Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1341 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινών συγχώνευση, Απόλυση υφ' όρο.




Περίληψη:
1. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. Α΄ της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, το επισυναπτόμενο στην κρινόμενη έκθεση αναιρέσεως έγγραφο, που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, στους οποίους μάλιστα σαφώς παραπέμπει, το οποίο δεν συνυπογράφει ο παραλαβών αυτό και συντάξας την έκθεση αναιρέσεως Διευθυντής των Φυλακών, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκθέσεως εφέσεως και η εν λόγω έκθεση είναι παραδεκτή καίτοι δεν περιείχε στο σώμα αυτής τους λόγους αναιρέσεως, διότι η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, άλλως, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος του να προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης ανέκκλητης αποφάσεως, πρέπει να γίνει τυπικά παραδεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω. 2. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 ΠΚ, 94, 97 και 551 του ΚΠΔ, η υπό τον όρο της ανακλήσεως χορηγούμενη απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Επομένως μπορεί η ποινή, στην οποία αυτή αναφέρεται, και όχι μόνο το απομένον υπόλοιπο, να συγχωνευθεί με άλλες ποινές, αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφ' όσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς (ΑΠ 1137/ 2008, 959/2007, Μελέτη Ανδρ. Ζύγουρα, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου σε Αρμενόπουλο 2008.1297). Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 1341/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της 3015/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 127/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση... Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Επίσης, κατά το άρθρο 153 του ίδιου Κώδικα, η έκθεση του άρθρου 148, όπως είναι και η παραπάνω έκθεση, είναι άκυρη αν δεν έχει την υπογραφή του υπαλλήλου που την έχει συντάξει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι ο υπάλληλος ενώπιον του οποίου ασκείται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να υπογράφει τη συντασσόμενη έκθεση, που περιλαμβάνει τους λόγους αυτής, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, άλλως, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων, βάσει της ως άνω συνταγματικής επιταγής, πρέπει οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ να ερμηνευθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή και έτσι να γίνει δεκτό ότι, εάν η έκθεση του ενδίκου μέσου, μεταξύ των οποίων και της αναιρέσεως, ή το επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο του αναιρεσείοντος, που περιέχει τους λόγους αυτής, φέρει μεν την υπογραφή αυτού ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, αλλά από παραδρομή δεν υπογράφηκε και από τον οικείο γραμματέα ή διευθυντή της φυλακής που κρατείται, ο αναιρεσείων δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη του τελευταίου. Διαφορετικά, υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον ’ρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο ή ασκεί δικαιοδοσία την οποία εκ του νόμου δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκησή της είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρ' όλον ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Διότι και στην τελευταία περίπτωση, παρά την υποχρέωση την οποία έχει να δικάσει και την έλλειψη διακριτικής ευχέρειας, κάνει κάτι που ο νόμος δεν του το επιτρέπει. Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ενδίκου μέσου, αλλά απορρίπτει αυτό, ως απαράδεκτο, χωρίς να συντρέχει τέτοια περίπτωση.
Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς έρευνα της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, επί αιτήσεως του αναιρεσείοντος καταδίκου για καθορισμό συνολικής ποινής, εκδόθηκε ερήμην του, μετά παραίτηση από της κλητεύσεως, η προσβαλλόμενη με αριθ. 3015/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και καθορίστηκε η συνολική ποινή αυτού επί τριών καταδικαστικών αποφάσεων, σε φυλάκιση πέντε ετών και οκτώ μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ίδιος ο αναιρεσείων άσκησε στο Κατάστημα Κρατήσεως ..., όπου εκρατείτο, τη με αριθ,. εκθ. 154/9-12-2008 αναίρεσή του, ενώπιον του αρμοδίου Διευθυντή του άνω Καταστήματος Κρατήσεως, ο οποίος συνέταξε και υπογράφει και τη σχετική έκθεση αναιρέσεως. Στην έκθεση αυτή σημειώνεται ότι την αναίρεση ασκεί "για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει...." και επισυνάπτει αυτοτελές έγγραφό του με τίτλο "Ενώπιον του κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου- ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ" και το εκ τριών σελίδων επισυναπτόμενο έγγραφο αυτό περί αναιρέσεως, στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι αναιρέσεως και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 19505/9-12-2008, στο άνω Κατάστημα Κρατήσεως. Την άνω έκθεση αναιρέσεως, όπως και το επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο, που αποτελούσαν ουσιαστικά ένα σώμα, υπέγραψε ο ίδιος ο αναιρεσείων, ενώ ο παραλαβών τα έγγραφα αυτά Διευθυντής του Καταστήματος Κρατήσεως ..., υπέγραψε στο πρώτο φύλλο της έκθεσης αναιρέσεως του αναιρεσείοντος καταδίκου - κρατουμένου, παραλείποντας, όμως, να θέσει την υπογραφή του και στο επισυναπτόμενο έγγραφο, που αναφέρονταν οι λόγοι και τα αποδεικτικά μέσα που δικαιολογούσαν, κατά τον αναιρεσείοντα την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το έγγραφο αυτό, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της εκθέσεως αναιρέσεως, η οποία, παρά την υφισταμένη ως άνω ατέλεια θεωρείται ότι έχει συνταγεί νομίμως, διότι, άλλως, ο, χωρίς τη μεσολάβηση του συνηγόρου του, ασκήσας το ένδικο μέσο αναιρέσεως στο Κατάστημα, όπου εκρατείτο ο κατάδικος αναιρεσείων, θα υφίστατο αδικαιολόγητο και μη οφειλόμενο σε πταίσμα του περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στον ’ρειο Πάγο (ΑΠ 8/2008). Επομένως, το επισυναπτόμενο στην κρινόμενη έκθεση αναιρέσεως έγγραφο, που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκθέσεως αναιρέσεως και η εν λόγω έκθεση είναι παραδεκτή πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω. Σύμφωνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 551 του ΚΠοινΔ, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά συρρέοντα εγκλήματα, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού νόμου για τη συρροή, δηλαδή τα άρθρα 94 και επ. του ΠΚ. Αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, εάν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Τέλος, κατά της αποφάσεως που καθορίζει συνολική ποινή, επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασμένο και τον Εισαγγελέα, για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΠΚ, κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων, που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις, που τιμωρούνται κατά τον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρηση τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, επαυξημένη από τις άλλες συντρέχουσες ποινές. Η επαύξηση όμως αυτή δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των συντρεχουσών αυτών ποινών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει περαιτέρω ότι, αν η καθορισθείσα αμετακλήτως συνολική ποινή δεν είναι η βαρύτερη και δεν πρόκειται να αποτελέσει τη βάση της νέας επιμετρήσεως, αλλά πρόκειται να συγχωνευθεί με άλλη, βαρύτερη, τότε διασπάται και συγχωνεύονται οι επί μέρους ποινές, με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να ληφθεί από αυτές μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τον σχηματισμό νέας συνολικής ποινής, από αυτό που είχε ληφθεί προηγουμένως. Κατά το άρθρο 97 του ΠΚ, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εφαρμόζεται και όταν κάποιος, πριν εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαρισθεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν αυτή τελέσθηκε. Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 ΠΚ, η υπό τον όρο της ανακλήσεως χορηγούμενη απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Επομένως μπορεί η ποινή, στην οποία αυτή αναφέρεται, και όχι μόνον το απομένον προς έκτιση υπόλοιπο ποινής, να συγχωνευθεί με άλλες ποινές, αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφ' όσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3015 /2008 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε την αίτηση του αναιρεσείοντος για συγχώνευση των παρακάτω ποινών, που συναντήθηκαν κατά την εκτέλεση, ήτοι: α) της ποινής φυλακίσεως τεσσάρων ετών που του επιβλήθηκε με τη με αριθ. 1578/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, β) της ποινής φυλακίσεως τεσσάρων ετών, που του επιβλήθηκε με τη με αριθ.25/2006 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, απολυθέντος όμως του καταδίκου υφόρον, δια του με αριθ. 267/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, αφού απέτισε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, 5 μηνών και 12 ημερών, με υπόλοιπο για έκτιση, 1 έτους, 6 μηνών και 18 ημερών και γ) της ποινής φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών, που του επιβλήθηκε με τη με αριθ. 81162/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να καθορίσει τη συνολική εκτιτέα ποινή, έλαβε ως ποινή - βάση αυτή της φυλακίσεως των τεσσάρων ετών, που του επιβλήθηκε με την 1578/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και επαύξησε την ποινή αυτή, α) κατά 12 μήνες από το εναπομείναν προς έκτιση υπόλοιπο 1 έτους, 6 μηνών και 18 ημερών, από την επιβληθείσα ως άνω αρχική ποινή των 4 ετών, για την οποίαν είχε χωρήσει απόλυση αυτού από τη φυλακή υφόρον της ανακλήσεως με το προαναφερθέν βούλευμα και β) κατά 8 μήνες από την ετέρα ποινή των 18 μηνών, που του είχε επιβληθεί με την 81162/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και καθόρισε συνολική ποινή φυλακίσεως 5 ετών και 8 μηνών.
Έτσι, όμως, που έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 ΠΚ και 551 ΚΠοινΔ, αφού επαύξησε την ποινή βάση, με μέρος του εναπομείναντος προς απότιση υπολοίπου και όχι με μέρος της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως των 4 ετών, για την οποίαν είχε χωρήσει ήδη υφόρον απόλυση από τη φυλακή με το προαναφερθέν βούλευμα, με αποτέλεσμα, μετά την τελική αφαίρεση από τον Εισαγγελέα εκτελέσεως, του ήδη αποτιθέντος ως άνω μέρους της ποινής, να επιβαρύνεται ο αναιρεσείων κατάδικος και να υποχρεωθεί να αποτίσει μεγαλύτερη ποινή, από εκείνη που θα απέτιε, αν είχαν ερμηνευθεί ορθά οι παραπάνω ποινικές διατάξεις και είχε καθορισθεί συνολική ποινή με τον τρόπο που εκτέθηκε παραπάνω. Επομένως, κατά παραδοχή του προβαλλόμενου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ δευτέρου λόγου αναιρέσεως ως βασίμου, οπότε παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 3015/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή