Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1583 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1583/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νταλαχάνη, περί αναιρέσεως της ΑΤ4628/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1602/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 παρ. 4 του ΠΚ στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ιδίου άρθρου, που ορίζει ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του δράστη, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί της ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 4628/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που αυτός διέπραξε, ήτοι της παραβάσεως των άρθρων 15 περ. δ' και ε' και 22 του ΠΔ 40/1977, την προσωπικότητα του ως και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση αναφέροντας ότι "το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του αυτή, αφού έλαβε επίσης υπόψη του, κατά την εκτίμηση που έκανε όσον αφορά τη βαρύτητα του εγκλήματος και τα ακόλουθα αξιολογικά στοιχεία: Τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα καθώς και τον κίνδυνο που προκλήθηκε εξαιτίας του αδικήματος, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, τις περιστάσεις (χρόνος, τόπος, τρόπος) κάτω από τις οποίες προπαρασκευάσθηκε και τελέστηκε το έγκλημα καθώς και την ένταση του δόλου του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έλαβε ακόμη υπόψη του, για την εκτίμηση της προσωπικότητας του εκκαλούντος κατηγορουμένου, τα αίτια που τον ώθησαν να τελέσει το έγκλημα, την αφορμή που το προκάλεσε, το σκοπό που ο εκκαλών κατηγορούμενος επεδίωξε, το χαρακτήρα του και το βαθμό της αναπτύξεως του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και τον πρότερο βίο του, καθώς και την κατά τη διάρκεια της πράξεως, αλλά και μετά την πράξη διαγωγή του". Έτσι, για την επιμέτρηση της ποινής των τριών (3) μηνών, που του επέβαλε και ανέστειλε επί τριετία, διέλαβε το Δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει άλλα στοιχεία. Εξάλλου, για την ύπαρξη του δόλου του αναιρεσείοντος δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του αναιρεσείοντος να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και κατά συνέπεια εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 27 επόμ. και 49 ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 57, 246 και 321 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία έχει ασκηθεί από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη και όχι για άλλη έστω και συναφή, γιατί διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής κατηγορίας. Τέτοια όμως μεταβολή της κατηγορίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει μόνο όταν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις από εκείνη για την οποία είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη και ο κατηγορούμενος είχε εισαχθεί σε δίκη και όχι όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη ή όταν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν, προσδίδει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 371 παρ. 3 ΚΠΔ, εφόσον αυτός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ', 173 παρ.2, 174, 320 και 502 παρ.4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνιση προτείνεται, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν ο κατηγορούμενος εμφανισθείς δεν προβάλλει την ακυρότητα, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, αυτή καλύπτεται. Αν δεν εμφανισθεί ο κατηγορούμενος κατά την πρωτοβάθμια δίκη και καταδικασθεί ερήμην, μπορεί να προτείνει την ακυρότητα αυτή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης 13437/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δικάστηκε ερήμην, στην ασκηθείσα δε κατ' αυτής 2434/2007 έφεση του δεν προέβαλε με λόγο εφέσεως την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, όπως όφειλε, αλλά το πρώτον προέβαλε την ακυρότητα αυτή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενος ότι το κλητήριο θέσπισμα αναφέρει ως χρόνο τελέσεως της πράξεως την 18-5-2005 αντί του ορθού 20-8-2004, ως και ότι ο αναιρεσείων διατηρούσε τα παγωτά στο κατάστημά του σε θερμοκρασία οκτώ βαθμών, ενώ το αληθές ήταν σε θερμοκρασία οκτώ βαθμών υπό το μηδέν. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την άνω προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να προβληθεί με λόγο εφέσεως και όχι το πρώτον ενώπιόν του και απέρριψε αυτόν. Περαιτέρω, στο κατηγορητήριο αναφέρεται ρητώς ότι τα παγωτά ήταν σε πλήρη απόψυξη και για το λόγο αυτό ήταν ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση και απλώς γίνεται μνεία ότι διατηρούνταν σε ψυγείο με θερμοκρασία 8 βαθμών χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για πάνω ή κάτω από το μηδέν. Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη ν απόφαση του μετά από εκτίμηση των αποδείξεων παραδεκτώς διευκρίνισε ότι ο πραγματικός χρόνος τελέσεως της πράξεως ήταν η 20-8-2004, ότι τα παγωτά ήταν σε πλήρη απόψυξη και για το λόγο αυτό ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση καθώς και ότι η θερμοκρασία του ψυγείου του καταστήματος του αναιρεσείοντος ήταν οκτώ βαθμοί υπό το μηδέν. Με τις παραδοχές αυτές, δεν μεταβλήθηκε ανεπίτρεπτα η κατηγορία, αφού πρόκειται για την ίδια πράξη που ασκήθηκε η ποινική δίωξη και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Η' του ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσες, είναι αβάσιμοι. Τέλος, αρκεί η παράθεση των διατάξεων των άρθρων 15 περ. δ' και ε', 22 του ΠΔ 40/1977 σε συνδυασμό με τα άρθρα 23 του ν. 238/1914, άρθρο 238 παρ. 1 του ν. 4085/1960 και 15 παρ. 3 ν 2732/1999, βάσει των οποίων ασκήθηκε η ποινική δίωξη και προβλέπεται το αξιόποινο της πράξεως αυτής (ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση) μη προσαπαιτουμένης της παραθέσεως της υπουργικής αποφάσεως Αιβ/8577/1983, η οποία δεν αναφέρεται στην πράξη αυτή. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' τελευταίος λόγος της αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμος.
Συνεπώς η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-09-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 4628/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή