Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 847 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.




Περίληψη:
Απορρίπτει αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως ως εκπρόθεσμη καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος.





ΑΡΙΘΜΟΣ 847/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Γραμματοπούλου, περί αναιρέσεως της 8476/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 141/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ.1 και 473 παρ.1, 2 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι κατά καταδικαστικής αποφάσεως η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζει ο νόμος και επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης αν έγινε παρόντος του κατηγορουμένου και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο, πλην άλλων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, και συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο τον δικαιολογούντα την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία διακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα αποδεικνύοντα τη βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συνέσεως, και ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορεί να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. Α.Π. 15 και 763/1987). 2. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη 8476/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απαγγέλθηκε παρουσία του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 13-12-2007, όπως προκύπτει από την από ..... σχετική βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως. Η ισχύουσα στην προκειμένη περίπτωση εικοσαήμερη προθεσμία (άρθρ. 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ) άρχισε από την επομένη του χρόνου της καταχωρήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (14 Δεκεμβρίου 2007) και έληξε την 2α Ιανουαρίου 2008. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρ. 465 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ από τον παραστάντα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγορο του αναιρεσείοντα Ιωάννη Δ. Καπελάρη, Δικηγόρο Αθηνών, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11-1-2008 (άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ), ήτοι μετά την παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση στο βιβλίο. Ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο, αναφέρει στο δικόγραφο της αναιρέσεώς του κατά λέξη τα εξής : "Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 27.11.2007 με παρόντα εμένα στο ακροατήριο. Κατά την άποψη μας η εκδοθείσα υπ' αριθμ. 8476/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έπασχε εξαρχής σε σχέση με την ορθότητα της. Τούτο διότι από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα υπ' εμού έγγραφα, καθώς επίσης και από τα πραγματικά περιστατικά που συνέθεταν την υπόθεση ως επίσης και από το ίδιο το κατηγορητήριο, κατά την εκτίμηση μας δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να με καταδικάσει για την παράβαση του άρθρου 242 παρ. 1, διότι δεν ήμουν υπάλληλος εν τη έννοια του άρθρου 13 περ. α του ΠΚ. Για το λόγο αυτό ήταν επιβεβλημένο να αναμένουμε την καθαρογραφή της αποφάσεως προκειμένου να δούμε το σκεπτικό και την αιτιολογία αυτής. Για το λόγο αυτό επικοινωνήσαμε με τη γραμματεία του Εφετείου μέσα στις πρώτες δεκαπέντε (15) ημέρες πλην όμως δεν είχε καθαρογραφεί μέχρι και τις 12 Δεκεμβρίου 2007. Ακολούθως αναχώρησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου για ταξίδι στο εξωτερικό (....) για ανειλημμένες επαγγελματικές υποχρεώσεις όπως προκύπτει και από το προσαγόμενο και επικαλούμενο σχετικό αποδεικτικό και επέστρεψε στις 15 Δεκεμβρίου 2007 (βλ/ σχετ. απόδειξη αγοράς εισιτηρίου εξωτερικού). Ακολούθως και ενώ είχε μεσολαβήσει και η σχετική απεργία των δικηγόρων στις 19 και 20 Δεκεμβρίου αποφάσισα να επικοινωνήσω με την γραμματεία του Εφετείου αμέσως μετά τις εορτές των Χριστουγέννων, ήτοι στις 27 Δεκεμβρίου 2007 ότε και πληροφορήθηκα ότι είχε καθαρογραφεί η απόφαση και μπορούσα να πάρω αντίγραφο της καθώς και τα πρακτικά αυτής. Επικοινώνησα με τον πληρεξούσιο δικηγόρο μου αμέσως μετά, ήτοι την ίδια ημέρα στις 27 Δεκεμβρίου 2007 ώστε να τον πληροφορήσω για την εξέλιξη αυτή. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου, ο οποίος υπογράφει και το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, με ενημέρωσε ότι επρόκειτο να αναχωρήσει για επαγγελματικούς λόγους στο εξωτερικό όπου θα παρέμενε από 28 Δεκεμβρίου 2007 έως 3 Ιανουαρίου 2008 (βλ. σχετικό αποδεικτικό ηλεκτρονικού εισιτηρίου της ......... , ταξίδι το οποίο είχε προγραμματιστεί προ μηνός και δεν χωρούσε αναβολή του και με προέτρεψε να πάω να πάρω την απόφαση από την γραμματεία του Εφετείου. Σημειώνω ότι δεν είχα ρωτήσει πότε καθαρογράφηκε αφού παρακολουθούσαμε την εξέλιξη της μέχρι και την 12η Δεκεμβρίου οπότε και έληγε το δεκαπενθήμερο που ορίζει ο νόμος προς καθαρογραφή και θεωρήσαμε ότι είχαμε τα χρονικά περιθώρια άμα τη επιστροφή του δικηγόρου μου από το εξωτερικό να ασκήσουμε την αίτηση αναίρεσης. Κατά ατυχή συγκυρία αμέσως μετά την επιστροφή του από το εξωτερικό ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου ασθένησε εμφανίζοντας υψηλό πυρετό και πονοκεφάλους εξαιτίας μίας ωτίτιδας για την οποία του συνεστήθη εβδομαδιαία ανάπαυση την οποία δεν συμπλήρωσε προκειμένου να συντάξει την παρούσα αίτηση αναιρέσεως (βλ. σχετική ιατρική βεβαίωση) Σημειώνω δε περαιτέρω ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου ευρισκόταν εκτός Αθηνών για την περίοδο 22 έως 26 Δεκεμβρίου για λόγους αναψυχής, γεγονός φυσικά ανθρώπινο. Δεδομένης της καταστάσεως και του γεγονότος της αμφισβήτησης της νομικής ορθότητας της ως άνω αποφάσεως, ως γίνεται εύκολα αντιληπτό λόγω της φύσεως της υπόθεσης και επειδή η αναίρεση μου θα στηριζόταν σε σημαντικούς νομικούς λόγους μόνον δικηγόρος και δη εξοικειωμένος με την υπόθεση θα μπορούσε να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως διότι αν την έκανα μόνος μου χωρίς να προβάλω επαρκείς λόγους, κατά πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, αυτή θα απορριπτόταν ως αόριστη. Σημειώνω δε ότι η δικογραφία της υποθέσεως είναι ογκωδέστατη και για να εντρυφήσει κάποιος σε αυτήν θα απαιτήτο αρκετός χρόνος και έτσι δεν ήταν εφικτή η ανάθεση της σε άλλον δικηγόρο δεδομένου του χρόνου της καθαρογραφής και της μεσολαβήσεως των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω γεγονότων δεν δύναται να μου καταλογιστεί αδιαφορία και ότι παρέλειψα να ενημερωθώ εγκαίρως ώστε να ασκήσω το δικαίωμα μου προς αναίρεση ασκώντας τούτο γενικώς αφού και μετά την ενημέρωση μου, λόγοι ανωτέρας βίας, ως ανωτέρω παρατίθενται λεπτομερώς, με εμπόδισαν να το ασκήσω αυτό". Όμως μόνο τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα αναφερόμενα αποκλειστικά στην απουσία στο εξωτερικό για λόγους επαγγελματικούς και αναψυχής και στην ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν, αναγκαίως την ύπαρξη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος γεγονότος, θεμελιούντος ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, δεδομένου, ότι ο ίδιος είχε την ευχέρεια και τη δυνατότητα να ασκήσει εμπρόθεσμη αναίρεση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ), ή να διορίσει (άρθρο 96 Κ.Ποιν.Δ) πληρεξούσιο δικηγόρο για να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο. Επομένως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, μη ευρίσκουσα, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, για την εκπρόθεσμη άσκησή της κάποιο δικαιολογητικό έρεισμα, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του x1 για αναίρεση της 8476/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ