05, 2/27.4.04, 3/5.5.05, 4/27.5.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο του ... (AM ...) κατήρτισε τις 3/24.1.02, 4/24.1.03, 5/22.5.03, 6/13.6.03, 7/10.8.03 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο του ...(AM ...) κατήρτισε την 2/31.3.03 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ... (AM ...) κατήρτισε τις 1/11.2.03, 3/23.2.03, 4/7.6.03, 5/25.6.03, 9/12.2.04, 10/3.3.04, 11/23.3.04, 12/2.4.04, 13/14.4.04, 15/26.4.04, 17/26.5.04, 18/3.6.04, 19/24.6.04, 20/29.6.04, 21/2.7.04, 22/27.7.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και την 16/10.5.04 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το συνολικό δε όφελος που αποκόμισε από την ανωτέρω πράξη δια βλάβης των ανωτέρω ασφαλιστικών οργανισμών υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 €, ανερχόμενο συνολικά σε 17.590,91 €. Τα συνταγολόγια των ασφαλισμένων όπως προκύπτει από τις υπεύθυνες δηλώσεις ... και ... αλλά και όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται τα άφηναν οι ασφαλισμένοι στο φαρμακείο του για συνταγογράφηση και κατόπιν τα παραλάμβαναν μαζί με τα φάρμακα τους. Από το γεγονός δε ότι βρέθηκαν στο φαρμακείο του κατηγορουμένου μπλοκ με ασυμπλήρωτα φύλλα ιατρικών γνωματεύσεων και το γεγονός ότι κατασκεύασε σφραγίδες ιατρών τις οποίες χρησιμοποιούσε επί σειρά ετών, θέτοντας το αποτύπωμα των εν λόγω πλαστών σφραγίδων, επί των ως άνω ιατρικών συνταγών, με συνέπεια να καταρτίζει αυτός, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, τις ως άνω πλαστές ιατρικές συνταγές, τις οποίες ακολούθως υπέβαλε στα ως άνω ασφαλιστικά Ταμεία, ως δικαιολογητικά είσπραξης των δήθεν οφειλομένων από αυτά σ' αυτόν χρημάτων, λόγω της δήθεν χορήγησης από αυτόν, στους ασφαλισμένους τους, των σ' αυτές τις πλαστές συνταγές αναγραφομένων φαρμάκων, με αποτέλεσμα να πείθει και έτσι να εξαπατά αυτά (τα Ταμεία), ότι δήθεν πράγματι χορήγησε αυτός τα εν λόγω φάρμακα ότι ως εκ τούτου (δήθεν) όφειλαν αυτά να του χορηγήσουν την προρρηθείσα αξία τους, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 17.590,91 ευρώ, πράγμα το οποίο και έγινε, καταδεικνύεται ότι αυτός είχε διαμορφώσει υποδομή για την κατ' επανάληψη τέλεση από αυτόν των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης για πορισμό εισοδήματος, επιπλέον δε τέλεσε τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα, αφού τέλεσε αυτές κατ' επανάληψη με σκοπό να αποκομίσει από αυτές το παραπάνω παράνομο εισόδημα, όπερ και εγένετο, αλλά και κατά συνήθεια, αφού η επανειλημμένη τέλεση τους από αυτόν καταδεικνύει τη σταθερή ροπή του (του εκκαλούντα) προς διάπραξη των ως άνω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Εν όψει δε και του γεγονότος ότι το συνολικό παράνομο όφελος του ξεπερνά το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού ανέρχεται αυτό συνολικά σε 17.590 ευρώ, προσδίδεται στις πράξεις του αυτές η, ως άνω, κακουργηματική μορφή τους, που τους αποδόθηκε με την ποινική δίωξη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των αποδιδομένων σ'αυτήν αξιοποίνων πράξεων α) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπόρισης περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ και β) απάτης κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε την ασκηθείσα από αυτόν έφεση κατά του 1089/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατ' ουσίαν αβάσιμος και επικύρωσε το βούλευμα, επαναδιατυπώνοντας επί το ακριβέστερο την κατηγορία της απάτης ως εξής: Ο κατηγορούμενος υπό την ίδια ως άνω ιδιότητα του φαρμακοποιού υπέβαλε τις προαναφερόμενες, υπό στοιχείο Α', συνταγές, στα οικεία ως άνω, υπό στοιχείο Α, ασφαλιστικά Ταμεία, παριστάντοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους τους ότι έχουν (δήθεν) συνταγογραφηθεί από τους γιατρούς που εμφανίζονταν να έχουν θέση επί των αντιστοίχων συνταγών αυτών των Ταμείων (δήθεν) τη σφραγίδα τους, ότι οι ανωτέρω, υπό στοιχείο Α', ασφαλισμένοι είχαν ανάγκη και όντως παρέλαβαν τα αναγραφόμενα φάρμακα, ενώ τούτα ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδή καθόσον οι παραπάνω γιατροί δεν είχαν συνταγογραφήσει τις προαναφερόμενες συνταγές, ούτε οι παραπάνω ασφαλισμένοι είχαν παραλάβει τα αναφερόμενα στις συνταγές αυτές φάρμακα. Σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, των αναφερόμενων, υπό στοιχείο Α, ώστε να του καταβάλουν τα προαναφερόμενα πληρωτέα για τις εν λόγω συνταγές ποσά, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των ασφαλιστικών οργανισμών, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο και υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 €, ανερχόμενο από τον μέχρι τώρα έλεγχο σε 17.590,91 € (6.210,93 + 7.806,41 + 3.573,57), πράγμα το οποίο και πέτυχε αυτός αφού έτσι έπεισε τους εν λόγω ασφαλιστικούς οργανισμούς περί της δήθεν αλήθειας των προεκτεθέντων σ' αυτούς από αυτόν ως άνω ψευδών περιστατικών, με συνέπεια να του καταβάλουν αυτοί το ως άνω ποσό των 17.590,91 ευρώ (το οποίο όμως πράγματι δεν του όφειλαν αυτοί). Κατά το άνω δε ποσό των 17.590,91 ευρώ ζημιώθηκε συνολικά η περιουσία των εν λόγω οργανισμών με αντίστοιχη παράνομη ωφέλειά του. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμα του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά, αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', στ', 26 παρ. 1α, 27, 94, 98, 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση. Δεδομένου δε ότι η οφειλόμενη σε αθροιστικό λάθος εσφαλμένη αναγραφή του συνολικού οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας των ασφαλιστικών ταμείων από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο ποσό των 15.590,91 αντί του ορθού 16.124,24 ευρώ δεν μεταβάλλει τον κακουργηματικό χαρακτήρα των πράξεων για τις οποίες κρίνεται παραπεμπτέος, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής ο συναφής από το άρθρο 484 § 4 στοιχ. ε' του Π.Κ. δεύτερος λόγος αναίρεσης, ενώ προεχόντως για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το τμήμα του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι η συνολική ζημία την οποία υπέστησαν τα εν λόγω ασφαλιστικά ταμεία ανέρχεται σε 15.720,82 ευρώ, ενώ τέλος απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας είναι η αιτίαση ότι "στο κατηγορητήριο και στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει πληθώρα συνταγών με λανθασμένα στοιχεία ταυτότητας, τα οποία λανθασμένα στοιχεία ανερχόμενα στο ποσό του 1.746,47 ευρώ, καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο, με περαιτέρω συνέπεια το σύνολο του ποσού που δήθεν ωφελήθηκε ο αναιρεσείων ν' ανέρχεται στο ποσό των 13.980,42 ευρώ, υπολοιπόμενο του ορίου των 15.000 ευρώ που αποτελεί προϋπόθεση για την παραπομπή του σε βαθμό κακουργήματος". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 393 § 1 και 379 του ΠΚ προκύπτει ότι το αξιόποινο της απάτης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιούμενο. Κατά την σαφή έννοια της διάταξης του ως άνω άρθρου 379 του ΠΚ δεν αρκεί για την εξάλειψη του αξιοποίνου η ευτελής ικανοποίηση του ζημιωθέντος αλλ'απαιτείται η συνδρομή της ενέργειας της απόδοσης ή ικανοποίησης να γίνει από τον κατηγορούμενο α) με δική του θέληση ήτοι αυθορμήτως και εκουσίως ήτοι εκ λόγων εσωτερικών και όχι εξωτερικών και β) πριν ακόμη εξετασθεί αυτός με οιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές. Στην έννοια των αρχών, δεν εμπίπτουν μόνο οι ποινικές αρχές, αλλά και οι διοικητικές, στα πλαίσια πειθαρχικής δίωξης, η εξέταση από τις οποίες του μετά ταύτα ενεργήσαντος απόδοση ή ικανοποίηση του ζημιωθέντος, μπορεί να γίνει και χωρίς να του έχει αποδοθεί κατηγορία αφού ο νόμος ορίζει "καθ'οιονδήποτε τρόπο", αρκεί ότι έχει γίνει γνωστή στην διοικητική αυτή αρχή, να έχει δηλαδή αποκαλυφθεί η αξιόποινη πράξη διότι μετά την αποκάλυψή της η μεταβολή της στάσεώς του θα οφείλεται σε εξωτερικά αίτια. Συνακόλουθα το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου που είχε υποβάλει με την έφεσή του και με το απολογητικό του υπόμνημα περί εμπράκτου μετανοίας, δεχόμενο με ίδιες σκέψεις στο σκεπτικό του ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι αξιούμενες από το άρθρο 379 ΠΚ προϋποθέσεις, αφού η κατάθεση από αυτόν στο Ταμείο Παρακαταθηκών του χρηματικού ποσού, που αντιστοιχούσε στη ζημία καθ'ενός από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, ΟΠΑΔ, ΤΣΑΥ, ΤΑΠ-ΟΤΕ, ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΕΥΠ, έλαβε χώρα μετά από τον διενεργηθέντα διαχειριστικό έλεγχο από την αρμόδια προς τούτο αρχή της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.) και μάλιστα και μετά το πόρισμά του, το οποίο απεστάλει στους ως άνω ασφαλιστικούς οργανισμούς ώστε να διερευνηθούν οι συνταγές που τους είχε καταθέσει ο αναιρεσείων τα τελευταία πέντε έτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο συναφής από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β, λόγος αναιρέσεως.
III. Κατά τη διάταξη του αρ. 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου απ' αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω από τη διάταξη του αρ. 386παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατόν, από την πράξη αυτή του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Από αυτά συνάγεται ότι οι παραπάνω πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης συρρέουν πραγματικά και καμία απ' αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, γιατί καθεμία απ' αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, δεν αποτελεί δε η μία στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης. Συνακόλουθα το Συμβούλιο Εφετών το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι με τα παραπάνω, εκτιθέμενες παραδοχές του μεταξύ της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων υφίσταται πραγματική και όχι φαινομένη συρροή, ορθά τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις εφάρμοσε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο συναφής από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. Β' τρίτος λόγος αναιρέσεως. Το αίτημα του αναιρεσείοντα που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντα ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, είναι απορριπτέο, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναίρεσης αναπτύσσει τις απόψεις του επί των προβαλλομένων λόγων. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.

Απορρίπτει την από 28-11-2008 αίτησή του για αναίρεση του 2050/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή