Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 338 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναβολής αίτημα, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (γιατρού). Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής (μετά τρεις αναβολές) για τον διορισμό και δεύτερου δικηγόρου. Πότε υπάρχει ποινική ευθύνη του γιατρού. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των καταλυτικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης. Απόρριψη αναιρέσεως και προσθέτων λόγων.




Αριθμός 338/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1473Α, 1930/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαναστασόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 15 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης αναίρεσης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1442/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 349 §1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικατ. από το άρθρο 16 του Ν. 3346/2005, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για τον λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση, ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις μόνο αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Από τη πιο πάνω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι μετά τη δεύτερη αναβολή της δίκης, το δικαστήριο δεν μπορεί να αναβάλει αυτήν και πάλι, εκτός αν συντρέχει προς τούτο εξαιρετική περίπτωση. Αυτό δε συμβαίνει, όχι όταν υπάρχει απλώς σημαντικό προς τούτο αίτιο, όπως απαιτείται για τη αναβολή της δίκης για πρώτη φορά, ή και για δεύτερη, εφόσον δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή, αλλά μόνο όταν το δικαστήριο κρίνει, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Εξάλλου η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση όμως ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και είναι παραδεκτή, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως (για ελλιπή αιτιολογία). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1473Α, 1930/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (για πλημμελήματα) Πατρών, με την οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ. 2α του ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, κατά την διάρκεια της δίκης ο κατηγορούμενος, ενώ είχε ήδη παραστεί εκπροσωπούμενος από τον συνήγορό του δικηγόρο Πατρών Αθανάσιο Διαμαντόπουλο, ζήτησε (δια του εκπροσωπούντος αυτόν πληρεξουσίου), την αναβολή της δίκης, ως εξής: "Υπάρχει αίτημα αναβολής από την πλευρά του εντολέα μου. Πρωτοδίκως, ο κ. Χ είχε δύο συνηγόρους υπεράσπισης, εμένα και τον Ιωάννη Γιαννόπουλο, ο οποίος απεβίωσε την προηγούμενη εβδομάδα. Ο εντολέας μου επιθυμεί να αναθέσει την υπεράσπισή του και σε δεύτερο δικηγόρο, αλλά δεν είχε αρκετό χρόνο. Ζητάμε την αναβολή της δίκης σε κάποια σύντομη δικάσιμο". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την ακόλουθη αιτιολογία: "... Όπως προκύπτει από τις παραπάνω αναβλητικές αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες διαβάστηκαν στο ακροατήριο, η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης έχει ήδη αναβληθεί τέσσερις φορές κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ. Ειδικότερα, κατά τη δικάσιμο της 6ης-12-2005 η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω ασθένειας του 2ου εκκαλούντος κατηγορουμένου, Χ, κατά τη δικάσιμο της 23ης-6-2006 λόγω ασθένειας του 1ου εκκαλούντος κατηγορουμένου, Α, κατά τη δικάσιμο της 5ης-12-2006 λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του 2ου εκκαλούντος κατηγορουμένου, δικηγόρου Πατρών Αθανασίου ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, και κατά τη δικάσιμο της 15ης-5-2007 λόγω απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων, στην οποία συμμετείχε ο Γραμματέας έδρας, όπως και οι λοιποί Γραμματείς. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω αναφερθέντων, καθώς και του ότι ο υποβάλλων το αίτημα 2ος εκκαλών κατηγορούμενος Χ ήδη εκπροσωπείται από συνήγορο υπερασπίσεως, το Δικαστήριο, κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν από τον ως άνω 2° κατηγορούμενο αίτημα αναβολής και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, ενόψει της παρατιθέμενης διάταξης του άρθρου 349 ΚΠΔ, το Δικαστήριο για να κρίνει ως βάσιμο το αίτημα για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για πέμπτη φορά, έπρεπε να "κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης". Με τις πιο πάνω δε παραδοχές του, όπως ανενδοιάστως εξ αυτών προκύπτει, το Τριμελές Εφετείο έκρινε ότι η διεξαγωγή της δίκης μπορούσε να γίνει, με τον παριστάμενο πληρεξούσιο συνήγορο του κατηγορουμένου και δεν συνέτρεχε λόγος να αναβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως προκειμένου ο κατηγορούμενος να διορίσει (αορίστως) και δεύτερο συνήγορο.
Συνεπώς αιτιολογημένα απέρριψε το πιο πάνω αίτημα, ανεξαρτήτως του ότι αυτό είχε υποβληθεί αορίστως, αφού δεν αναφέρονταν σε αυτό οι λόγοι για τους οποίους ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να αναθέσει την υπεράσπισή του και σε δεύτερο δικηγόρο, και γιατί δεν επαρκούσε ο χρόνος να προβεί στην ανάθεση αυτή, Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Η' του Κ.Π.Δ. πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, και για καθ' υπέρβαση της εξουσίας του εκδίκαση της υποθέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από την έλλειψη τη προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Β, ηλικίας 23 ετών και εν ζωή κάτοικος Πατρών, στις 5 Ιουνίου 2001 και περί ώρα 03:00', μετά από τροχαίο ατύχημα με δίκυκλο μοτοποδήλατο, κατά το οποίο τραυματίστηκε, μεταφέρθηκε συνοδευόμενος από τους γονείς του, στα εξωτερικά ιατρεία του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ". Εκεί εξετάσθηκε από τον εφημερεύοντα ιατρό της Χειρουργικής κλινικής Γ, ο οποίος μετά από διενέργεια αιματολογικών και ακτινολογικών εξετάσεων διαπίστωσε κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής άρθρωσης και εκδορές προσώπου, καθώς και οίδημα δεξιού βλεφάρου. Στη συνέχεια, αφού έγινε περιποίηση των τραυμάτων του, με εντολή του τελευταίου ο ασθενής εισήχθη στη Χειρουργική κλινική του Νοσοκομείου για περαιτέρω παρακολούθηση. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος Χ, ως εφημερεύων επιμελητής της παραπάνω κλινικής, αν και εξήτασε τον εν λόγω ασθενή, του οποίου η κλινική εικόνα ενέπνεε σοβαρές ανησυχίες για την πορεία της υγείας του, καθόσον από το μεσημέρι της 5-6-2001 ο τελευταίος παρουσίαζε υπνηλία, εμετούς, απώλεια ούρων και διεγερτικότητα, δεν διέταξε την άμεση διενέργεια αξονικής τομογραφίας, ώστε να εντοπισθεί η κρανιοεγκεφαλική κάκωση του ασθενούς και να υποβληθεί άμεσα αυτός σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του υποσκληρίδιου εγκεφαλικού αιματώματος, το οποίο του είχε προκληθεί, με συνέπεια να μην εντοπιστεί η προαναφερόμενη κάκωση και να εφαρμοστεί σε αυτόν λανθασμένη θεραπεία με τη χορήγηση ηρεμιστικών σε επαναλαμβανόμενες δόσεις και να πέσει ο ασθενής σε κώμα, με αποτέλεσμα εξαιτίας της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης (κάταγμα του θόλου του κρανίου) και του εκτεταμένου υποσκληρίδιου εγκεφαλικού αιματώματος, το οποίο είχε υποστεί ο ασθενής, ως μόνης ενεργούς αιτίας, να επέλθει ο θάνατος αυτού περί ώρα 23:40 της ιδίας ημέρας (βλ. από 17-6-2001 ιατροδικαστική έκθεση των ιατρών Δ και Ε). Για το θάνατο του ανωτέρω ευθύνεται ο Χ (δεύτερος κατηγορούμενος), ο οποίος, ως εφημερεύων επιμελητής της Χειρουργικής κλινικής του εν λόγω νοσοκομείου, μολονότι εξήτασε τον ασθενή, του οποίου η κλινική εικόνα, όπως προαναφέρθηκε, ενέπνεε σοβαρές ανησυχίες για την πορεία της υγείας, αφού αυτός παρουσίαζε από το μεσημέρι της 5-6-2001 υπνηλία, εμετούς, απώλεια ούρων και διεγερτικότατα, δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, λόγω της επιστημονικής του γνώσης και εμπειρίας, δεν αντιμετώπισε την κατάσταση του ασθενούς όπως επέβαλε η σοβαρότητα αυτής, λόγω των παραπάνω συμπτωμάτων που αυτός εμφάνιζε και δεν διέταξε, όπως επιβαλλόταν, την άμεση διενέργεια αξονικής τομογραφίας, ώστε να εντοπισθεί η κρανιοεγκεφαλική κάκωση του ασθενούς και να υποβληθεί άμεσα αυτός σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του υποσκληρίδιου εγκεφαλικού αιματώματος, παρόλο που η πιο πάνω συμπτωματολογία επέβαλε να ενεργήσει κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, με συνέπεια, εξαιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του, να μην εντοπιστεί η κάκωση που προαναφέρθηκε, να εφαρμοστεί σε αυτόν λανθασμένη θεραπεία με τη χορήγηση ηρεμιστικών σε επαναλαμβανόμενες δόσεις και να πέσει ο ασθενής σε κώμα, με αποτέλεσμα που δεν προέβλεψε, εξαιτίας του κατάγματος του θόλου του κρανίου και του εκτεταμένου υποσκληρίδιου εγκεφαλικού αιματώματος που είχε υποστεί ο ασθενής, να επέλθει ο θάνατος αυτού ...". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β, 28, 84 παρ. 2α, και 302 παρ. 1, Π.Κ., ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη.
ΙV. Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
V. O αναιρεσείων, ως μοναδικό λόγο αναιρέσεως διαλαμβάνει στo κυρίως δικόγραφο της κρινόμενης αίτησής του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι "λαθεμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε" όσα αυτή αναφέρει στο σκεπτικό της, το περιεχόμενο του οποίου, κατά το μεγαλύτερο μέρος, εκτίθεται στην αίτηση και κατέληξε στην προαναφερόμενη καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, ότι αυτός, "ενεργώντας ως ιατρός του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ", από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και επέφερε θάνατο άλλου". Ακολούθως ο αναιρεσείων αναφέρει ότι αυτά "που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά που συνέβησαν και προκύπτουν από τη δικογραφία", παραθέτει δε στη συνέχεια το ιστορικό της εισαγωγής του παθόντος Β στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ και ότι "η διαδικασία παρακολούθησης κάθε ασθενούς έχει συγκεκριμένη σειρά, που τηρείται σε όλα τα νοσοκομεία του κόσμου και προκύπτει με ακρίβεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην προσβαλλόμενη αλλά και από την όλη δικογραφία", όπως στην αίτησή του αναφέρει και, κατά τους ισχυρισμούς του, τα πραγματικά αυτά περαστικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που μνημονεύει στην αίτησή του και ότι, ενόψει των καταθέσεων αυτών και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αιτιάται ότι λαθεμένα η προσβαλλόμενη του αποδίδει ότι ευθύνεται για τη λανθασμένη θεραπευτική αγωγή με ηρεμιστικά, και λαθεμένα, επίσης του αποδίδει ότι δεν ζήτησε τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας, για τους λόγους που εκτενώς αναφέρει στην αίτησή του. Έτσι, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι αυτός εκτιμώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης του ασθενούς ζήτησε την άμεση εξέταση του από Νευροχειρουργό, η οποία και έγινε από τον ειδικευμένο Νευροχειρουργό ο οποίος θα έκρινε εάν απαιτείτο η διενέργεια αξονικής τομογραφίας ως ο ειδικότερος ιατρός, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα όσα κατατέθηκαν από τους μάρτυρες, αποσπάσματα των καταθέσεων των οποίων παραθέτει, ως προς το αν θα έπρεπε να γίνει η εν λόγω εξέταση και ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, περιέλαβε ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες. Επίσης προβάλει τις αιτιάσεις ότι λαθεμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι ο θάνατος του ασθενούς Β οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση η αμέλεια αυτή προσδιορίζεται, αφού, όπως αναφέρει, "δεν προσδιορίζει εάν ενημερώθηκα και από ποιόν για την χειροτέρευση της υγείας του ασθενούς και δεν προσδιορίζει ποιος χορήγησε τη θεραπευτική αγωγή με ηρεμιστικά και εάν ενημερώθηκα γι' αυτή" και ότι "λαθεμένα η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ο θάνατος του ασθενούς Β επήλθε στις 23.40, ενώ το ορθό είναι ότι ο θάνατος αυτού επήλθε στις 22.15 περίπου, χρόνο κατά τον οποίο ουδόλως είχα ενημερωθεί για την αρνητική εξέλιξη της υγείας του ... ουδόλως αναφέρει γιατί έπρεπε να λάβω εγώ τη σχετική απόφαση για τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας όταν κάλεσα αμέσως ειδικό νευροχειρουργό, ο οποίος αφού εξέτασε τον ασθενή έκρινε ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια αξονικής τομογραφίας ... κλπ". Οι αιτιάσεις, αυτές, κατά το μέρος που αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση από το Δικαστήριο των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το μέρος δε που προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι η απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας, αφενός, διότι δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά αυτά μέσα και, αφετέρου, διότι δεν αναφέρει και δεν προσδιορίζει στην αιτιολογία της, τα επιπλέον αναφερόμενα στην αίτηση στοιχεία, είναι αβάσιμες Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, τα οποία έλαβε όλα υπόψη του, μεταξύ των οποίων και τα πιο πάνω από τον αναιρεσείοντα αναφερόμενα, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης δεν απαιτείτο η επιπλέον παράθεση των στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αιτήσεώς του. Επομένως ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, του κυρίως δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης) και παρέθεσε αναλυτικώς τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά. Επίσης, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, γίνεται δεκτό ότι, αν δεν μεσολαβούσε η περιγραφόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ο ασθενής θα είχε επιβιώσει, και το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αμελή αυτού συμπεριφορά, όλες δε οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον δεύτερο, υπό το στοιχείο
ΙΙ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της περί ενοχής απόφασης είναι αβάσιμες. Εξάλλου, η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη δε περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Το σκεπτικό δε της απόφασης, όπως πιο πάνω εκτίθεται, επαναλαμβάνει μεν τα αναφερόμενα και στο διατακτικό περιστατικά, πλην όμως δεν αποτελεί αντιγραφή εκείνου, αφού τα περιστατικά αυτά αναπτύσσονται και επιπλέον. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον αυτό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δε επέδειξε αμελή συμπεριφορά με το μη διατάξει την άμεση διενέργεια αξονικής τομογραφίας ώστε να εντοπισθεί η κρανιοεγκεφαλική κάκωση του ασθενούς, καθόσον, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, "επί του ζητήματος αυτού ο αναιρεσείων ζήτησε την γνώμη του ειδικού νευροχειρουργού Α, στον οποίο ανακοίνωσα ότι ο ασθενής "πρέπει να έχει πρόβλημα στο κεφάλι και αυτός με καθησύχασε". Επίσης δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο, αντίθετο, ούτε να προβεί σε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αρκεί να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών. Στην προκειμένη δε περίπτωση το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα - και εκείνα που ειδικώς αναφέρει ο αναιρεσείων στους προσθέτους λόγους του- αιτιολογεί με πληρότητα την κρίση του ότι ο θάνατος του Β οφειλόταν στην περιγραφόμενη στην απόφαση αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων και εκείνες που αποτελούν επανάληψη των όσων αναφέρονται στο κυρίως δικόγραφο αναιρέσεως, σχετικά με το ότι, από τις μνημονευόμενες καταθέσεις των μαρτύρων - ιατρών, προκύπτουν τα αντίθετα σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VII. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς ενάγοντων στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 32/2-9-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ και τους από 15/12/2008 πρόσθετους αυτής λόγους, που κατατέθηκαν στις 22 Δεκεμβρίου 2008, για αναίρεση της 1473Α, 1930/2007 απόφασης του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς ενάγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή