Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 961 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Κλοπή, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Διακεκριμένη κλοπή από κοινού ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Ζητήματα: Αρχή της ειδικότητας κατ' άρθρο 34 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης", όπως και του άρθρου 14 ΕυρΣυμΕκδ (Ν. 4165/1961). Έννοια. ’ρθρο 211 Α ΚΠΔ - έννοια. Η παραγραφή επί κακουργημάτων είναι 15ετής. Αναστολή επί 5 έτη. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, διότι δικάσθηκε για πράξη για την οποία δεν είχε παραδοθεί στην Ελλάδα, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων περί εκδόσεως, εκ του άρθρου 211 Α ΚΠΔ, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παραγραφή. Απορρίπτονται και οι δύο αιτήσεις.




Αριθμός 961/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Βόγλη, περί αναιρέσεως της 1903/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2009 και 24 Σεπτεμβρίου 2009 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1376/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι υπό κρίση αιτήσεις (δηλώσεις): α) από 16-9-2009, β) από 24/9/2009 του Χ για αναίρεση της 1903/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφισταμένης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας.
II. Κατά το άρθρο 14 της από 13 Δεκεμβρίου 1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το νόμο 4165/1961, ο εκδιδόμενος δεν επιτρέπεται να διωχθεί, να δικαστεί ή να κρατηθεί σε εκτέλεση ποινής ούτε να υποβληθεί σε οποιοδήποτε άλλο περιορισμό της ατομικής του ελευθερίας, για οποιαδήποτε πράξη προγενέστερη της παράδοσης, άλλη από εκείνη για την οποία έγινε η έκδοση, με την εξαίρεση ορισμένων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν στην ένδικη υπόθεση. Όμοια ρύθμιση καθιερώνεται και από το άρθρο 440 σε συνδυασμό με άρθρα 438 εδ. ε και 445 του ΚΠΔ, αλλά και το άρθρο 34 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης". Παραβίαση του κανόνα αυτού καθιστά την απόφαση αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας. Για να κριθεί όμως αν πρόκειται για έγκλημα προγενέστερο της έκδοσης, οπότε και μόνο έχει εφαρμογή ο ως άνω κανόνας, κρίσιμο είναι το ζήτημα του χρόνου τέλεσης. (ΑΠ Ολ 462/92). Δεν αποτελεί διαφορετική πράξη ο διάφορος νομικός χαρακτηρισμός ή οι επιβαρυντικές περιστάσεις. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε βάρος του κατηγορούμενου εκκρεμούσαν, κατά το έτος 1991 ποινικές διώξεις για διάφορα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος και βλάβη της ΕΤΕ, που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.00.0 δραχμών και ανερχόταν συνολικά σε 172.515.965 δραχμές, ηθική αυτουργία σε απάτη, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος της ΕΤΕ, με σκοπούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού που υπερέβαινε τα 5.000.000 δραχμές, ανερχόμενο στο ως άνω συνολικό ποσό και ηθική αυτουργία σε απλή συνεργεία σε πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό οφέλους δια βλάβης της ΕΤΕ και απάτη σε βάρος της ΕΤΕ. Επίσης εκκρεμούσαν κατηγορίες για πλαστογραφία μετά χρήσεως επιταγής και διακεκριμένης κλοπής που είχε τελεσθεί από κοινού στις 4/5-11-1988 στην ..., κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια ως και για πλαστογραφία. Ο αναιρεσείων στις 11-2-1991, από το Νοσοκομείο ..., όπου νοσηλευόταν φρουρούμενος αφού κρατούνταν στη Δ.Φ. ... από 28-12-1990, σε εκτέλεση του 42/24-12-1990 ΕΠΚ του 23ου τακτικού ανακριτή για άλλες πράξεις, απέδρασε και στη συνέχεια σε άγνωστο χρόνο διέφυγε στο εξωτερικό. Αργότερα ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και για άλλες πράξεις, μεταξύ των οποίων και της διακεκριμένης κλοπής που τελέσθηκε στις 1/2/-10-1994 από κοινού με τον Ζ στην ...κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ο αναιρεσείων, στις 7-5-2007, συνελήφθη στην ... και επακολούθησε η έκδοση του ΦΕ 5055/10-5-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ των άλλων και η ανωτέρω πράξη της διακεκριμένης κλοπής. Επίσης αναφέρονται και οι 32338/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών και 86429/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, με τις οποίες είχαν επιβληθεί σ αυτόν ποινές φυλακίσεως ενός (1) έτους και εννέα (9) μηνών αντίστοιχα, τις οποίες και έπρεπε να εκτίσει. Ζητήθηκε δε η εκτέλεση του εντάλματος αυτού, προκειμένου να παραδοθεί στην Ελλάδα ο αναιρεσείων για να εκτίσει τις ποινές που του είχαν επιβληθεί κατά τα άνω και να δικασθεί για τις πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο Ένταλμα και για τις οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος του τα αναφερόμενα σ αυτό εντάλματα σύλληψης Ανακριτών. Το αίτημα έγινε δεκτό με την 90/21-6-2007 απόφαση του Εθνικού Δικαστηρίου της Ισπανίας, στο διατακτικό της οποίας αναφέρονται, από προφανή παραδρομή, μόνον οι ανωτέρω σε βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις, σε τρόπο ώστε να δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι είχε παραδοθεί στις 6-7-2007 στις ελληνικές αρχές, μόνον για να εκτίσει τις ποινές αυτές. Η προφανής παραδρομή προκύπτει σαφέστατα, διότι, ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως και δη στο τμήμα, όπου παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά και αναφέρονται οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες εκδόθηκε το επίσης αναφερόμενο ανωτέρω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, μνημονεύονται, υπό στοιχεία 1 Α, Β, και 2 Α, Β, Γ, 3 Α, Β, 4 Α, Β και 5 Α, Β όλες οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες είχαν ασκηθεί σε βάρος του ποινικές διώξεις και είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί ως υπαίτιος αυτών είτε με παραπεμπτικό βούλευμα (463/1992 Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 5730/1991 Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών), είτε με κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών, όπως συνέβη με τις υπό στοιχεία 4 Α και Β του ανωτέρω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης πράξεις της διακεκριμένης κλοπής που τελέσθηκε στην ... στις 1/2-10-1994 από τον κατηγορούμενο από κοινού με τον Ζ, κατ επάγγελμα και συνήθεια πράξη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως και πλαστογραφίας και λαθρεμπορίας, για τις οποίες παραπέμφθηκαν με το 671/1996 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, όπως βέβαια και οι ανωτέρω καταδικαστικές σε βάρος του αποφάσεις, στο διατακτικό, παρά την παραδοχή της αιτήσεως που στηρίζεται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα, αναφέρονται μόνον οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις. Αμέσως ζητήθηκε από το αρμόδιο τμήμα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών η διευκρίνιση αν ο αναιρεσείων είχε παραδοθεί μόνον για εκτέλεση των αποφάσεων ή και για να δικασθεί και για τις λοιπές πράξεις που αναφέρονταν στο Ένταλμα σύλληψης. Το Εθνικό Δικαστήριο της Ισπανίας με την 157/24-2-2009 απόφαση, για την έκδοση της οποίας δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσείοντος, ούτε από την μη κλήτευση του παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, αφού δεν πρόκειται, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο και κατά τα δύο μέρη του, της από 24/9/2009 αιτήσεως, για συμπλήρωση αποφάσεως ή διόρθωση των πρακτικών, που διενεργήθηκε, κατ άρθρο 145 ΚΠΔ, στην Ελλάδα, διευκρίνισε ότι, από παραδρομή, στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης του, είχαν περιληφθεί μόνον οι καταδικαστικές σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω αποφάσεις και ότι η παράδοση του στις ελληνικές δικαστικές αρχές αφορούσε, πέραν της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτών, και την δίωξη του για όλες τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για τις οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος του τα σ αυτό παρατιθέμενα εντάλματα σύλληψης των αρμοδίων ανακριτών και συνεπώς και για το έγκλημα της διακεκριμένης κλοπής, που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Τούτο είχε δεχθεί, προηγουμένως, ως προκύπτον από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αναγνωσθείσας 90/2007 απόφασης του Δικαστηρίου της Ισπανίας, και το πρωτόδικο Δικαστήριο με την 241/2008 απόφαση. Κατ ορθή ερμηνεία λοιπόν και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και χωρίς να παραβιασθεί η αρχή της ειδικότητας που καθιερώνεται με αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι ορθώς είχε εισαχθεί προς εκδίκαση η σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία της από κοινού με τον ανωτέρω ως άνω διακεκριμένης κλοπής κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία όπως και την πλαστογραφία είχε παραπεμφθεί, όπως λέχθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με το ανωτέρω 671/1996 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, αφού είχε, όπως προέκυπτε από τις διευκρινίσεις του Εθνικού Δικαστηρίου της Ισπανίας σε συνδυασμό και με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης, παραδοθεί στις ελληνικές δικαστικές αρχές για να διωχθεί και δικασθεί και για την πράξη αυτή και κατ ακολουθία το 5μελές Εφετείο που την εξέδωσε και τον κήρυξε ένοχο γι αυτή, δεν υπερέβη την εξουσία του, ούτε ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ανωτέρω διατάξεις περί εκδόσεως, του άρθρου 5 παρ. 1 και 3 και 6 της ΕΣΔΑ, όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται με τους πρώτο δεύτερο και τέταρτο λόγους της από 24/9/2009 αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
II. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 2 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, για μεν τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης είναι δεκαπέντε έτη, για δε τα πλημμελήματα πέντε έτη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την ημέρα που τελέσθηκε η πράξη. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τιμωρείται δε σε βαθμό κακουργήματος, φέρεται τελεσθείσα στις 1/2-10-1994.
Συνεπώς μέχρι τις 24-6-2009, που εκδικάσθηκε η υπόθεση κατ έφεση, ανεξαρτήτως της αναστολής της 15ετους παραγραφής, που επήλθε όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη με την αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω του ότι τύγχανε φυγόδικος, δεν είχε παρέλθει 15ετία, με αποτέλεσμα το αξιόποινο να μη έχει εξαλειφθεί δια παραγραφής, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα σχετικός τρίτος λόγος της από 24-9-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεων του ΠΚ., τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
III. Από τη διάταξη του άρθρου 211 Α του Κ.Ποιν.Δικ. που ορίζει, ότι μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου μπορεί να αξιολογείται αποδεικτικά, όχι όμως και να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Για την παράβαση της διατάξεως αυτής δεν απαγγέλλεται ρητώς ακυρότητα, πλην όμως η παράβαση της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ. 1δ Κ.Ποιν.Δικ.), διότι έτσι θίγεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως το δικαίωμα υπεράσπισης του διαμορφώνεται επιτρεπτώς υπέρ αυτού με τη διάταξη του άρθρου 211 Κ.Ποιν.Δικ., επομένως ιδρύεται σχετικός λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. ΙΑ Κ.Ποιν.Δικ.). Όμως η απαγόρευση ισχύει μόνο κατά το στάδιο της επ1 ακροατηρίου διαδικασίας και δη οσάκις το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική κρίση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ' Κ.Ποιν.Δικ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα και χωρίς να είναι απαραίτητη η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της κλοπής από κοινού κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια: "Την 1-10-1994 ο Ξ, Ιρακινός υπήκοος ευρισκόμενος και εργαζόμενος στην Ελλάδα από διετίας τότε, είχε σταθμεύσει το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΒΜW, τύπου 325, δίπορτο, χρώματος ασημί, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του πατέρα του Λ, μπροστά στο κάστρο της .... Τις νυκτερινές ώρες της 1 προς 2-10-1994 το αυτοκίνητο αυτό εκλάπη από την παραπάνω θέση και ο Ξυπέβαλε στον αστυνομικό σταθμό ... την από 2-ΙΟΙ 994 έγκληση κατά των αγνώστων τότε δραστών. Η αξία του αυτοκινήτου αυτού τότε ήταν κατά το μηνυτή 90.000 γερμανικά μάρκα περίπου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 9-2-1995 και περί ώρα 16.00' ο παραπάνω παθών, ευρισκόμενος στη διασταύρωση των οδών ..., είδε σταθμευμένο προσωρινά με τους δείκτες αλλαγής κατευθύνσεως σε λειτουργία, ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΒΜW, τύπου 318, με αριθμό κυκλοφορίας ..., χρώματος ασημί και αμέσως αντιλήφθηκε ότι αυτό ήταν το δικό του αυτοκίνητο, στο οποίο είχαν αλλάξει τον αριθμό κυκλοφορίας. Αμέσως ειδοποίησε τον παρευρισκόμενο αστυνομικό ..., ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας και περίμεναν να επιστρέψει ο οδηγός του αυτοκινήτου.
Σε λίγο εμφανίσθηκε ο Ζ, ο οποίος κατά τον έλεγχο που του έκανε ο παραπάνω αστυνομικός του έδωσε για έλεγχο την υπ' αριθμ. ... άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, που αναγνώσθηκε και η οποία ήταν στο όνομα του κατηγορουμένου. Από τον έλεγχο του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου διαπιστώθηκε ότι ο αναφερόμενος στην άδεια κυκλοφορίας διέφερε από τον αναφερόμενο στην άδεια. Στη διάρκεια του ελέγχου ο Ζ προσπάθησε να φύγει τρέχοντας, πλην όμως ο αστυνομικός τον καταδίωξε και τον συνέλαβε στη γωνία των οδών ... και τον οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα. Τελικά διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν το υπ' αριθμ. .... αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του Λ και το οποίο είχε κλαπεί στη ... τις νυκτερινές ώρες της 1 προς 2-10-1994. Επίσης διαπιστώθηκε και ότι η παραπάνω άδεια κυκλοφορίας ήταν πλαστή.
Μετά από αυτά ο Ζ συνελήφθη και οδηγήθηκε στον εισαγγελέα και στη συνέχεια στον ανακριτή, ακολούθως δε παραπέμφθηκε με απ' ευθείας κλήση μαζί με τον κατηγορούμενο να δικαστούν στο Δικαστήριο τούτο για την ίδια πράξη της κλοπής σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για τις πράξεις της πλαστογραφίας της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου σε βαθμό κακουργήματος, της λαθρεμπορίας και της κατασκευής πινακίδων κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, επί πλέον δε ο Ζ και για οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς άδεια. Για τις παραπάνω δύο πρώτες κακουργηματικές πράξεις ανεστάλη η διαδικασία ως προς τον κατηγορούμενο, λόγω του ότι αυτός δεν κατέστη δυνατόν να συλληφθεί και είχε καταστεί φυγόδικος από τότε μέχρι την έκδοση του για -ας δύο αυτές πράξεις, για τις οποίες και δικάζεται. Αντίθετα ο Ζ δικάσθηκε για τις παραπάνω πράξεις του και καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 588, 589/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε ποινές καθείρξεως 7 ετών και 7 ετών για τις δύο πρώτες πράξεις και σε ποινές φυλακίσεως 3 ετών και χρηματική ποινή 34.043 ευρώ, 5 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα για τις υπόλοιπες πράξεις. Απολογούμενος στο Δικαστήριο ο Ζ κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος έφερνε αυτοκίνητα από τη ..., τα επισκεύαζε και τα πουλούσε, ότι αυτός ενεργούσε σαν μεσίτης και ότι το παραπάνω αυτοκίνητο, ήταν αξίας 8.300.000 δραχμών και ο κατηγορούμενος του είχε κάνει μετατροπή και του έδωσε να το πουλήσει.
Ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ο τρόπος περιελεύσεως του αυτοκινήτου στα χέρια του, εξ αυτού δε συνάγεται ότι αυτός είναι ο δράστης τόσο της κλοπής του αυτοκινήτου, όσο και της καταρτίσεως της υπ' αριθμ. ... πλαστής άδειας κυκλοφορίας αυτού. Την άδεια αυτή την παρέδωσε για έλεγχο ο Ζ και ήταν στο όνομα του κατηγορουμένου, ο οποίος απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ανέφερε ότι "δεν ήξερε γι'αυτή". Από το γεγονός αυτό της άδειας κυκλοφορίας σε συνδυασμό με όσα ο Ζ είχε αναφέρει στην απολογία του, όπου εκδόθηκε η υπ'αριθμ.2589/97 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε ....στις άνω ποινές δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του 211 Α του ΠΚ καθόσον η απολογία του Ζ συνδέεται και με άλλα στοιχεία που αναφέρουν την άδεια κυκλοφορίας στο όνομα του κατηγορουμένου, .... εισαγωγή από ..... που δεν αρνείται ο κατηγορούμενος και πρέπει ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η απολογία του Ζ στην προαναφερόμενη δίκη, γιατί μόνη αυτή ..... η μαρτυρία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επιχειρεί την πράξη της κλοπής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την υποδομή που είχε δημιουργήσει για τη μετατροπή των κλεμμένων αυτοκινήτων σε αυτοκίνητα άλλου τύπου και για την κατάρτιση πλαστών αδειών κυκλοφορίας αυτών για την μεταπώληση τους σε ανυποψίαστους αγοραστές, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του εγκλήματος αυτού, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος της κλοπής, ως στοιχείο της προσωπικότητας του." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "από κοινού με τον Ζ στη ... τις νυκτερινές ώρες της 1-2 Οκτωβρίου 1994, αφαίρεσαν ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, είναι δε δράστες που διαπράττουν κλοπές κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο αφαίρεσαν το υπ'αριθμ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW 325, χρώματος ασημί, με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το ... και ανήκε στον Λ αλλά το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο γιός του Ξ. Το αυτοκίνητο αυτό το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, είναι δε δράστες οι οποίοι διαπράττουν κλοπές κατ'επάγγελμα, ήτοι ως μέσον ασκήσεως βιοπορισμού των, και κατά συνήθεια, ήτοι έχοντας ροπή στην τέλεση τέτοιων πράξεων". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 374 περ. ε' σε συνδυασμό με 372 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, επιπλέον δε αιτιολογεί πλήρως την κατ επάγγελμα τέλεση της πράξεως αυτής από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ζ, ο οποίος είχε κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή με την 588, 589/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία όπως και τα πρακτικά της, στα οποία περιέχεται και η απολογία του Ζ, αναγνώσθηκαν. Την απολογία του τελευταίου έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, πλην όμως η λήψη και αξιολόγηση αυτής από το δικαστήριο δεν προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 211Α Κ.Ποιν,Δικ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, γιατί, όπως εκτίθεται στην αιτιολογία της απορριπτικής του σχετικού ισχυρισμού του αποφάσεως του Εφετείου δεν είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της ενοχής του αναιρεσειόντος, αφού λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του αστυνομικού, όπως και τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η πλαστή άδεια κυκλοφορίας του κλαπέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου, που αναφέρεται στην απόφαση, η οποία ήταν στο όνομα του αναιρεσειόντος, που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν μπόρεσε να δώσει κάποια πειστική εξήγηση του γεγονότος αυτού, το οποίο επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς, που πρόβαλε, απολογούμενος, ο Ζ, ούτε μπόρεσε να αποδείξει την περιέλευση στην κυριότητα του, όπως προέκυπτε από την άδεια κυκλοφορίας, κατά νόμιμο τρόπο, του αυτοκινήτου. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι λόγοι της από 16-9-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ.) και περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (αρθρ. 510 παρ. 1 Α' Κ.Π.Δ.), προελθούσης από τη λήψη υπόψη της απολογίας του συγκατηγορουμένου του Ζ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
IV. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 16-9-2009 και 24-9-2009 αιτήσεις (δηλώσεις) του Χ για αναίρεση της 1903/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220)€.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή