Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1557 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.




Περίληψη:
Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. 2) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος απόλυτης ακυρότητας: α) για το λόγο ότι λήφθηκαν υπόψη στο σκεπτικό ένα έγγραφο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, διότι από τα πρακτικά προκύπτει σαφώς ότι δεν αναγνώσθηκε, αλλά προκύπτει αυτό από τη μαρτυρική κατάθεση, β) δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά και τα έγγραφα της αναβληθείσας δίκης και δε δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου μετά την εξέταση του μάρτυρα για υποβολή ερωτήσεων, καθόσον δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου. 3) Είναι αναιρετέα μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983, για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικώς ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 79 ΠΚ και την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται, πράγμα που ουδόλως πράττει (ΑΠ 43/2009). Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1557/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 761/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1725/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, όπως αντικ. με το άρθρο 3 παρ.13 του Ν. 2242/1994 και με το άρθρο 8 παρ. 11 του Ν. 1512/1985,οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 δρχ. μέχρι 5.000.000 δρχ., ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω διάταξη γίνει από αμέλεια τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 δρχ. μέχρι 2.000.000 δρχ. Σε περίπτωση απλών υπερβάσεων άδεια κατασκευής μπορεί να επιβληθεί ποινή μειωμένη. Κατά δε το άρθρο 22 του Ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο, που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της ή με βάση ανακληθείσα άδεια.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα ακόλουθα: "Επειδή από την αποδεικτική διαδικασία γενικός την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στη θέση "..." ..., , με πρόθεση ενεργώντας προέβη σαν ιδιοκτήτης στην κατασκευή κτισμάτων χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Συγκεκριμένα με την ανωτέρω ιδιότητα του προέβη α. στην κατασκευή στεγάστρου (κιόσκι) αποτελούμενο από βάση σκυροδέματος, φερόμενο σε ξύλινα κατακόρυφα υποστηλώματα με επικάλυψη κεραμοσκεπής σε ξύλινα ζευκτά, στην κατασκευή δύο συνεχόμενων κτισμάτων από φέρουσα τοιχοποιία επιχρισμένη και επικάλυψη κεραμοσκεπής, με χρήση το μεν πρώτο για εγκατάσταση μηχανημάτων, το δε δεύτερο για ορνιθώνα, γ. στην κατασκευή δύο συνεχόμενων κτισμάτων εκ των οποίων το πρώτο είναι ανοιχτό υπόστεγο (ανοιχτό από την μια πλευρά) με τοιχοποιία από πλινθοδομή και επικάλυψη κεραμοσκεπής, ενώ το δεύτερο είναι κλειστός αποθηκευτικός χώρος με τοιχοποιίες από τσιμεντόλιθους και θολωτή επικάλυψη από σκυρόδεμα. Οι ανωτέρω κατασκευές έγιναν χωρίς προηγουμένως να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δε συντρέχει στο πρόσωπο του η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, καθόσον από το προσκομιζόμενο από αυτόν υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Ιερισσού προκύπτει ότι δεν διαθέτει καμία περιουσία στην εν λόγω περιοχή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το ανωτέρω πιστοποιητικό δεν αποδεικνύει από μόνο του, άνευ ετέρου, το γεγονός της μη ύπαρξης οιουδήποτε δικαιώματος κυριότητας του κατηγορουμένου στη περιοχή, αφού είναι κοινώς γνωστό ότι πολλές ιδιοκτησίες, όπως αυτές που αποκτώνται με τα προσόντα της χρησικτησίας, δεν καταγράφονται στο Υποθηκοφυλακείο. Πέραν αυτού ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν εναντιώθηκε προς την από ... έκθεση αυτοψίας, που διενήργησε η Πολεοδομία... για τις παραπάνω αυθαίρετες κατασκευές, προβάλλοντας τις (όψιμες σήμερα) θέσεις του περί μη ύπαρξης ιδιοκτησίας του στην περιοχή, αλλά, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ1, με υπεύθυνη δήλωση του προς την παραπάνω υπηρεσία αποδέχθηκε την εν λόγω αυτοψία. Το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω τη θέση του παρόντος δικαστηρίου περί της υπάρξεως της ιδιότητας του ιδιοκτήτη στο πρόσωπο του και συνεπώς κάθε αντίθετος ισχυρισμός του τυγχάνει απορριπτέος. Κατ' ακολουθία αυτών θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη για την οποία κατηγορείται".
Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 17 παρ.1,8 Ν. 1337/1983, όπως τροπ. με τα άρθρα 8 παρ. 11 του Ν. 1512/1985, 22 παρ.1,3 του Ν. 1577/1985 και με το άρθρο 3 παρ.13 του Ν. 2242/1994, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος : 1) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, 2) αιτιολογείται επαρκώς η αμφισβητηθείσα ιδιότητα του κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη του ακινήτου εντός του οποίου έγιναν οι αυθαίρετες κατασκευές κτισμάτων, 3) προσδιορίζονται στην απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο και ο τόπος στον οποίο ο κατηγορούμενος προέβη, χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας στις αυθαίρετες κατασκευές, εξειδικεύεται ποιες κατασκευές έγιναν και τέλος, ενόψει της από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλέψεως ηπιότερης ποινικής μεταχείρισης εάν η πράξη τελείται εξ αμελείας, σαφώς το δικαστήριο δέχεται, τόσο στο προπαρατεθέν αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό, την από πρόθεση τέλεση αυτής. Για δε την επάρκεια της αιτιολογίας αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση ο αριθμός του αγροτεμαχίου, η ειδικότερη θέση ανεγέρσεως των κτισμάτων, οι διαστάσεις των κτισμάτων, η σε τετραγωνικά μέτρα έκταση των αυθαίρετων κατασκευών και η αξία αυτών, ως αβασίμως κατά τούτο υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού ειδικότερα για την αξία, αυτή συνεκτιμάται μόνον ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής.
Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί, προκύπτει κατά περιεχόμενο από άλλο αποδεικτικό μέσο. Επίσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται, αν το Δικαστήριο δεν αναγνώσει υποβληθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα, εφόσον όμως υποβληθεί σχετικό προς τούτο αίτημα. Τα πρακτικά δε της αναβληθείσας προηγουμένως δίκης είναι κατ'άρθρον 364 παρ.2 ΚΠοινΔ, υποχρεωτικό να αναγνωσθούν, η μη ανάγνωση όμως αυτών, εφόσον δε ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, οπότε θα μπορούσε να προκύψει έλλειψη ακροάσεως, δεν επάγεται ακυρότητα. (ΑΠ 854/2004, 1473/2002, ΑΠ 819/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο και τον τρίτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο της αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής και δη περί της ιδιότητας αυτού ως υπευθύνου ιδιοκτήτη του αγροτεμαχίου στο οποίο έγιναν οι αυθαίρετες κατασκευές κτισμάτων, έλαβε υπόψη στο αιτιολογικό του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε και δη Υπεύθυνη Δήλωση αυτού προς την Πολεοδομία ..., ενώ αντίθετα δεν ανέγνωσε τα με αριθ. 879/2007 πρακτικά προηγηθείσας αναβλητικής του αποφάσεως και τα κατά τη δίκη εκείνη αναγνωσθέντα έγγραφα και δοθείσα μαρτυρική κατάθεση. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε καμία Υπεύθυνη Δήλωση του κατηγορουμένου, αλλά στο αιτιολογικό του το Δικαστήριο αναφέρει, πλην άλλων στοιχείων, για να στηρίξει την κρίση του περί της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη του επίμαχου αγροτεμαχίου, ότι "σύμφωνα με κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ1, με υπεύθυνη δήλωσή του προς την παραπάνω πολεοδομία αποδέχθηκε την εν λόγω αυτοψία". Επομένως, σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το περιεχόμενο της αναφερθείσας στο αιτιολογικό Υπεύθυνης αυτής Δήλωσης του κατηγορουμένου, προέκυπτε από την άνω μαρτυρική κατάθεση. Επίσης δεν αναγνώσθηκαν μεν τα πρακτικά της αναβλητικής ως άνω αποφάσεως, αλλά δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον παρασταθέντα συνήγορο του αναιρεσείοντος για ανάγνωση. Άρα ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε και οι ως άνω σχετικοί, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Όμως από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 η άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων το λόγο σε αυτούς, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία τους και τη σχέση τους προς την δικαζόμενη υπόθεση.
Συνεπώς, εφόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης δεν προκύπτει το αντίθετο, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του παρισταμένου συνηγόρου και εκπροσωπούντος τον αναιρεσείοντα, του λόγου σε αυτόν, μετά τη κατάθεση του εξετασθέντος μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας για να υποβάλει ερωτήσεις ή να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του, σχετικά με την αξιοπιστία του και έτσι ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται υπέρβαση εξουσίας για το λόγο, ότι ενώ δυνάμει της αναβλητικής με αριθ. 879/2007 αποφάσεως του ιδίου δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου είχε γίνει τυπικά δεκτή η έφεσή του, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη τελειωτική του απόφαση απάγγειλε και πάλι το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Όμως από την ως άνω επανάληψη της τυπικής παραδοχής της ιδίας εφέσεως, προφανώς από παραδρομή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ουδεμία ακυρότητα επήλθε, ούτε υπέρβαση εξουσίας υπάρχει και ο σχετικός έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος "..... στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης" (περ. β). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνεται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 921/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, ζήτησε δια του συνηγόρου του "την αναγνώριση του ελαφρυντικού 84 παρ. 2β ΠΚ". Με το πιο πάνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της από την διάταξη 84 παρ. 2 περ. β ελαφρυντικής περιστάσεως, είναι αόριστος, αφού παρατίθεται μόνο η σχετική διάταξη, χωρίς να εκτίθενται περιστατικά που να τον θεμελιώνουν και το Δικαστήριο, που πράγματι δε διέλαβε σχετική αιτιολογία για την απόρριψή του, δεν ήταν υπόχρεο να απαντήσει και δη αιτιολογημένα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τέταρτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 79 του ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την προπαρατεθείσα και όπως ισχύει διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, κατά την οποία, για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικώς παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται. Αν η απόφαση δεν διαλαμβάνει τέτοια αιτιολογία, είναι αναιρετέα μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 43/2009, 921/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινών τμήμα της, αιτιολογία σχετικά με τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία των από τον αναιρεσείοντα ανεγερθέντων αυθαίρετων κτισμάτων ούτε περί του αν υποβαθμίζουν ή όχι και αν ναι σε ποιο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής, κριτήρια τα οποία κατά τα παραπάνω επηρεάζουν κατά το νόμο το ύψος της επιβλητέας ποινής. Επομένως, κατά παραδοχή του πρώτου, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μερικώς, ήτοι μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΟΙΝΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 761/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής εν μέρει, ήτοι και μόνον ως προς την περί ποινής διάταξη αυτής.
Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ