Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1588 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας.




Περίληψη:
Απάτη επί δικαστηρίου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη νόμιμης βάσης και υπέρβαση εξουσίας, διότι προσδιορίζεται σαφώς ο τρόπος τελέσεως της απάτης και η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών είναι ειδικά αιτιολογημένη. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 1588/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη, περί αναιρέσεως της 471/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παπαθανασίου.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1881/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από τον Εισαγγελέα των λόγων της εφέσεως, στην οποία πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη δέχεται τυπικά και προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 471/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε τυπικά την από 15-9-2005 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας κατά της 2586/2005 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ, για την αξιόποινη πράξη της απάτης επί Δικαστηρίου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Στην ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον αναιρετικό έλεγχο, αναφέρεται ότι ο εκκαλών Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της προδιαληφθείσας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων για την άνω πράξη, "ενώ, κατ' ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, έπρεπε να κηρυχθεί αυτός ένοχος, αφού από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, αποδείχθηκε κατά τρόπο σαφή ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται και έπρεπε να τύχει της ανάλογης ποινής. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, την 5-12-00, ενώπιον του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο οποίος επιδίκασε στους δικαιούχους απαλλοτριωτέων εκτάσεων την κατά νόμο αποζημίωση για τα ακίνητα που κατελάμβανε η κατασκευή του οδικού άξονα ...-..., παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι δικαιούχος αποζημιώσεως εκτάσεως 5.434 τμ. συμπεριλαμβάνοντας όμως σ' αυτή ως ιδική του και έκταση και ένα τμήμα από μεγαλύτερο κτήμα του εγκαλούντος Ψ, εκτάσεως 4.934 τμ. Αποσιωπώντας το αληθές αυτό γεγονός έπεισε το Δικαστή και του επιδίκασε συνολικώς αποζημίωση 22.231.000 δρχ. ή 65.241,38 €. Εάν ο Δικαστής εγνώριζε το αληθές δεν θα επιδίκαζε το ποσόν αυτό, αλλά ποσό μειωμένο κατά 35.803,31 € το οποίο εζημιώθη ο εγκαλών. Από τον προσκομιζόμενο, πανομοιότυπο με τον ευρισκόμενο στη δικογραφία, πλην πλήρως διευκρινισθέντα και αναγνωσθέντα κτηματολογικό πίνακα (τοπογραφικό διάγραμμα από Μαΐου 2000 του Τοπογράφου Μηχανικού ...) σε συνδ. με τις καταθέσεις των μαρτύρων και την επ' αυτού εφαρμογή των συμβολαιογραφικών τίτλων κυριότητος και το ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως που υπάρχει στη δικογραφία με το οποίο ο Χ, επώλησε στον εγκαλούντα 2,5 στρέμματα από το κτήμα του προκύπτει σαφώς ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, όντας παρών, τόσο κατά το χρόνο της τοπογραφικής αποτύπωσης, όσο και κατά το χρόνο του Δικαστηρίου, προφανώς επωφελήθηκε του γεγονότος ότι ο εγκαλών δεν θα αντιληφθεί από την ..., που διαμένει και διέμενε τότε, τα γεγονότα, και έτσι δήλωσε, αποσιωπώντας την αλήθεια όλο το κτήμα για το οποίο εισέπραξε την απαλλοτρίωση, ως δικό του. Η πράξη αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, που προσκομίσθηκαν και ανεγνώσθησαν από το Δικαστήριο, εφαρμοζόμενα με απλή και μόνο ανάγνωση επί του τοπογραφικού διαγράμματος, δεν αποδεικνύουν κύριο της όλης εκτάσεως των 6.434 τμ., τον κατηγορούμενο, αλλά μικρότερης. Για το υπολειπόμενο μέρος αυτής δεν δίδεται, από τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες του, πειστική εξήγηση σε ποιον ανήκει η έκταση, αλλά και αν θεωρηθεί ότι ανήκει στον ίδιο, όπως πεπλανημένως και αναιτιολογήτως υπέλαβε το Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, βάσει τίνων τίτλων κυριότητος την νέμεται και την κατέχει. Επειδή με την υποβληθείσα αίτηση προς άσκηση εφέσεως και το συμπληρωματικό αυτής δικόγραφο, με το οποίο ο εγκαλών προσκόμισε πλήρως διευκρινισμένο, κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απάτης και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατά τα διαλαμβανόμενα στο εναντίον του κατηγορητήριο του Εισαγγελέως Πλημ/κών. Έτσι, όπως διατυπώθηκε, η έφεση του παραπάνω Εισαγγελέα περιέχει την κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας στη συνταχθείσα σχετική έκθεση εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της απάτης και, επί πλέον, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, όπως και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Μετά από αυτά, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, το οποίο έκρινε ως τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών και επιλήφθηκε της κατ' ουσία έρευνας της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, τέταρτος στο δικόγραφο της αίτησης, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη και η οποία, σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος υπάρχει, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Όταν δε η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της απάτης, και κρίνεται ανέλεγκτα από το Δικαστήριο της ουσίας, απαιτείται επί πλέον να προσδιορίζεται και το μέγεθος αυτής. Για τη συντέλεση πάντως του εγκλήματος της απάτης αρκεί και ένας μόνον από τους τρεις πιο πάνω τρόπους απατηλής συμπεριφοράς. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης ν' ανακοινώσει σ' αυτόν είτε από το νόμο είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργεια αυτού. Έτσι παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν δημιουργείται όμως τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι τρόποι εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπον τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και που στηρίζουν την περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος κρίση του Δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία έγινε η συναγωγή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ο προσδιορισμός του είδους των, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα. Εξ άλλου δεν είναι παραδεκτός λόγος η κακή εκτίμηση των αποδείξεων διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την νομική ορθότητα της αποφάσεως και δεν ερευνά την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης με αριθμό 471/2008 αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στην ..., στις 5 Δεκεμβρίου 2000, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η εκ της πράξεως δε αυτής προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, παρέστησε εν γνώσει ψευδώς (δια της από 25-5-00 αιτήσεως του και των από 7-12-2000 προτάσεων του) στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο οποίος κατά τη δικάσιμο της 5-12-2000 δίκαζε επί της αιτήσεως αυτού(κατηγορουμένου) περί αναγνωρίσεως του ως δικαιούχου της αποζημιώσεως που είχε ορισθεί προσωρινά με την υπ' αριθμ. 645/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ότι είναι κύριος (με έκτακτη χρησικτησία) και επομένως δικαιούχος της κατά τα άνω ορισθείσας αποζημιώσεως του υπ' αριθμ. 4 κτήματος, εκτάσεως 6.434 τμ, με τις επ' αυτού α) 120 μεγάλες ελιές (λαδολιές και χονδρολιές), β) 25 μεγάλες συκιές και γ) 8 μεγάλες αχλαδιές, που εικονίζεται στο από μηνός Μαϊου 2000 κτηματολογικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... και τον από 19-5-2000 κτηματολογικό πίνακα του ιδίου ως άνω τοπογράφου μηχανικού. Ο άνω ψευδής ισχυρισμός του υποστηρίχθηκε α) με την εν γνώσει παρασιώπηση αληθινών εγγράφων, που ο ίδιος είχε στην κατοχή του και γνώριζε το περιεχόμενο τους, όπως η από 16-1-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του ΑΑ, δια της οποίας περιήρχετο σε αυτόν επιφάνεια εδάφους 1,5 στρέμματος από το υπ' αριθμ. 4 κτήμα και β) με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων και ειδικότερα των ως άνω από μηνός Μαϊου 2000 κτηματολογικού διαγράμματος και από 19-5-2000 κτηματολογικού πίνακα, στα οποία αυτός (κατηγορούμενος) εφέρετο ως εικαζόμενος αποκλειστικός κύριος του ως άνω υπ' αριθμ.4 κτήματος, εκτάσεως 6.434 τμ, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ, που προσήγαγε κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως, σύμφωνα με την οποία οι αιτούντες, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, ασκούσαν πράξεις νομής στα απαλλοτριούμενα ακίνητα πάνω από εικοσαετία. Η αλήθεια είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν κύριος του όλου ακινήτου των 6.434 τμ και επομένως δικαιούχος της όλης αποζημίωσης, συνολικού ύψους 22.231.000 δραχμών ή 65.241,38 ευρώ (αξία εδάφους 9.651.000 δραχμές (6434 Χ 1500) + αξία μεγάλων ελαιοδέντρων 10.800.000 δραχμές (120Χ90.000 δρχ.) + αξία συκοδέντρων 1.500.000 δραχμές (25Χ60.000) + αξία αχλαδιών 280.000 δραχμές (8Χ35.000), αλλά κύριος ενός τμήματος τούτου, επιφάνειας 1500 τμ, και επομένως δικαιούχος ενός τμήματος της αποζημίωσης, ύψους 10.030.000 δραχμών ή 29.936,90 ευρώ (αξία εδάφους 2.250.000 (1500Χ1500) + αξία 72 μεγάλων ελαιοδέντρων 6.480.000 δρχ. (72Χ90.000) + αξία 17 συκοδέντρων 1.020.000 δρχ. (17Χ60.000) + αξία 8 αχλαδιών 280.000 δρχ. (8Χ35.000). Κύριος του υπόλοιπου τμήματος, εκτάσεως 4.934 τμ, με τα επ' αυτού 48 μεγάλα ελαιόδεντρα και 8 μεγάλες συκιές και επομένως δικαιούχος της υπόλοιπης αποζημίωσης συνολικού ύψους 12.201.000 δραχμών ή 35.806,31 ευρώ (αξία εδάφους 7.401.000 δρχ (4934Χ1500) + αξία 48 μεγάλων ελαιοδέντρων 4.320.000 δραχμές (48Χ90.000) + αξία 8 μεγάλων συκιών 480.000 δραχμές (8Χ60.000), είναι ο πολιτικώς ενάγων Ψ. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είναι κύριος ενός τμήματος μόνον από το επίδικο υπ' αριθμ. 4 κτηματοτεμάχιο, επιφάνειας 1500 τμ, στηρίζεται κυρίως:1) στο περιεχόμενο της από 16-1-86 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του ΑΑ, δια της οποίας, όπως προλέχθηκε, κατελήφθη σε αυτόν εδαφικό τμήμα, εμβαδού 1,5 στρέμματος από το υπ' αριθμ. 4 κτήμα, 2) στην υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Οιχαλίας Μαριγούλας Αξιοτοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία, την οποία του άφησε ο αποβιώσας το 1992 πατέρας του ΑΑ, αληθινός κύριος, με την από 16-1-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 247/27Δ/1993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, και στην οποία (κληρονομιαία περιουσία) περιλαμβάνεται και ... 14) "ένας αγρός με 13 ελιές στη θέση "...", έχει έκταση μέτρα τετραγωνικά χίλια πεντακόσια (1500) περίπου και συνορεύει βόρεια με ποτάμι, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ΓΓ, νότια με ιδιοκτησία ΔΔ και ανατολικά με ιδιοκτησία ΕΕ", 3) στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος καίτοι είχε προβεί στην αποδοχή της πατρικής κληρονομίας εντούτοις δεν προσκόμισε κατά την οριστική κτηματογράφηση τίτλους (βλ. το από 29-9-08 απαντητικό έγγραφο Ν.Α Μεσσηνίας) και 4) στο ότι κατά την υποβολή το έτος 1997 (δηλαδή σε χρόνο ανύποπτο) της σχετικής δηλώσεως στοιχείων ακινήτων ουδόλως περιέλαβε σε αυτή (δήλωση) ακίνητο επιφάνειας 6.434 τμ στη θέση "...", παρ' όλο που ισχυρίζεται κυριότητα σε αυτό με χρησικτησία τουλάχιστον επί μία εικοσαετία προ του έτους 2000. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το κτήμα που αποδέχθηκε (υπ'αριθμ. 14) ήταν μεγαλύτερο και εγγράφη μικρότερο στη διαθήκη για λόγους εφορίας δεν αποδείχθηκε και αναιρείται κυρίως από το γεγονός ότι στην ως άνω πράξη αποδοχής (...) αναγράφονται ακίνητα τα οποία άφησε ο διαθέτης στον κληρονομούμενο μεγαλύτερης εκτάσεως (3000, 7000, 2500, 4000 τμ). Δεν αποδείχθηκε εξάλλου ότι ο κατηγορούμενος ενέμετο το όλο ακίνητο (6434τμ) μετά το θάνατο του πατέρα του, παρεκτός του ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από το θάνατο του τελευταίου (1992) έως το 2000 δεν επαρκεί για να του προσπορίσει κυριότητα με χρησικτησία. Επομένως στις 5-12-2000, ημεροχρονολογία συζητήσεως της αιτήσεως αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημίωσης, ο κατηγορούμενος ήταν κύριος με πρωτότυπο τρόπο μόνο του ως άνω τμήματος (1500 τμ) του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, κύριος του υπόλοιπου τμήματος των 4934 τμ (6434-1500) ήταν ο πολιτικώς ενάγων και ειδικότερα: α) ενός τμήματος εκτάσεως 2,5 στρεμμάτων, που βρίσκεται ανατολικά του ακινήτου του κατηγορούμενου, το οποίο αγόρασε ατύπως στις 3-2-1987 από το ΕΕ, δυνάμει του υπό ιδίαν ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού και του οποίου κατέστη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας(άσκηση πράξεων νομής, όπως επίβλεψη και εποπτεία), προσμετρουμένου στο χρόνο της δικής του νομής (1987-2000) του χρόνου της νομής των δικαιοπαρόχων του(ΕΕ και πατρός τούτου) (τουλάχιστον από το 1950 έως το 1987) και β) Ενός τμήματος, εκτάσεως 2.434 τμ, που βρίσκεται δυτικά του ακινήτου του κατηγορουμένου και αποτελεί το ανατολικό τμήμα, μείζονος εκτάσεως, επιφάνειας 8 στρεμμάτων, η οποία περιήλθε κατά κυριότητα σ' αυτόν(πολιτικώς ενάγοντα) με τη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της αποβιωσάσης το έτος 1994 μητέρας του ΣΤ, αληθινής κυρίας (με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας άσκηση πράξεων νομής, όπως επίβλεψη, εποπτεία και συλλογή καρπών από το έτος 1929 έως και το χρόνο θανάτου της) (υπ' αριθμ. ... και ... αποδοχή κληρονομίας και διόρθωση πράξης αποδοχής κληρονομίας, αντιστοίχως, της συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Ζερβού). Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση του ως άνω πρώτου τμήματος (2,5 στρεμμάτων) του πολιτικώς ενάγοντος στην ιδιοκτησία του κατηγορουμένου αποδεικνύεται με σαφήνεια και από τα ακόλουθα: Ενώ το ακίνητο που απεδέχθη ο κατηγορούμενος, εκτάσεως 1,5 στρέμματος περίπου, συνορεύει ανατολικά, κατά την πράξη αποδοχής, με ιδιοκτησία ΕΕ, δηλαδή με τον άμεσο δικαιοπάροχο του πολιτικώς ενάγοντος, στο αναγνωσθέν κτηματολογικό διάγραμμα, το ακίνητο (υπ' αριθμ. 4), ιδιοκτήτης του οποίου φέρεται ο κατηγορούμενος, συνορεύει ανατολικά όχι με ιδιοκτησία πολιτικώς ενάγοντος, πρώην ΕΕ, αλλά με ιδιοκτησία ΖΖ, η οποία βρίσκεται ανατολικά της ιδιοκτησίας του πολιτικώς ενάγοντος, πρώην ΕΕ. Τέλος αποδείχθηκε, ότι τα παραπάνω, δηλαδή την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την επίκληση και προσαγωγή των ανωτέρω ψευδών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, έκανε ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι να λάβει την ανωτέρω επιπλέον αποζημίωση, ύψους 12.201.000 δραχμών ή 35.806,31 ευρώ και να βλάψει την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος και να παραπλανήσει το προαναφερόμενο Δικαστήριο να τον αναγνωρίσει δικαιούχο και της ως άνω αποζημίωσης. Έτσι δε, το Δικαστήριο παραπλανήθηκε και με την υπ' αριθμ. 14/2001 απόφαση του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο δικαιούχο και της ανωτέρω αποζημίωσης (35.806,31 ευρώ), την οποία και εισέπραξε αυτός, βλάπτοντας την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος, η ζημία δε που του προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να λεχθεί ότι δεδομένου ότι επί απάτης στο Δικαστήριο η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο δράστης παρουσίασε στον δικάζοντα δικαστή τα ψευδή γεγονότα ως αληθή, προσκομίζοντας και τα συναφή ψευδή αποδεικτικά μέσα του ή σε κάθε περίπτωση παρασιωπώντας τα αληθή αποδεικτικά στοιχεία, αβασίμως διατείνεται ο κατ/νος με τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί παραγραφής ότι έχει πλέον εξαλειφθεί το αξιόποινο της αποδιδόμενης σ' αυτόν ανωτέρω πράξεως. Και τούτο διότι η αξιόποινη πράξη της απάτης στο Δικαστήριο, που του αποδίδεται, τελέστηκε στις 5-12-2000, κατά συνέπεια δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111§§1,3, 112, 113§§2 και 3 ΠΚ, μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στο παρόν Δικαστήριο (8-10-2008) σε παραγραφή, έτσι ώστε να εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, αφού από την έναρξη του χρόνου της παραγραφής της (5-12-2000) μέχρι τη σημερινή εκδίκαση της (8-10-2008) δεν έχει παρέλθει-παρά τα όσα αβασίμως διατείνεται ο κατηγορούμενος- ο χρόνος της παραγραφής και της αναστολής της (οκταετία). Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται, με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (84§2α ΠΚ), δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, μέχρι την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως διήγε έντιμο οικογενειακό και κοινωνικό βίο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, τα Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της απάτης στο Δικαστήριο, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της απάτης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, με όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, προσδιορίζει με σαφήνεια και χωρίς καμιά αντίφαση την αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο εξαπατήθηκε το Δικαστήριο και σαφώς προσδιορίζει το ύψος της ζημίας του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικώς εκτίθενται στην απόφαση τα ψευδή γεγονότα, τα οποία εν γνώσει του παρέστησε ο κατηγορούμενος ως αληθινά και τα συγκεκριμένα ψευδή, κατά περιεχόμενο, αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε και εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε το Δικαστήριο και εξέδωσε την ευνοϊκή για τον αναιρεσείοντα απόφαση, πλήρως δε εξειδικεύεται η κατά τον τρόπο αυτό τέλεση της απάτης, η δε απλή αναφορά του δευτέρου, ήτοι της παρασιωπήσεως αληθινών γεγονότων, δεν διαφοροποιεί τον τρόπο αυτό και δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση καθόσον στη συνέχεια, κατά την εξειδίκευση των επί μέρους περιστατικών που συγκροτούν αυτή, διευκρινίζεται κατά τρόπο απολύτως σαφή και κατανοητό ότι η εξαπάτηση του Δικαστηρίου από τον κατηγορούμενο έγινε με την ηθελημένη και μόνο παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών και όχι με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, διότι με την αναφορά αυτή το Δικαστήριο προσδιορίζει, ειδικότερα, το δόλο του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, ουδεμία έλλειψη υφίσταται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως από το λόγο ότι δεν αναφέρεται το τι προέκυψε από καθένα ειδικά αποδεικτικό μέσο και ότι έγινε αξιολογική συσχέτιση αυτών, από την οποία το δικαστήριο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 177, 178 και 179 του ΚΠΔ και χωρίς παραβίαση των κανόνων της λογικής, κατέληξε στο συμπέρασμα περί τελέσεως από τον κατηγορούμενο του άνω εγκλήματος, διότι αναφέρεται ότι στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του κατέληξε τούτο, αφού έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, δεν συνιστά δε έλλειψη αιτιολογίας αν οι ανωτέρω παραδοχές είναι σύμφωνες ή μη με τις καταθέσεις μαρτύρων, γιατί αυτό ανάγεται στην περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ως αναγόμενες στην περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, τρεις πρώτοι στο δικόγραφο της αίτησης, λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης, τυγχάνουν αβάσιμοι και πρέπει, μετά απ' αυτά, ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 471/8-10-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή